Χρήστης:JonurWiki/πρόχειρο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ναντσίνγκ, Κίνα, 1937/1938
Κινέζοι αιχμάλωτοι θάβονται ζωντανοί από Ιάπωνες στρατιώτες κατά τη διάρκεια του Βιασμού του Νανκίνγκ.

Τα Ιαπωνικά εγκλήματα πολέμου συνέβησαν σε πολλές χώρες της Ασίας και του Ειρηνικού κατά τη διάρκεια του «Ιαπωνικού ιμπεριαλισμού», κυρίως κατά τη διάρκεια του Β΄ Σινοϊαπωνικού Πολέμου και του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Κάποια από τα περιστατικά έχουν επίσης ονομαστεί ως «Ασιατικό Ολοκαύτωμα»[1] και «Ιαπωνικές στρατιωτικές θηριωδίες».[2][3][4] Κάποια από τα εγκλήματα πολέμου διαπράχθηκαν από το στρατό της Ιαπωνικής Αυτοκρατορίας στα τέλη του 19ου αιώνα, αν και τα περισσότερα διαπράχθηκαν στο πρώτο μέρος της «Εποχής Σόβα» (Ιαπωνικά: 昭和時代, Shōwa jidai), όπως ονομάστηκε η βασιλεία του Αυτοκράτορα Χιροχίτο, έως την στρατιωτική ήττα της Ιαπωνίας το 1945.

Ιστορικοί και κυβερνήσεις κάποιων χωρών θεωρούν τις Αυτοκρατορικές Ιαπωνικές Στρατιωτικές Δυνάμεις, πρώην Ιαπωνικό Αυτοκρατορικό Στρατό, το Αυτοκρατορικό Ιαπωνικό Ναυτικό και την Ιαπωνική Αυτοκρατορική οικογένεια, ειδικά τον Αυτοκράτορα Χιροχίτο, υπεύθυνους για τις δολοφονίες και άλλα εγκλήματα που διαπράχθηκαν εναντίον εκατομμυρίων αμάχων και αιχμάλωτων πολέμου.[5][6][7][8][9] Κάποιοι Ιάπωνες στρατιώτες έχουν παραδεχθεί ότι διέπρεξαν αυτά τα εγκλήματα.[10] Οι αεροπόροι της Αυτοκρατορικής Ιαπωνικής Εναέριας Στρατιωτικής Υπηρεσίας και της Αυτοκρατορικής Ιαπωνικής Ναυτικής Εναέριας Υπηρεσίας δεν συμπεριλήφθηκαν ως εγκληματίες πολέμου, καθώς δεν υπήρχε θετικό ή εθιμικό διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο που να απαγορεύει τις παράνομες συμπεριφορές των εναέριων πολεμικών επιχειρήσεων πριν και κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η Αυτοκρατορική Ιαπωνική Εναέρια Στρατιωτική Υπηρεσία έλαβε συμμετοχή σε χημικές και βιολογικές επιθέσεις σε εχθρικούς υπηκόους κατά τη διάρκεια του Β΄ Σινοϊαπωνικού Πολέμου και του του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, και η χρήση τέτοιων όπλων στον πόλεμο ήταν γενικά απαγορευμένη από τις διεθνείς συμφωνίες που υπογεγραμμένες και από την Ιαπωνία, όπως οι «Συμβάσεις της Χάγης» των 1899 («Α΄ Συνδιάσκεψις της ειρήνης του 1899») και 1907 («Β΄ Συνδιάσκεψις της ειρήνης του 1907»), οι οποίες απαγόρευσαν τη χρήση του «δηλητηρίου ή δηλητηριασμένων όπλων» στον πόλεμο.[11][12]

Από τη δεκαετία του ΄50, ανώτεροι αξιωματούχοι της Ιαπωνικής κυβέρνησης έχουν εκφράσει πολυάριθμες απολογίες για τα εγκλήματα πολέμου της χώρας τους. Το Υπουργείο Εξωτερικών Υποθέσεων της Ιαπωνίας αναφέρει ότι η χώρα αναγνωρίζει το ρόλο της στην πρόκληση «τεράστιων καταστροφών και δεινών» κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ιδίως σε σχέση με την είσοδο του Ιαπωνικού Αυτοκρατορικού Στρατού στην πόλη Ναντσίνγκ, κατά τη διάρκεια της οποίας οι Ιάπωνες στρατιώτες σκότωσαν ένα μεγάλο αριθμό αμάχων και άσκησαν λεηλασίες και βιασμούς.[13] Κάποια μέλη του Ιαπωνικού Φιλελεύθερου Δημοκρατικού Κόμματος (Ιαπωνικά: 自由民主党, Jiyū-Minshutō) στην Ιαπωνική κυβέρνηση, όπως ο πρώην πρωθυπουργός Γιουνισίρο Κοϊζούμι και ο νυν πρωθυπουργός Σίνζο Άμπε έχουν προσευχηθεί στο Βωμό Γιασουκούνι (Ιαπωνικά: 靖国神社 ή 靖國神社, Yasukuni Jinja), ο οποίος περιλαμβάνει στους τιμώμενους πεσόντες πολέμου και καταδικασμένους εγκληματίες πολέμου Α΄ κλάσης. Σε κάποια σχολικά βιβλία Ιστορίας στην Ιαπωνία υπάρχουν μόνο σύντομες αναφορές στα διάφορα εγκλήματα πολέμου,[14] ενώ μέλη του Φιλελεύθερου Δημοκρατικού Κόμματος, όπως ο Σίνζο Άμπε, έχουν αρνηθεί κάποιες από τις φρικαλεότητες, όπως τη συμμετοχή της κυβέρνησης στην απαγωγή γυναικών για να χρησιμοποιηθούν ως «γυναίκες ανακούφισης» (ακούσια πόρνες).[10][15] Εκτός από το ιαπωνικό στρατιωτικό και πολιτικό προσωπικό, οι Αρχές των Συμμάχων διαπίστωσαν επίσης ότι Κορεάτες και Ταϊβανέζοι, που υπηρετούσαν στις δυνάμεις της Ιαπωνικής Αυτοκρατορίας διαπράξαν εγκλήματα πολέμου.

Ορισμοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ζουσόου, Κίνα, 1938
Λάκος γεμάτος με πτώματα Κινέζων αμάχων, σκοτωμένων από Ιάπωνες στρατιώτες.
Τιεντζίν, Κίνα, 5 Σεπτεμβρίου 1937
Ιαπωνική εκπαίδευση με ξιφολόγχη πάνω σε νεκρούς Κινέζους.

Τα εγκλήματα πολέμου καθορίστηκαν στο «Καταστατικό του Διεθνούς Στρατιωτικού Δικαστηρίου για την Άπω Ανατολή» (Αγγλικά: «International Military Tribunal for the Far East Charter» ή «IMTFE Charter» ή «Tokyo Charter») υπό τον Ντάγκλας Μακάρθουρ ως «παραβιάσεις των νόμων ή θεσμών του πολέμου»,[16] το οποίο περιλαμβάνει εγκλήματα σε βάρος εχθρικών στρατιωτικών και αμάχων.[17] Τα εγκλήματα περιλάμβαναν, επίσης, εσκεμμένες επιθέσεις σε αμάχους και περιουσίες ουδέτερων κρατών, καθώς υπάγονται στην κατηγορία των μη-στρατιωτικών, όπως η επίθεση στο Περλ Χάρμπορ.[18] Το στρατιωτικό προσωπικό τις Ιαπωνικής Αυτοκρατορίας έχει κατηγορηθεί ή καταδικαστεί για τη διάπραξη πολλών τέτοιων πράξεων κατά τη διάρκεια του ιαπωνικού ιμπεριαλισμού από τα τέλη του 19ου έως τα μέσα του 20ου αιώνα. Έχουν κατηγορηθεί για τη διεξαγωγή μιας σειράς παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων εναντίον αμάχων και αιχμαλώτων πολέμου σε όλη την Ανατολική Ασία και τη δυτική περιοχή του Ειρηνικού. Αυτά τα γεγονότα έφθασαν στο ζενίθ τους κατά τη διάρκεια του Β΄ Σινοϊαπωνικού Πολέμου (1937-1945) και των επιχειρήσεων στην Ασία και στον Ειρηνικό του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου (1941-1945). Εκτός από το ιαπωνικό πολιτικό και στρατιωτικό προσωπικό, Κορεάτες και της Ταϊβανέζοι, οι οποίοι αναγκάστηκαν να υπηρετήσουν στο στρατό της Ιαπωνικής Αυτοκρατορίας βρέθηκαν επίσης να έχουν διαπράξει εγκλήματα πολέμου, ως μέρος του Ιαπωνικού Αυτοκρατορικού Στρατού.[19][20]

