Μετάβαση στο περιεχόμενο

Επάγγελμα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Ο όρος επάγγελμα στη γενικότερη αντίληψη χαρακτηρίζει την κατά κλάδο ή αντικείμενο συνήθη ασκούμενη βιοποριστική ενασχόληση, (εργασία), του κοινωνικού ανθρώπου. Κατά την έννοια της κοινωνιολογίας αποτελεί έλλογη συμπεριφορά του κοινωνικού ανθρώπου σταθερά προσαρμοσμένη στην εξεύρεση και εξασφάλιση πρόσφορων τρόπων αλλά και μέσων προς διαρκή ικανοποίηση, εξ υποκειμένου, των σε χρήμα αποτιμημένων αναγκαίων του.

Καθεαυτού ο όρος στις κοινωνικές επιστήμες είναι απογραφικός. Από τη μελέτη της αγοράς εργασίας η έννοια του επαγγέλματος ακολουθεί τις κοινές σημασίες που προσλαμβάνει στη καθημερινή χρήση του, όπως π.χ. απασχόληση, εργασία, ένταξη, αποστολή, λειτουργία, κίνηση κ.λπ. Έτσι απλούστερα, αλλά και σύμφωνα με τον ορισμό που έχει δοθεί από το Διεθνές Γραφείο Εργασίας, επάγγελμα χαρακτηρίζεται το "είδος της βιοποριστικής εργασίας", ανεξάρτητα από τον κλάδο παραγωγής μέσα στον οποίο συντελείται ή παρέχεται αυτή (η εργασία) και ανεξάρτητα από τη θέση που κατέχει το άτομο σ΄ αυτή.

Όμως ο παραπάνω γενικός αυτός ορισμός δεν ισχύει κυρίως ως προς το δεύτερο προσδιοριστικό σκέλος σε όλα τα κράτη όπως σημειώνεται στο Πολύγλωσσο Δημογραφικό Λεξικό του ΟΗΕ, όπου η ταξινόμηση του οικονομικά ενεργού πληθυσμού "κατά θέση εις το επάγγελμα" ή "θέση στην απασχόληση" προσδιορίζεται από πολλούς διαφορετικούς απογραφικούς όρους, στις διάφορες χώρες.

Για παράδειγμα, οι εργαζόμενοι σε ανυψωτικά μέσα, γερανούς, σε ναυπηγεία, εργοστάσια, οικοδομές, λατομεία κ.λπ. αποτελούν ενιαίο επάγγελμα αυτό των γερανιστών, περίπτωση συμφωνίας με το πρώτο προσδιοριστικό σκέλος του ορισμού του. Αντίθετα οι εργαζόμενοι σε μία βιομηχανική επιχείρηση διακρίνονται, "κατά θέση απασχόλησης", σε διευθυντές και ανώτερα στελέχη, υπάλληλοι γραφείων, τεχνίτες και εργάτες, περίπτωση ασυμφωνίας με το δεύτερο σκέλος του ορισμού ΔΟΕ.

Στη βρετανική απογραφή του 1951, στην απογραφική ταξινόμηση των επαγγελμάτων, ο όρος επάγγελμα προσδιοριζόταν ως εξής:

"Το επάγγελμα οποιουδήποτε προσώπου είναι το είδος της εργασίας που το πρόσωπο αυτό, άρρεν ή θήλυ, επιτελεί, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών υπό των οποίων επιτελείται η εργασία, όπου μόνο οι συνθήκες αυτές προσδιορίζουν την ιδιαίτερη ομάδα της ταξινόμησης των επαγγελμάτων, στην οποία εντάσσεται το άτομο."

Ο παραπάνω ορισμός κρίνεται πληρέστερος ως προς την εφαρμογή της ταξινόμησης των επαγγελμάτων ανά τον κόσμο.

Σύμφωνα με τις αρχές που καθιερώθηκαν στη Γαλλική Επανάσταση «η εργασία είναι ελευθέρα» συνεπώς και η άσκηση οποιουδήποτε επαγγέλματος. Παρά ταύτα δεν είναι. Από τότε έχουν καθιερωθεί πολλοί περιορισμοί στην εφαρμογή της αρχής αυτής βάσει των οποίων η εξάσκηση πολλών επαγγελμάτων να εξαρτάται από σχετική άδεια Αρχής, ενώ σε κάποια άλλα να έχουν επιβληθεί διάφορα προληπτικά μέτρα για την προστασία του κοινωνικού συνόλου.