Διεθνής και Ιαπωνική νομοθεσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ιαπωνία δεν είχε υπογράψει την «Τρίτη Σύμβαση της Γενεύης» για τη μεταχείριση των αιχμαλώτων πολέμου (1929), εκτός από τη Σύμβαση της Γενεύης για τη μεταχείρηση αρρώστων και τραυματιών (1929),[21] αν και το 1942 υποσχέθηκε να συμμορφωθεί με τους όρους της.[22] Τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν, επίσης, εμπίπτουν και υπό άλλες πτυχές της διεθνούς και την ιαπωνικής νομοθεσίας. Για παράδειγμα, πολλά από τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν από Ιάπωνες κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου παραβίαζαν την ιαπωνική στρατιωτική νομοθεσία, και παραπέμφθηκαν σε στρατοδικείο, όπως απαιτούνταν από τον νόμο.[23] Η Ιαπωνία παραβίασε επίσης τις διεθνείς συμφωνίες που είχαν υπογραφεί από την ίδια, συμπεριλαμβανομένων διατάξεων των «Συμβάσεων της Χάγης» των 1899 και 1907, όπως προστασία των αιχμαλώτων πολέμου και την απαγόρευση της χρήσης χημικών όπλων, την «Αναγκαστική Σύμβαση Εργασίας» του 1930 που απαγόρευε την καταναγκαστική εργασία, τη «Διεθνή Σύμβαση» του 1921 για την καταστολή της διακίνησης γυναικών και παιδιών που απαγορεύε την εμπορία ανθρώπων, καθώς και άλλες συμφωνίες.[24][25] Η Ιαπωνική κυβέρνηση είχε, επίσης, υπογράψει το Σύμφωνο του Παρισιού («Σύμφωνο Κέλογκ-Μπρίαντ» ή «Γενική Συνθήκη για την Παραίτηση του Πολέμου ως Μέσου της Εθνικής Πολιτικής») το 1929, καθιστώντας έτσι τις δράσεις της την περίοδο 1937-1945 υποκείμενες σε κατηγορίες για εγκλήματα κατά της ειρήνης,[26] μια κατηγορία που θεσπίστηκε στο πλαίσιο των «δικών του Τόκιο» για τη δίωξη εγκληματιών πολέμου Α΄ κλάσης. Οι εγκληματίες πολέμου Β΄ κλάσης ήταν εκείνοι όπου κρίνονταν ένοχοι για εγκλήματα πολέμου αυτά καθ' αυτά, και Γ΄ κλάσης εγκληματίες πολέμου ένοχοι για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Η ιαπωνική κυβέρνηση αποδέχθηκε επίσης τους όρους που έθεσε η «Διακήρυξη του Πότσδαμ» το 1945 (μέρος της διάσκεψης του Πότσδαμ) μετά το τέλος του πολέμου, συμπεριλαμβανομένης της διάταξης του «Άρθρου 10» της τιμωρίας για «όλους τους εγκληματίες πολέμου, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που έχουν πράξει ωμότητες στους φυλακισμένους μας».

Η Ιαπωνική νομοθεσία δεν καθορίζει όσους έχουν καταδικαστεί στις προ-1945 δίκες ως εγκληματίες, παρά το γεγονός ότι οι κυβερνήσεις της Ιαπωνίας έχουν αποδεχθεί τις αποφάσεις που λήφθηκαν στις δίκες και στη «Συνθήκη του Σαν Φρανσίσκο» («Συνθήκη της ειρήνης με την Ιαπωνία», Ιαπωνικά: サンフランシスコ講和条約, San-Furansisuko kōwa-Jōyaku) το 1952. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η Συνθήκη δεν αναφέρει τη νομική εγκυρότητα του δικαστηρίου. Αν η Ιαπωνία είχε πιστοποιήσει το νομικό κύρος των δικαστηρίων για τα εγκλήματα πολέμου στη «Συνθήκη του Σαν Φρανσίσκο», τα εγκλήματα πολέμου θα είχαν γίνει ανοιχτά προς έφεση και ανατροπή στα ιαπωνικά δικαστήρια. Αυτό θα ήταν απαράδεκτο στους διεθνείς διπλωματικούς κύκλους. Ο πρωθυπουργός της Ιαπωνίας, Σίνζο Άμπε, έχει υποστηρίξει τη θέση ότι η Ιαπωνία δέχθηκε το δικαστήριο του Τόκιο και τις αποφάσεις του ως προϋπόθεση για τον τερματισμό του πολέμου, αλλά ότι οι ετυμηγορίες του δεν έχουν καμία σχέση με την εγχώρια νομοθεσία. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, όσοι έχουν καταδικαστεί για εγκλήματα πολέμου δεν είναι εγκληματίες κάτω από την ιαπωνική νομοθεσία.[27]

Ιστορική και γεωγραφική επέκταση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έξω από την Ιαπωνία, διαφορετικές κοινωνίες χρησιμοποιούν ευρέως διαφορετικά χρονοδιαγράμματα για τον καθορισμό των ιαπωνικών εγκλημάτων πολέμου. Για παράδειγμα, η προσάρτηση της Κορέας από την Ιαπωνία το 1910 («Συνθήκη Ιαπωνίας-Κορέας» του 1910 ή «Συνθήκη Προσάρτησης Ιαπωνίας Κορέας» του 1910)[28] επιβλήθηκε από τον Ιαπωνικό Στρατό και η κοινωνία της Κορεάτικης Δυναστείας Γι μετέβη στο πολιτικό σύστημα της Ιαπωνικής Αυτοκρατορίας. Έτσι, η Βόρεια και η Νότια Κορέα αναφέρουν ως «ιαπωνικά εγκλήματα πολέμου» τα γεγονότα που συμβαίνουν κατά τη διάρκεια της περιόδου της Κορέας υπό ιαπωνική κυριαρχία. Συγκριτικά, η Δύση δεν ενεπλάκη πολεμικά με την Ιαπωνία μέχρι το 1941. Έτσι, οι βορειοαμερικανοί, οι Αυστραλοί, οι κάτοικοι της Νοτιοανατολικής Ασίας και οι ευροπαίοι αναφέρουν ως «ιαπωνικά εγκλήματα πολέμου», γεγονότα που συνέβησαν κατά τη διάρκεια της περιόδου 1941-1945.[29][30][31][32][33][34]

Τα ιαπωνικά εγκλήματα πολέμου δεν πράττονταν πάντοτε από ιαπωνικό εθνικό προσωπικό. Μια μικρή μειοψηφία ανθρώπων σε κάθε χώρα της Ασίας και του Ειρηνικού, στην οποία εισέβαλε ή καταλάμβανε η Ιαπωνία συνεργαζόταν με τον ιαπωνικό στρατό, ή ακόμα και υπηρέτησε σε αυτό, για διάφορους λόγους, όπως η οικονομική δυσπραγία, ο εξαναγκασμός, ή η αντιπάθεια προς άλλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.[35]

Η κυριαρχία της Ιαπωνίας στην Κορέα και την Φορμόζα στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα, αναγνωρίστηκε από διεθνής συμφωνίες, όπως η «Συνθήκη του Σιμονοσέκι» του 1895 και η «Συνθήκη Προσάρτησης Ιαπωνίας Κορέας» του 1910, και θεωρήθηκαν τότε αναπόσπαστα μέρη της Ιαπωνικής Αυτοκρατορίας. Σύμφωνα με το σημερινό διεθνές δίκαιο, υπάρχει μια πιθανότητα η «Συνθήκη Προσάρτησης Ιαπωνίας Κορέας» να ήταν παράνομη, καθώς δεν ζητήθηκε η γνώμη των ιθαγενών πληθυσμών, υπήρχε ένοπλη αντίσταση στις προσαρτήσεις της Ιαπωνίας, και τα εγκλήματα πολέμου μπορεί επίσης να έχουν διαπραχθεί κατά τη διάρκεια των εμφυλίων πολέμων.[36]

Παρασκήνιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τσανγκζού, Κίνα, 12 Δεκεμβρίου 1937
Οι δυο Ιάπωνες αξιωματικοί, Τοσιάκι Μουκάι και Τσουγιόσι Νόντα, διαγωνίζονται για το ποιός θα μπορούσε να σκοτώσει πρώτος με σπαθί εκατό ανθρώπους. Ο τονισμένος τίτλος γράφει: «Απίστευτο Ρεκόρ. Στο Διαγωνισμό Κοψίματος 100 ανθρώπων, ο Μουκάι με 106 και ο Νόντα νε 105, και οι δυο Ανθυπολοχαγοί πηγαίνουν στην παράταση».

Στρατιωτική κουλτούρα και ιμπεριαλισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η στρατιωτική κουλτούρα, ειδικά κατά τη διάρκεια της ιμπεριαλιστικής φάσης της Ιαπωνίας έπαιξε μεγάλο ρόλο στη διαμόρφωση της συμπεριφοράς των Ιαπώνων στρατιωτικών, πριν και κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Μετά τη «Μεταρρύθμιση Μεϊτζί» και την κατάρρευση του Σογκουνάτου Τοκουγκάβα, ο Αυτοκράτορας της Ιαπωνίας έγινε το επίκεντρο της στρατιωτικής πίστης. Κατά τη διάρκεια της λεγόμενης «Εποχής της Αυτοκρατορίας» στα τέλη του 19ου αιώνα, η Ιαπωνία ακολούθησε το προβάδισμα των άλλων παγκόσμιων δυνάμεων για την ανάπτυξη μιας αυτοκρατορίας, στόχο που επιδίωξε επιθετικά.[37]

Σε αντίθεση με πολλές άλλες μεγάλες δυνάμεις, η Ιαπωνία δεν είχε υπογράψει την «Τρίτη Σύμβαση της Γενεύης» για τη μεταχείριση των αιχμαλώτων πολέμου (1929), η οποία ήταν η έκδοση της «Σύμβασης της Γενεύης», που κάλυπτε την μεταχείριση των αιχμαλώτων πολέμου κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.[38] Παρ' όλα αυτά, η Ιαπωνία επικύρωσε τις «Συμβάσεις της Χάγης» των 1899 και 1907, οι οποίες περιείχαν διατάξεις για τους αιχμαλώτους πολέμου και μια Αυτοκρατορική Προκύρηξη του 1894 δήλωνε ότι οι ιάπωνες στρατιώτες θα πρέπει να καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να κερδίσουν τον πόλεμο χωρίς να παραβιάζουν τη διεθνή νομοθεσία.[39] Σύμφωνα με τον ιστορικό Γιούκι Τανάκα (Ιαπωνικά: 田中 利幸, Tanaka Toshiyuki), οι ιαπωνικές δυνάμεις κατά τη διάρκεια του Α΄ Σινοϊαπωνικού Πολέμου, ελευθέρωσε 1.790 Κινέζους κρατούμενους αβλαβείς, από τη στιγμή που υπέγραψαν συμφωνία να μην ξαναπολεμήοσυν εναντίον της Ιαπωνίας.[40] Μετά το Ρωσοϊαπωνικό Πόλεμο (1904-1905), όλοι οι 79.367 αιχμάλωτοι από τη Ρωσική Αυτοκρατορία αφέθηκαν ελεύθεροι και πληρώθηκαν για την εκτέλεση εργασιών, σύμφωνα με τη «Σύμβαση της Χάγης».[40] Ομοίως, η συμπεριφορά του ιαπωνικού στρατού κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου (1914-1918) ήταν τουλάχιστον τόσο ανθρώπινη όσο αυτή των άλλων στρατών, έχοντας και κάποιους γερμανούς αιχμαλώτους πολέμου, να βρίσκουν τον τρόπο ζωής της Ιαπωνίας τόσο ευχάριστο, όπου έμειναν και εγκαταστάθηκαν εκεί μετά τον πόλεμο.[41][42]

Τα γεγονότα του `30 και του `40[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα τέλη του `30, η αύξηση του μιλιταρισμού στην Ιαπωνία δημιούργησε τουλάχιστον επιφανειακές ομοιότητες μεταξύ της ευρύτερης ιαπωνικής στρατιωτικής κουλτούρας και αυτής του στρατιωτικού προσωπικού της Ναζιστικής Γερμανίας, όπως των Waffen-SS. Η Ιαπωνία είχε επίσης στρατιωική μυστική αστυνομία μέσα στον Ιαπωνικό Αυτοκρατορικό Στρατό, γνωστή ως «Κενπεϊτάι» (Ιαπωνικά: 憲兵隊, Kenpeitai), η οποία είχε πολλές ομοιότητες με την Ναζιστική Γκεστάπο στο ρόλο της στις προσαρτημένες και κατεχόμενες χώρες, αλλά υπήρχε για σχεδόν μια δεκαετία πριν από την γέννηση του Χίτλερ.[43] Εάν γινόταν αντιληπτή κάποια αδυναμία ή ανεπαρκής αφοσίωση στον Αυτοκράτορα, υπήρχε τιμωρία, συχνά σωματικής φύσης.[44] Στο στρατό, οι αξιωματικοί συχνά επετίθεντο και χτυπούσαν τους υπαξιωματικούς τους, οι οποίοι θα μετέφεραν τους ξυλοδαρμούς στα χαμηλότερα αξιώματα, μέχρι το τελευταίο. Στα στρατόπεδα συγκέντρωσης αιχμαλώτων πολέμου, αυτό σήμαινε ότι οι αιχμάλωτοι ήταν αυτοί που λάμβαναν τους χειρότερους ξυλοδαρμούς,[45] εν μέρει με την πεποίθηση ότι αυτές οι ποινές ήταν απλώς η σωστή τεχνική για την αντιμετώπιση της ανυπακοής.[44]

Εγκλήματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ιαπωνικός στρατός τις δεκαετίες του `30 και του `40 συχνά συγκρίνεται με το στρατό της Ναζιστικής Γερμανίας της περιόδου 1933-1945, λόγω της μεγάλης κλίμακας δεινών. Μεγάλο μέρος της διαμάχης σχετικά με το ρόλο της Ιαπωνίας στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο περιστρέφεται γύρω από τα ποσοστά θανάτου των αιχμαλώτων πολέμου και αμάχων υπό ιαπωνική κατοχή. Ο ιστορικός Τσάλμερς Τζόνσον (Chalmers Ashby Johnson, *6 Αυγούστου 1931 – †20 Νοεμβρίου 2010) έχει γράψει ότι:

Μπορεί να είναι μάταιο να προσπαθήσει να καθορίσει κάποιος, ποιά Δύναμη του Άξονα στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Γερμανία ή Η Ιαπωνία, ήταν η πιο σκληρή στους λαούς που θυματοποιούσε. Οι Γερμανοί σκότωσαν 6 εκατομμύρια εβραίους και 20 εκατομμύρια Ρώσους (Σοβιετικούς). Οι Ιάπωνες σφάγιασαν 30 εκατομμύρια Φιλιππινέζους, Μαλαισιανούς, Βιετναμέζους, Καμποτζιανούς, Ινδονήσιους και Βιρμανούς, τουλάχιστον 23 εκατομμύρια εκ των οποίων ήταν Κινέζοι. Και τα δύο έθνη λεηλάτησαν τις χώρες που κατέκτησαν σε μνημειώδη κλίμακα, αν και η Ιαπωνία λεηλάτησε περισσότερο και για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από τους Ναζί. Και οι δύο κατακτητές υποδούλωσαν εκατομμύρια και εκμεταλλευόταν τους αιχμαλώτους με καταναγκαστική εργασία - και στην περίπτωση των Ιαπώνων, εκπόρνευαν γυναίκες για τα στρατεύματα της πρώτης γραμμής. Αν ήσουν αιχμάλωτος πολέμου των Ναζί από το Ηνωμένο Βασίλειο, τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Αυστραλία, τη Νέα Ζηλανδία ή τον Καναδά (αλλά όχι από τη Ρωσία), αντιμετώπιζες 4% πιθανότητα να μην επιβίωνες τον πόλεμο. Συγκριτικά, η θνησιμότητα των Συμμαχικών αιμαλώτων πολέμου από τους Ιάπωνες ήταν σχεδόν 30%.
Τσάλμερς Τζόνσον, «Η λεηλασία της Ασίας»[46]


Σύμφωνα με τα ευρύματα του «Διεθνούς Στρατιωτικού Δικαστηρίου της Άπω Ανατολής» (Αγγλικά: «International Military Tribunal for the Far East» ή «IMTFE»), το ποσοστό θανάτων μεταξύ των αιχμαλώτων πολέμου από τις χώρες της Ασίας, που κρατούνταν από την Ιαπωνία ήταν 27,1%.[47] Το ποσοστό θανάτου των Κινέζων αιχμαλώτων πολέμου ήταν πολύ υψηλότερο, επειδή οι περιορισμοί του Διεθνούς Δικαίου σχετικά με την μεταχείρηση των εν λόγω κρατουμένων είχαν αφαιρεθεί, στο πλαίσιο μιας οδηγίας επικυρωμένης στις 5 Αυγούστου 1937 από τον Αυτοκράτορα Χιροχίτο.[48] Μόνο 56 Κινέζοι αιχμάλωτοι πολέμου αφέθηκαν ελεύθεροι μετά την παράδοση της Ιαπωνίας.[49] Μετά τις 20 Μαρτίου 1943, το Ιαπωνικό Ναυτικό είχε διαταγές να εκτελεί όλους τους κρατουμένους που λαμβάνονται στη θάλασσα.[50] Περίπου 1.536 άμαχοι από τις Η.Π.Α. σκοτώθηκαν ή έχασαν τη ζωή τους από την κακοποίηση και κακομεταχείριση στα ιαπωνικά στρατόπεδα κράτησης στην Άπω Ανατολή. Συγκριτικά, 883 άμαχοι από τις Η.Π.Α. σκοτώθηκαν σε γερμανικά στρατόπεδα κράτησης στην Ευρώπη.[34]

Περλ Χάρμπορ, Μαλάγια, Σιγκαπούρη και Χονγκ Κονγκ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Περλ Χάρμπορ, 7 Δεκεμβρίου 1941
Το Θωρηκτό «Αριζόνα» φλέγεται κατά τη διάρκεια της Ιαπωνικής αεροπορικής επίθεσης στο Περλ Χάρμπορ.
Περλ Χάρμπορ, 7 Δεκεμβρίου 1941
Το Θωρηκτό «Γουέστ Βιρτζίνια» βαριά κτυπημένο κατά τη διάρκεια της Ιαπωνικής αεροπορικής επίθεσης στο Περλ Χάρμπορ. Θα βυθιστεί λίγο αργότερα.