Τέτοια περιοριστικά μέτρα έχουν λάβει σήμερα όλες οι χώρες του κόσμου υπό την έννοια ότι η κάθε ευνομούμενη πολιτεία δικαιούται και οφείλει να επεμβαίνει προς ρύθμιση των όρων της άσκησης των διαφόρων επαγγελμάτων και ιδίως των εργατικών. Οι επεμβάσεις αυτές εκδηλώνονται με σχετική νομοθεσία καλούμενη εργατική νομοθεσία με την οποία ορίζονται οι όροι και προϋποθέσεις της άσκησης εργασίας κατ΄ επάγγελμα, εργασία ανηλίκων, εργασία γυναικών, εβδομαδιαία ανάπαυση, χρόνο εργασίας, υποχρεώσεις εργοδοτών και εργαζομένων, ασφάλιση αυτών, πιστοποίηση γνώσεων και πλείστα άλλα θέματα που αφορούν την επαγγελματική προστασία γενικότερα.

Στη σύγχρονη εποχή το φάσμα της επαγγελματικής δράσης περιλαμβάνει και αναλύεται σ΄ ένα τεράστιο αριθμό βιοποριστικών δραστηριοτήτων, όπου αρχικά αυτές διακρίνονται σε νόμιμες και παράνομες. Αυτομάτως οι παράνομες, υπό τη "στενή" έννοια του όρου δεν είναι επαγγέλματα, με συνέπεια να διώκονται ως παράνομες πράξεις, εγκλήματα, π.χ. λαθρεμπόριο, μαστροπεία κ.λπ. Αλλά και οι νόμιμες όταν σημειώσουν παρεκκλίσεις καθίστανται παράνομες. Αυτές οι περιπτώσεις εξετάζονται ιδιαίτερα από την εγκληματολογία και κολάζονται από τον ποινικό κώδικα.

(Κλειστό ~)το επάγγελμα που η απόκτηση άδειας για την άσκηση του υπόκειται σε αυστηρούς εθιμικούς ή νομικούς περιορισμούς.

Ταξινόμηση επαγγελμάτων

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ταξινόμηση των επαγγελμάτων, που δεν θα πρέπει να συγχέεται με την επαγγελματική διάρθρωση, γίνεται είτε κατά χώρα με σύστημα που προβλέπει η εσωτερική νομοθεσία, είτε ακολουθώντας κάποια διεθνή "πρότυπα συστημάτων ταξινόμησης επαγγελμάτων", προκειμένου να καλύπτονται ανάγκες ομοιομορφίας και αντιστοιχίας με προεκτάσεις ενιαίας αναγνώρισης, πιστοποιητικών, αμοιβών κ.λπ.
Τέτοια πρότυπα ταξινόμησης επαγγελμάτων έχουν εκπονηθεί και χρησιμοποιούνται σε πολλές χώρες όπως Αγγλία, ΗΠΑ, Καναδά, Ισπανία αλλά και σε χώρες της Ασίας όπως Σιγκαπούρη κ.ά. Σύμφωνα με αυτά τα πρότυπα τα διάφορα επαγγέλματα κατατάσσονται σε βασικές - γενικές κατηγορίες των οποίων αποτελούν μέρη.

Η ταξινόμηση των βασικών κατηγοριών και η επιμέρους σ΄ αυτές κατάταξη των διαφόρων επαγγελμάτων είναι ιδιαίτερα σημαντική δεδομένου ότι με τον τρόπο αυτό παρέχεται η δυνατότητα της άμεσης παρακολούθησης, μελέτης και εξαγωγής συγκρίσιμων δεδομένων που αφορούν ιδιαίτερα την αγορά εργασίας, τις εργασιακές σχέσεις, προγράμματα εκπαίδευσης και σταδιοδρομίας, δημιουργία νέων επαγγελμάτων, καθώς και πολλά άλλα θέματα που αφορούν ασφάλεια, σύνταξη κ.λπ.

Η αναγνώριση και ταξινόμηση των επαγγελμάτων λόγω του οικονομικού χαρακτήρα γίνεται από το υπουργείο Οικονομικών σε συνεργασία με αρμόδια υπουργεία κατά αντικείμενο, Εργασίας, Γεωργίας, Εμπορίου, Βιομηχανίας, Ναυτιλίας, Παιδείας κ.λπ.

Επαγγελματική κοινωνιολογία

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όλα τα θέματα που αφορούν τα κοινωνικά χαρακτηριστικά των επαγγελμάτων εξετάζονται και μελετώνται από ιδιαίτερο κλάδο της Κοινωνιολογίας καλούμενος Επαγγελματική κοινωνιολογία ή Κοινωνιολογία των επαγγελμάτων.

  • "Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια" τομ.ΙΑ΄,σελ.293.
  • "Λεξικό Κοινωνικών Επιστημών ΟΥΝΕΣΚΟ" τομ.2ος, σελ.253.

Περαιτέρω ανάγνωση

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]