Το «Άρθρο 1» της «Σύμβασης της Χάγης» του 1907, «3. Η Έναρξη των Εχθροπραξιών» (Αγγλικά: «III – The Opening of Hostilities»), απαγόρευε την έναρξη των εχθροπραξιών εναντίον ουδέτερων δυνάμεων «χωρίς να προηγείται ρητή προειδοποίηση, με τη μορφή είτε της αιτιολογημένης δήλωσης πολέμου ή τελεσίγραφο με όρους κήρυξης πολέμου» και το «Άρθρο 2» ανέφερε επίσης ότι «[η] ύπαρξη της κατάστασης πολέμου πρέπει να κοινοποιείται στις ουδέτερες Δυνάμεις, χωρίς καθυστέρηση, και δεν πρέπει να πραγματοποιηθεί με αυτές έως ότου ληφθεί γνωστοποίηση, η οποία μπορεί να δοθεί τηλεγραφικά». Οι Ιάπωνες διπλωμάτες ήθελαν να παραδώσουν την ειδοποίηση προς τις Ηνωμένες Πολιτείες τριάντα λεπτά πριν από την επίθεση στο Περλ Χάρμπορ στις 7 Δεκεμβρίου 1941, αλλά παραδόθηκε στην Κυβέρνηση των Η.Π.Α. μια ώρα μετά το τέλος της επίθεσης. Το Τόκιο μετέδοσε την ειδοποίηση των 5.000 λέξεων (γνωστή ως το «Μήνυμα των 14 Μερών», Αγγλικά: «14-Part Message») σε δυο τμήματα στην Ιαπωνική Πρεσβεία στην Ουάσινγκτον, αλλά η καταγραφή του μηνύματος πήρε πάρα πολύ χρόνο και ο Ιάπωνας Πρέσβης δεν μπόρεσε να το παραδώσει νωρίς.[51] Το «Μήνυμα των 14 Μερών» σχετιζόταν στην πραγματικότητα με την αποστολή ενός μηνύματος σε αμερικανούς αξιωματούχους ότι οι ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις μεταξύ της Ιαπωνίας και των Η.Π.Α. ήταν πιθανό να τερματιστούν, και δεν ήταν κήρυξη πολέμου. Στην πραγματικότητα, οι Ιάπωνες αξιωματούχοι γνώριζαν πολύ καλά ότι το μήνυμα δεν ήταν μια σωστή δήλωση πολέμου, όπως απαιτούνταν από τη «Σύμβαση της Χάγης» του 1907, «3. Η Έναρξη των Εχθροπραξιών». Αποφάσισαν να μην εκδώσουν κατάλληλη κήρυξη πολέμου, καθώς φοβούνταν ότι κάτι τέτοιο θα προκαλούσε πιθανή διαρροή πληροφοριών της μυστικής επιχείρησης στους Αμερικανούς.[52][53] Κάποιοι συνωμοσιολόγοι πιστεύουν ότι ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Φραγκλίνος Ρούζβελτ πρόθυμα επίτρεψε την επίθεση να λάβει χώρα, προκειμένου να δημιουργήσει ένα πρόσχημα πολέμου, αλλά δεν υπάρχει κανένα αξιόπιστο στοιχείο που να υποστηρίζει αυτόν τον ισχυρισμό.[54][55][56] Την επομένη της επίθεσης στο Περλ Χάρμπορ, η Ιαπωνία κύρηξε τον πόλεμο στις Η.Π.Α. και οι Η.Π.Α. κύρηξαν τον πόλεμο στην Ιαπωνία προς απάντησή τους.

Ταυτόχρονα με το βομβαρισμό του Περλ Χάρμπορ στις 7 Δεκεμβρίου 1941, η Ιαπωνία εισέβαλλε στις Βρετανικές αποικίες της Μαλάγια (Μαλαισία) και βομβάρισε τη Σιγκαπούρη και το Χονγκ Κονγκ, χωρίς κήρυξη πολέμου ή αποστολή τελεσίγραφου. Τόσο οι Η.Π.Α., όσο και η Βρετανία ήταν ουδέτερες όταν η Ιαπωνία επιτέθηκε στα εδάφη τους χωρίς ρητή προειδοποίηση κατάστασης πολέμου.[57][58]

Οι Η.Π.Α. καταχώρησαν όλους τους 3.649 στρατιωτικούς και πολίτες και τις καταστροφές στρατιωτικής περιουσίας στο Περλ Χάρμπορ ως αμάχους, αφού δεν υπήρχε εμπόλεμη κατάσταση μεταξύ των Η.Π.Α. και της Ιαπωνίας όταν εκδηλώθηκε η επίθεση, όπως έκανε αργότερα για τα θύματα των βομβαρδισμών των Στραποδέων της Βηρυτού το 1983, των Πύργων Κομπάρ στη Σαουδική Αραβία το 1996, της Πρεσβείας των Η.Π.Α. στο Ναϊρόμπι και το Νταρ ες Σαλάμ το 1998, του Θωρηκτού «Κόουλ» («USS Cole») και των επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου 2001.[59][60][61] Ο Τζόζεφ Μπ. Κήναν (Joseph B. Keenan, *11 Ιανουαρίου 1888 - †8 Δεκεμβρίου 1954), ο γενικός εισαγγελέας στις «Δίκες του Τόκιο», λέει ότι η επίθεση στο Περλ Χάρμπορ συνέβη όχι μόνο χωρίς κήρυξη πολέμου, αλλά και ήταν μια ύπουλη και δόλια πράξη. Στην πραγματικότητα, η Ιαπωνία και οι Η.Π.Α. εξακολουθούσαν να διαπραγματεύονται για μια πιθανή ειρηνευτική συμφωνία, η οποία διατηρούσε απασχολημένου τους Αμερικανούς αξιωματούχους, όταν τα ιαπωνικά αεροπλάνα βομβάρδισαν το Περλ Χάρμπορ. Ο Κήναν εξήγησε τον ορισμό ενός επιθετικού πολέμου και της εγκληματικότητας της επίθεσης στο Περλ Χάρμπορ:

Η έννοια του επιθετικού πολέμου δεν μπορεί να εκφραστεί με την ακρίβεια ενός επιστημονικού τύπου, ή να περιγραφεί σαν τα αντικειμενικά δεδομένα των φυσικών επιστημών. Ο επιθετικός πόλεμος δεν είναι εξ ολοκλήρου ένα φυσικό γεγονός που πρέπει να παρατηρείται και να ορίζεται σαν τη λειτουργία των νόμων της ύλης. Πρόκειται μάλλον για μια δραστηριότητα που αποτελεί αδικία μεταξύ των εθνών, αυξάνεται το επίπεδο της εγκληματικότητας, λόγω των καταστροφικών συνεπειών του στο κοινό συμφέρον της διεθνούς κοινωνίας. Η αδικία ενός επιθετικού πολέμου είναι εγκληματική ακραίων γρόσια του, θεωρείται τόσο από την άποψη της βούλησης του επιτιθέμενου να προκαλέσουν τραυματισμό και από τα κακά αποτελέσματα που απορρέουν ... άδικο πόλεμο είναι απλά εγκλήματα και όχι απλά αδικοπραξίες ή παραβιάσεις των συμβάσεων. Η πράξη περιλαμβάνει την εκούσια, εσκεμμένη και παράλογη καταστροφή της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας και ιδιοκτησίας, θέμα το οποίο έχει θεωρηθεί ως εγκληματική από τους νόμους όλων των πολιτισμένων λαών ... Η επίθεση στο Περλ Χάρμπορ παραβιάσει το Σύμφωνο Kellogg-Briand και της Χάγης Σύμβαση ΙΙΙ. Επιπλέον, παραβιάζεται το άρθρο 23 του παραρτήματος της Σύμβασης της Χάγης IV, του Οκτώβρη του 1907 ... Αλλά η επίθεση του Περλ Χάρμπορ δεν έκανε μόνος του αποτέλεσμα στη δολοφονία και τη σφαγή χιλιάδων ανθρώπων. Δεν που θα καταλήξουμε μόνο στην καταστροφή της περιουσίας. Ήταν μια ξεκάθαρη πράξη υπονόμευση και την καταστροφή την ελπίδα του κόσμου για την ειρήνη. Όταν ένα έθνος χρησιμοποιεί μια εξαπάτηση και την προδοσία, χρησιμοποιώντας τις περιόδους των διαπραγματεύσεων και των ίδιων των διαπραγματεύσεων ως ένα μανδύα για να προγραμματίζουν ποταπή επίθεση, τότε υπάρχει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της εγκληματικότητας όλων των εγκλημάτων.
Τζόζεφ Μπ. Κήναν, «Εγκλήματα εναντίον Διεθνούς Δικαίου»[62][63]


Ο Ναύαρχος Γιαμαμότο, ο οποίος σχεδίασε την επίθεση στο Περλ Χάρμπορ, είχε πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι, αν η Ιαπωνία έχανε τον πόλεμο, θα δικαζόταν ως εγκληματίας πολέμου για αυτή την επίθεση - αν και ο ίδιος σκοτώθηκε από την Αεροπορία των Ηνωμένων Πολιτειών κατά την Επιχείρηση Εκδίκηση (Operation Vengeance) το 1943. Στις Δίκες του Τόκιο, ο πρωθυπουργός Χιντέκι Τότζο, ο Υπουργός Εξωτερικών Σιγκενόρι Τόγκο, ο Υπουργός Ναυτικού Σιγκετάρο Σιμάντα, και ο Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού Οσάμι Ναγκάνο, κατηγορήθηκαν για εγκλήματα κατά της ειρήνης (κατηγορίες 1-36) και δολοφονία (κατηγορίες 37 με 52) σχετικά με την επίθεση στο Περλ Χάρμπορ. Μαζί με τα εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας (κατηγορίες 53 έως 55), ο Τότζο ήταν μεταξύ των επτά Ιαπώνων ηγετών που καταδικάστηκαν σε θάνατο και εκτελέστηκαν δι' απαγχονισμού το 1948, ο Σιγκενόρι Τόγκο έλαβε 20-ετή ποινή φυλάκισης, ο Σιμάντα έλαβε ποινή ισόβιας κάθειρξης, και ο Ναγκάνο πέθανε από φυσικά αίτια κατά τη διάρκεια της Δίκης το 1947.[53][64]

Με την πάροδο των ετών, πολλοί Ιάπωνες εθνικιστές υποστηρίζουν ότι η επίθεση στο Περλ Χάρμπορ ήταν δικαιολογημένη, δεδομένου ότι ενήργησαν σε αυτοάμυνα ως απάντηση στο εμπάργκο πετρελαίου που επιβλήθηκε από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι περισσότεροι ιστορικοί και επιστήμονες συμφώνησαν ότι το εμπάργκο πετρελαίου δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως δικαιολογία για τη χρήση στρατιωτικής βίας εναντίον μιας ξένης χώρας για την επιβολή του εμπάργκο πετρελαίου, διότι υπάρχει μια σαφής διάκριση ανάμεσα σε μια αντίληψη ότι κάτι είναι ουσιαστικής σημασίας για την ευημερία του έθνους-κράτους και μια πραγματική απειλή αρκετά σοβαρή, ώστε να δικαιολογήσει τέτοια πράξη βίας ως απάντηση, κάτι που η Ιαπωνία δεν έλαβε υπόψη. Ο Ιάπωνας λόγιος και διπλωμάτης, Τακέο Ιγκούτσι, δήλωσε ότι «είναι δύσκολο να πούμε από τη σκοπιά του διεθνούς δικαίου ότι η άσκηση του δικαιώματος της αυτοάμυνας εναντίον οικονομικών πιέσεων θεωρείται έγκυρη». Ενώ η Ιαπωνία θεωρούσε ότι τα όνειρα της περαιτέρω επέκτασής της θα οδηγούνταν σε ένα οδυνηρό αδιέξοδο λόγω του αμερικανικού εμπάργκο, αυτή η «ανάγκη» δεν μπορεί να θεωρηθεί ανάλογη με την καταστροφή που υπέστη ο Στόλος Ειρηνικού των Ηνωμένων Πολιτειών στο Περλ Χάρμπορ, προοριζόμενη από τους Ιάπωνες στρατιωτικούς σχεδιαστές να είναι όσο το δυνατόν ολοκληρωμένη.[53]

Μαζικές δολοφονίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σιγκαπούρη, 1942
Ιάπωνες στρατιώτες εκτελούν αιχμαλώτους Σικ που κάθονται με δεμένα τα μάτια σε ημικύκλιο περίπου 20 μέτρα μακρυά. Τέσσερις φωτογραφίες βρέθηκαν στα Ιαπωνικά αρχεία όταν οι Βρετανοί στρατιώτες αποβιβάστηκαν στη Σιγκαπούρη. Στη Φωτογραφία #3, εδώ, οι πυροβολισμοί ξεκινούν. Κάποιοι φαίνεται να είναι άστοχοι, και κανένας σε αυτή τη φάση δεν φαίνεται να είναι μοιραίος.

Ο καθηγητής πολιτικών επιστημών του Πανεπιστημίου της Χαβάης, Ρούντολφ Τζόζεφ Ράμμελ (Rudolph Joseph Rummel), εκτιμά ότι μεταξύ 1937 και 1945, ο Ιαπωνικός Στρατός δολοφόνησε περίπου 3 με 10 εκατομμύρια ανθρώπων, πιθανότατα 6 εκατομμύρια Κινέζων, Ταϊβανέζων, Σιγκαπουριανών, Μαλαισιανών, Ινδονήσιων, Κορεατών, Φιλιππινέζων και την Ινδοκινέζων, μεταξύ άλλων, συμπεριλαμβανομένων των Δυτικών αιχμάλωτων πολέμου. Σύμφωνα με τον Ράμμελ, «αυτή η δημοκτονία οφειλόταν σε μια ηθικά πτωχευμένη πολιτική και στρατιωτική στρατηγική, στις στρατιωτικές σκοπιμότητες και έθιμα, και στην εθνική κουλτούρα».[65] Σύμφωνα με τον Ράμμελ, μόνο στην Κίνα, μεταξύ 1937-1945, σκοτώθηκαν περίπου 3,9 εκατομμύρια Κινέζοι, κυρίως πολίτες, ως άμεσο αποτέλεσμα των ιαπωνικών επιχειρήσεων και 10,2 εκατομμύρια κατά τη διάρκεια του πολέμου.[66] Το πιο διαβόητο περιστατικό κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου ήταν η Σφαγή της Ναντσίνγκ, όπου σύμφωνα με τα ευρήματα του «IMTFE», ο Ιαπωνικός Στρατός κατέσφαξε 300.000 άμαχους και αιχμαλώτους πολέμου, αν και το αποδεκτό ποσό είναι κάπου στις εκατοντάδες χιλιάδες.[67]

Κατά τη διάρκεια του Β΄ Σινοϊαπωνικού Πολέμου οι Ιάπωνες ακολούθησαν αυτό που ήταν γνωστό ως «πολιτική θανάτωσης», συμπεριλαμβανομένης και κατά των μειονοτήτων, όπως των μουσουλμάνων Χούι της Κίνας. Σύμφωνα με τον Γουάν Λέι, «σε ένα σύμπλεγμα Χούι στο χωριό της κομητείας Γκάοτσενγκ της Χεμπέι, οι Ιάπωνες συνέλαβαν είκοσι Χούι άνδρες, μεταξύ των οποίων άφησαν μόνο δύο νεαρούς άνδρες ελεύθερους, μέσω της 'εξαγοράς', και έθαψαν ζωντανούς τους υπόλοιπους δεκαοκτώ. Στο χωριό Μένγκουν της Χεμπέι, οι Ιάπωνες σκότωσαν περισσότερους από 1.300 Χούι εντός τριών ετών από την άφιξή τους στην περιοχή». Οι Ιάπωνες βεβήλωσαν και κατέστρεψαν τζαμιά και νεκροταφεία των Χούι.[68] Πολλοί Κινέζοι μουσουλμάνοι Χούι, στο Δεύτερο Σινοϊαπωνικό Πόλεμο, πολέμησαν εναντίον της Ιαπωνίας.

Στη Νοτιοανατολική Ασία, η «Σφαγή της Μανίλα» το Φεβρουάριο του 1945 είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο 100.000 Φιλιππινέζων αμάχων. Εκτιμάται ότι τουλάχιστον ένας στους 20 Φιλιππινέζους πέθαναν στα χέρια των Ιαπώνων κατά τη διάρκεια της κατοχής.[69][70] Στη Σιγκαπούρη κατά τη διάρκεια του Φεβρουαρίου και Μαρτίου 1942, η «Σφαγή του Σουκ Τσινγκ» ήταν μια συστηματική εξόντωση όσων ήταν αντιληπτοί ως εχθρικά στοιχεία μεταξύ του εκεί κινεζικού πληθυσμού. Ο πρώην-Πρωθυπουργός της Σιγκαπούρης, Λι Κουάν Γιού, είχε δηλώσει σε συνέντευξή του στο National Geographic ότι υπήρξαν απώλειες μεταξύ των 50.000 και 90.000,[71] ενώ σύμφωνα με τον Ιάπωνα Υποστράτηγο Καγουαμούρα Σάμπουρο, οι απώλειες ήταν συνολικά 5.000.[72]

Υπήρξαν κι άλλες σφαγές αμάχων, για παράδειγμα η «Σφαγή του Κάλαγκονγκ». Στη Νοτιοανατολική Ασία κατά τη διάρκεια του πολέμου, οι απόδημοι Κινέζοι και Ευρωπαίοι αποτελούσαν εξειδικευμένους στόχους της Ιαπωνικής κατάχρησης. Από τη μία, οι σφαγές υποκινούνταν από ένα σύνδρομο κατωτερότητας λόγω της ιστορικής εξάπλωσης και επιρροής του κινεζικού πολιτισμού, που δεν υπήρχε ανάλογος από τις υπόλοιπες χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας, και από την άλλη, από το ρατσιστικό Παν-ασιανισμό και την επιθυμία να δείξουν στα πρώην αποικιακά άτομα, την ανικανότητα των Δυτικών αφεντικων τους.[73] Οι Ιάπωνες εκτέλεσαν όλους τους Μαλαισιανούς Σουλτάνους στο Καλιμαντάν και εξολόθρευσαν την μαλαισιανή ελίτ στα «Περιστατικά του Ποντιανάκ». Στην «Εξέγερση του Τζέσσελτον» στο Κότα Κιναμπάλου στο Βόρνεο, οι Ιάπωνες σφάγιασαν χιλιάδες των ιθαγενών πολιτών κατά τη διάρκεια της ιαπωνικής κατοχής του Βρετανικού Βόρνεο και σχεδόν αφάνισαν το συνολικό πληθυσμό των Μουσουλμάων Σουλούκ των παράκτιων νησιών. Κατά τη διάρκεια της ιαπωνικής κατοχής των Φιλιππίνων, όταν ένας Μουσουλμάνος Μόρο ξιφομάχος Χουραμεντάδο πραγματοποιούσε μια επίθεση αυτοκτονίας εναντίον των Ιαπώνων, οι Ιάπωνες θα σφάγιαζαν ολόκληρη την οικογένεια ή τους κατοίκους του χωριού του άνδρα.

Ο ιστορικός Μιτσουγιόσι Χιμέτα αναφέρει ότι στην Κίνα από το 1942 μέχρι το 1945 εφαρμόστηκε η τεχνική Καμμένης Γης «Πολιτική των Τριών Όλων» (Ιαπωνικά: じんめつさくせん, Jin-metsu sakusen), δηλαδή «Σκοτώστε τους όλους, κάψτε τους όλους, ληστέψτε τους όλους» (Κινέζικα: 殺光、燒光、搶光) και ήταν υπεύθυνη για το θάνατο «πάνω από 2,7 εκατομμυρίων» κινέζων αμάχων. Η συγκεκριμένη τεχνική ήταν εγκεκριμένη από τον ίδιο το Χιροχίτο. Επιπλέον, αιχμάλωτοι στρατιωτικοί και άμαχοι των Συμμάχων σφαγιάστικαν σε διάφορα περιστατικά, συμπεριλαμβανομένων των ακόλουθων:

Ανθρώπινα πειράματα και βιολογικός πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

1932, Σίρο Ίσι
Ο Σίρο Ίσι ήταν ο διοικητής της Μονάδας 731.

Ειδικές Ιαπωνικές Στρατιωτικές Μονάδες εκτελούσαν πειράματα σε άμαχους και αιμαλώτους πολέμου στην Κίνα. Η πιο γνωστή από αυτές ήταν η Μονάδα 731, υπό τον διοικητή Σίρο Ίσι (Ιαπωνικά: 石井 四郎, Ishii Shirō). Η Μονάδα 731 ιδρύθηκε από τον ίδιο το Χιροχίτο. Τα θύματα υποβάλλονταν σε πειράματα που περιλάμβαναν, αλλά δεν περιορίζονταν μόνο, σε ζωοτομία και ακρωτηριασμούς χωρίς αναισθησία, και δοκιμές βιολογικών όπλων. Η αναισθησία δεν χρησιμοποιούταν επειδή οι επιστήμονες πίστευαν ότι τα αναισθητικά θα επηρέαζαν δυσμενώς τα αποτελέσματα των πειραμάτων.

Για να προσδιοριστεί η μεταχείριση του κρυοπαγήματος, οι κρατούμενοι μεταφερόντουσαν έξω σε πολύ χαμηλές θερμοκρασίες και αφήνονταν με τα χέρια εκτεθιμένα, ενώ βρέχονταν περιοδικά με νερό μέχρι να παγώσουν εντελώς. Ο βραχίονας αργότερα ακρωτηριαζόταν και ο γιατρός επανέλαβε τη διαδικασία στο μπράτσο του θύματος μέχρι τον ώμο. Όταν το θύμα είχε χάσει και τα δυο του χέρια, οι γιατροί οδηγούνταν προς τα πόδια μέχρι να παραμείνει μόνο το κεφάλι ο κορμός. Το θύμα στη συνέχεια χρησιμοποιούταν σε πειράματα πανούκλας και παθογενών.
Γκρέγκορυ Ντην Μπυρντ, Στρατηγός Ίσι Σίρο: Η κληρονομιά ενός ιδιοφυούς και τρελού ανθρώπου[76]


Χρήση χημικών όπλων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βασανισμοί αιχμαλώτων πολέμου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εκτελέσεις και δολοφονίες συλληφθέντων Συμμάχων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κανιβαλισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Καταναγκαστικά έργα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γυναίκες ανακούφισης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λεηλασίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δολιότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ralph Blumenthal (7 Μαρτίου 1999). «The World: Revisiting World War II Atrocities; Comparing the Unspeakable to the Unthinkable». Τάιμς της Νέας Υόρκης (στα Αγγλικά). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 21 Φεβρουαρίου 2014. Ανακτήθηκε στις 30 Μαρτίου 2015. CS1 maint: Μη αναγνωρίσιμη γλώσσα (link)
  2. Edward Drea, Greg Bradsher, Robert Hanyok, James Lide, Michael Petersen, Daqing Yang. «Researching Japanese War Crimes» (PDF). Introductory Essays (στα Αγγλικά). Ουάσινγκτον: National Archives and Records Administration. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο (PDF) στις 25 Μαρτίου 2015. Ανακτήθηκε στις 30 Μαρτίου 2015. CS1 maint: Πολλαπλές ονομασίες: authors list (link) CS1 maint: Μη αναγνωρίσιμη γλώσσα (link)
  3. Daved E. Sanger (22 Οκτωβρίου 1992). «Japanese Edgy Over Emperor's Visit to China». Τάιμς της Νέας Υόρκης (στα Αγγλικά). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 21 Φεβρουαρίου 2014. Ανακτήθηκε στις 30 Μαρτίου 2015. CS1 maint: Μη αναγνωρίσιμη γλώσσα (link)
  4. «World Scarred by history: The Rape of Nanking». BBC News (στα Αγγλικά). 13 Δεκεμβρίου 1997. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 18 Φεβρουαρίου 2014. Ανακτήθηκε στις 30 Μαρτίου 2015. CS1 maint: Μη αναγνωρίσιμη γλώσσα (link)
  5. «Pacific Theater». War Crimes Studies Center, University of California Berkeley (στα Αγγλικά). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 20 Ιανουαρίου 2015. Ανακτήθηκε στις 30 Μαρτίου 2015. CS1 maint: Μη αναγνωρίσιμη γλώσσα (link)
  6. «Bibliography: War Crimes». Memory and Reconciliation in the Asia-Pacific (στα Αγγλικά). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 22 Οκτωβρίου 2014. Ανακτήθηκε στις 30 Μαρτίου 2015. CS1 maint: Μη αναγνωρίσιμη γλώσσα (link)
  7. Tarik Kafala (21 Οκτωβρίου 2009). «What is a war crime?». BBC News (στα Αγγλικά). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 24 Μαρτίου 2015. Ανακτήθηκε στις 30 Μαρτίου 2015. CS1 maint: Μη αναγνωρίσιμη γλώσσα (link)
  8. «Japanese War Crimes». National Archives (στα Αγγλικά). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 16 Μαρτίου 2015. Ανακτήθηκε στις 30 Μαρτίου 2015. CS1 maint: Μη αναγνωρίσιμη γλώσσα (link)
  9. «Japanese War Criminals World War Two». The National Archives (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 30 Μαρτίου 2015. CS1 maint: Μη αναγνωρίσιμη γλώσσα (link)
  10. 10,0 10,1 Hiroko Tabuchi (1 Μαρτίου 2007). «Japan's Abe: No Proof of WWII Sex Slaves». The Washington Post (στα Αγγλικά). The Associated Press. Ανακτήθηκε στις 30 Μαρτίου 2015. CS1 maint: Μη αναγνωρίσιμη γλώσσα (link)
  11. Tsuneishi Keiichi. «Unit 731 and the Japanese Imperial Army's Biological Warfare Program». The Asia-Pacific Journal: Japan Focus (στα Αγγλικά). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 27 Ιανουαρίου 2015. Ανακτήθηκε στις 30 Μαρτίου 2015. CS1 maint: Μη αναγνωρίσιμη γλώσσα (link)
  12. «Japan bombed China with plague-fleas». BBC News (στα Αγγλικά). 25 Ιανουαρίου 2001. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 16 Φεβρουαρίου 2015. Ανακτήθηκε στις 30 Μαρτίου 2015. CS1 maint: Μη αναγνωρίσιμη γλώσσα (link)
  13. «What is the view of the Government of Japan on the incident known as the "Nanjing Massacre"?». Ministry of Foreign Affairs of Japan (στα Αγγλικά). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 13 Δεκεμβρίου 2014. Ανακτήθηκε στις 30 Μαρτίου 2015. CS1 maint: Μη αναγνωρίσιμη γλώσσα (link)
  14. Tokushi Kasahara (5 Μαρτίου 2010). «Reconciling Narratives of the Nanjing Massacre in Japanese and Chinese Textbooks» (PDF). Tsuru Bunka University (στα Αγγλικά). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο (PDF) στις 31 Δεκεμβρίου 2013. Ανακτήθηκε στις 30 Μαρτίου 2015. CS1 maint: Μη αναγνωρίσιμη γλώσσα (link)
  15. Mindy Kotler (14 Νοεμβρίου 2014). «The Comfort Women and Japan's War on Truth». Τάιμς της Νέας Υόρκης (στα Αγγλικά). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 31 Ιανουαρίου 2015. Ανακτήθηκε στις 30 Μαρτίου 2015. Mr. Abe’s administration denies that imperial Japan ran a system of human trafficking and coerced prostitution, implying that comfort women were simply camp-following prostitutes. CS1 maint: Μη αναγνωρίσιμη γλώσσα (link)
  16. «International Military Tribunal for the Far East Charter (IMTFE Charter)». UiO: The Faculty of Law (στα Αγγλικά). Τόκιο. 19 Ιανουαρίου 1946. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 22 Φεβρουαρίου 2015. Ανακτήθηκε στις 31 Μαρτίου 2015. CS1 maint: Μη αναγνωρίσιμη γλώσσα (link)
  17. «International Military Tribunal for the Far East». Defining International Aggression - The Search for World Peace (στα Αγγλικά). United States Department of State. 1946. σελίδες 45–55. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 13 Δεκεμβρίου 2013. Ανακτήθηκε στις 31 Μαρτίου 2015. CS1 maint: Μη αναγνωρίσιμη γλώσσα (link)
  18. Geoff Gilbert (30 Σεπτεμβρίου 2006). Responding to International Crime (International Studies in Human Rights) (στα Αγγλικά). Brill. σελ. 358. ISBN 978-9004152762. CS1 maint: Μη αναγνωρίσιμη γλώσσα (link)
  19. Peter Harmsen (26 Σεπτεμβρίου 2012). «Taiwanese seeks payback for brutal service in Imperial Army» (στα Αγγλικά). Japan Times. Jiji Press: σελ. 4. 
  20. Michael Breen (16 Νοεμβρίου 2006). «Truth Commission Should Be Truthful» (στα Αγγλικά). The Korea Times. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 16 Φεβρουαρίου 2007. http://web.archive.org/web/20070216020355/http://times.hankooki.com/lpage/opinion/200611/kt2006111619251454330.htm. Ανακτήθηκε στις 16 Φεβρουαρίου 2007. 
  21. «Convention for the Amelioration of the Condition of the Wounded and Sick in Armies in the Field. Geneva, 27 July 1929». International Committee of the Red Cross (στα Αγγλικά). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2 Ιανουαρίου 2015. Ανακτήθηκε στις 31 Μαρτίου 2015. CS1 maint: Μη αναγνωρίσιμη γλώσσα (link)
  22. «World War Two - The Geneva Convention». History on the Net (στα Αγγλικά). 8 Μαΐου 2014. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 9 Σεπτεμβρίου 2014. Ανακτήθηκε στις 31 Μαρτίου 2015. CS1 maint: Μη αναγνωρίσιμη γλώσσα (link)
  23. Wai Keng Kwok. «Justice Done? Criminal and Moral Responsibility Issues In the Chinese Massacres Trial Singapore, 1947». Genocide Studies Program Working Paper No. 18, 2001 (στα Αγγλικά). Branford College. σελ. 27. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο (DOC) στις 1 Φεβρουαρίου 2015. Ανακτήθηκε στις 31 Μαρτίου 2015. CS1 maint: Μη αναγνωρίσιμη γλώσσα (link)
  24. Maria Hsia Chang, Robert P. Barker (2003). «Victor's Justice and Japan's Amnesia». Στο: Peter Li. Japanese War Crimes: The Search for Justice. Transaction Publishers. σελ. 44. ISBN 978-0765808905. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 6 Ιουλίου 2013. 
  25. Margaret D. Stetz, Bonnie B. C. Oh (2 Ιουνίου 2000). Legacies of the Comfort Women of World War II. Routledge. σελίδες 154–156. ISBN 978-0765605443. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 12 Ιουνίου 2008. 
  26. Lippman, Matthew (1 Ιανουαρίου 2004). «The history, development, and decline of crimes against peace» (στα Αγγλικά). George Washington International Law Review 36 (5): 25. 
  27. «Under Japanese law, 14 at Yasukuni not criminals: Abe». The Japan Times (στα Αγγλικά). 7 Οκτωβρίου 2006. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 6 Ιουνίου 2011. Ανακτήθηκε στις 31 Μαρτίου 2015. CS1 maint: Μη αναγνωρίσιμη γλώσσα (link)
  28. «Ιαπωνικό «συγγνώμη» για την κατοχή της Κορέας». Ελευθεροτυπία. 10 Αυγούστου 2010. Ανακτήθηκε στις 31 Μαρτίου 2015. 
  29. Dr. Craig Symonds (Δεκέμβριος 1979). «War, Politics, and Grand Strategy in the Pacific, 1941-1945». United States Naval Academy Annapolis, Maryland (στα Αγγλικά). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 20 Μαΐου 2014. Ανακτήθηκε στις 2 Απριλίου 2015. most American historians, date the war from December 1941 CS1 maint: Μη αναγνωρίσιμη γλώσσα (link)
  30. Edward Drea, Greg Bradsher, Robert Hanyok, James Lide, Michael Petersen, Daqing Yang. «Researching Japanese War Crimes» (PDF). Introductory Essays (στα Αγγλικά). Ουάσινγκτον: National Archives and Records Administration. σελ. 15. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο (PDF) στις 25 Μαρτίου 2015. Ανακτήθηκε στις 30 Μαρτίου 2015. The atrocities at Nanjing occurred four years before the United States entered the war. At that time, the U.S. government did not have a large military or diplomatic intelligence network in China. A handful of trained military or embassy personnel reported on events, sometimes second-hand; compared with the sensational press coverage, the official U.S. documentation was scant. As a result, with the exception of the records produced during the postwar Class A war crimes trial of the commanding general of Japanese forces deemed responsible for the Rape of Nanking, there are few materials on this subject at the National Archives. CS1 maint: Πολλαπλές ονομασίες: authors list (link) CS1 maint: Μη αναγνωρίσιμη γλώσσα (link)
  31. Louis Michael Cullen. «A History of Japan, 1582-1941: Internal and External Worlds». Reviews in History (στα Αγγλικά). Cambridge University Press. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 21 Μαΐου 2014. Ανακτήθηκε στις 2 Απριλίου 2015. CS1 maint: Μη αναγνωρίσιμη γλώσσα (link)
  32. Goodman, Grant K.; Ma. Felisa A. Syjuco (1991). «Review 'The Kempei Tai in the Philippines: 1941–1945». Pacific Affairs 64 (2): 282-283. 
  33. «Evan Julian et. al. v. New Zealand, Communication No. 601/1994, U.N. Doc. CCPR/C/59/D/601/1994 (3 April 1997)». University Of Minnesota, Human Rights Library (στα Αγγλικά). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 21 Μαΐου 2014. Ανακτήθηκε στις 2 Απριλίου 2015. CS1 maint: Μη αναγνωρίσιμη γλώσσα (link)
  34. 34,0 34,1 Gary K. Reynolds (27 Ιουλίου 2001). «U.S. Prisoners of War and Civilian American Citizens Captured and Interned by Japan in World War II: The Issue of Compensation by Japan» (PDF). CRS Report for Congress (στα Αγγλικά). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο (PDF) στις 15 Αυγούστου 2011. Ανακτήθηκε στις 2 Απριλίου 2015. CS1 maint: Μη αναγνωρίσιμη γλώσσα (link)
  35. de Jong, Loe (2002). The collapse of a colonial society. The Dutch in Indonesia during the Second World War. Verhandelingen Van Het Koninklijk Instituut Voor Taal-, Land- En Volkenkunde (Book 206) (στα Αγγλικά). Λέιντεν, Ολλανδία: Koninklyk Instituut Voor Taal Land. σελίδες 40, 42, 45, 203–204, 305–307, 311–312, 328, 373–374, 386, 391, 393, 429, 488. ISBN 978-9067182034.  Unknown parameter |coauthors= ignored (|author= suggested) (βοήθεια)CS1 maint: Μη αναγνωρίσιμη γλώσσα (link)
  36. Kawasaki, Yutaka (Ιούλιος 1996). Was the 1910 Annexation Treaty Between Korea and Japan Concluded Legally?. 3. http://www.murdoch.edu.au/elaw/issues/v3n2/kawasaki.html. 
  37. Martin, Bernd (2005). Japan and Germany in the Modern World (στα Αγγλικά). Berghahn Books. σελ. 31. ISBN 978-1-84545-047-2. CS1 maint: Μη αναγνωρίσιμη γλώσσα (link)
  38. «Convention relative to the Treatment of Prisoners of War. Geneva, 27 July 1929». ICRC - TREATIES AND STATES PARTIES TO SUCH TREATIES (στα Αγγλικά). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 22 Δεκεμβρίου 2014. Ανακτήθηκε στις 2 Απριλίου 2015. CS1 maint: Μη αναγνωρίσιμη γλώσσα (link)
  39. Kevin Blackburn (2011). Forgotten Captives in Japanese-Occupied Asia (στα Αγγλικά). Routledge. σελ. 12. ISBN 978-0415690058. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 28 Ιουνίου 2013.  Unknown parameter |coauthors= ignored (|author= suggested) (βοήθεια)CS1 maint: Μη αναγνωρίσιμη γλώσσα (link)
  40. 40,0 40,1 Yuki Tanaka (1997). Hidden Horrors: Japanese War Crimes In World War II (Transitions--Asia and Asian America) (στα Αγγλικά). Westview Press. σελίδες 72–73. ISBN 978-0813327181. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 11 Νοεμβρίου 2014. CS1 maint: Μη αναγνωρίσιμη γλώσσα (link)
  41. «German-POW camp reveals little-known history of Japan». The Free Library (στα Αγγλικά). Τόκιο: Kyodo News. 25 Ιανουαρίου 2000. Ανακτήθηκε στις 2 Απριλίου 2015. CS1 maint: Μη αναγνωρίσιμη γλώσσα (link)
  42. «Japanese POW camp was a little slice of home» (στα Αγγλικά). Taipei Times. Agence France-Presse (Ιαπωνία). 23 Μαρτίου 2004. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 1 Ιανουαρίου 2015. http://web.archive.org/web/20150101223159/http://www.taipeitimes.com/News/feat/archives/2004/03/23/2003107480. Ανακτήθηκε στις 2 Απριλίου 2015. 
  43. Raymond Lamont-Brown (25 Νοεμβρίου 1998). Kempeitai: Japan's Dreaded Military Police (στα Αγγλικά). Sutton Publishing. ISBN 978-0750915663. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 26 Οκτωβρίου 2014. CS1 maint: Ημερομηνία και έτος (link) CS1 maint: Μη αναγνωρίσιμη γλώσσα (link)
  44. 44,0 44,1 John Toland (2003). The Rising Sun: The Decline and Fall of the Japanese Empire, 1936-1945. Modern Library. σελ. 301. ISBN 978-0812968583. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 28 Μαρτίου 2015. 
  45. de Jong, Loe (2002). The collapse of a colonial society. The Dutch in Indonesia during the Second World War. Verhandelingen Van Het Koninklijk Instituut Voor Taal-, Land- En Volkenkunde (Book 206) (στα Αγγλικά). Λέιντεν, Ολλανδία: Koninklyk Instituut Voor Taal Land. σελίδες 289, 311, 417. ISBN 978-9067182034.  Unknown parameter |coauthors= ignored (|author= suggested) (βοήθεια)CS1 maint: Μη αναγνωρίσιμη γλώσσα (link)
  46. Johnson, Chalmers (2003). The Looting of Asia (στα Αγγλικά). Verso. ISBN 1-85984-542-8. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 30 Μαρτίου 2015. Ανακτήθηκε στις 2 Απριλίου 2015. CS1 maint: Μη αναγνωρίσιμη γλώσσα (link)
  47. Yuki Tanaka (1997). Hidden Horrors: Japanese War Crimes In World War II (Transitions--Asia and Asian America) (στα Αγγλικά). Westview Press. σελίδες 2–3. ISBN 978-0813327181. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 11 Νοεμβρίου 2014. CS1 maint: Μη αναγνωρίσιμη γλώσσα (link)
  48. Fujiwara, Akira (1995). «Nitchû Sensô ni Okeru Horyo Gyakusatsu». Kikan Sensô Sekinin Kenkyû 9: 22. 
  49. Bix, Herbert P. (2000). Hirohito and the Making of Modern Japan (στα Αγγλικά). HarperCollins Publishers. σελ. 360. ISBN 978-0-06-019314-0. CS1 maint: Μη αναγνωρίσιμη γλώσσα (link)
  50. Nigel Blundell (3 Νοεμβρίου 2007). «Alive and safe, the brutal Japanese soldiers who butchered 20,000 Allied seamen in cold blood» (στα Αγγλικά). Daily Mail (Αυστραλία). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 19 Δεκεμβρίου 2014. http://web.archive.org/web/20141219185518/http://www.dailymail.co.uk/news/article-491548/Alive-safe-brutal-Japanese-soldiers-butchered-20-000-Allied-seamen-cold-blood.html. Ανακτήθηκε στις 2 Απριλίου 2015. «Officers of the Imperial Japanese Navy ordered the deliberately sadistic murders of more than 20,000 Allied seamen and countless civilians in cold-blooded defiance of the Geneva Convention.» 
  51. John Toland (1991). Infamy: Pearl Harbor and Its Aftermath (στα Αγγλικά). Berkley Publishing Group. ISBN 978-0425090404. CS1 maint: Μη αναγνωρίσιμη γλώσσα (link)
  52. Hannah Woolf, Mary Wood (29 Σεπτεμβρίου 2006). «Japan's Military Stopped Warning of Pearl Harbor Attack, Says Iguchi». University of Virginia School of Law (στα Αγγλικά). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 12 Οκτωβρίου 2014. Ανακτήθηκε στις 28 Αυγούστου 2015. CS1 maint: Μη αναγνωρίσιμη γλώσσα (link)
  53. 53,0 53,1 53,2 «Pearl Harbor and The Tokyo Trials». University of Virginia (στα Αγγλικά). University of Virginia. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 1 Φεβρουαρίου 2014. Ανακτήθηκε στις 28 Αυγούστου 2015. CS1 maint: Μη αναγνωρίσιμη γλώσσα (link)
  54. Gordon W. Prange (1991). Pearl Harbor: The Verdict of History (στα Αγγλικά). Penguin Books. ISBN 978-0140159097.  Unknown parameter |coauthors= ignored (|author= suggested) (βοήθεια)CS1 maint: Μη αναγνωρίσιμη γλώσσα (link)
  55. Gordon W. Prange (1991). At Dawn We Slept: Untold Story of Pearl Harbor (στα Αγγλικά). Penguin Books Ltd; New edition edition. ISBN 978-0140157345.  Unknown parameter |coauthors= ignored (|author= suggested) (βοήθεια)CS1 maint: Μη αναγνωρίσιμη γλώσσα (link)
  56. Professor Martin V Melosi (15 Ιουνίου 2000). The Shadow of Pearl Harbor: Political Controversy Over the Surprise Attack, 1941-1946 (στα Αγγλικά). Texas A & M University Press. ISBN 978-1585440627. CS1 maint: Ημερομηνία και έτος (link) CS1 maint: Μη αναγνωρίσιμη γλώσσα (link)
  57. Antony Best (16 Ιανουαρίου 2014). Britain, Japan and Pearl Harbour: Avoiding War in East Asia, 1936–1941 (στα Αγγλικά). Routledge. ISBN 978-0415867795. CS1 maint: Ημερομηνία και έτος (link) CS1 maint: Μη αναγνωρίσιμη γλώσσα (link)
  58. Historical Evaluation and Research Organization, United States. Arms Control and Disarmament Agency (12 Απριλίου 1964). «Μελέτη "Riposte"» (στα Αγγλικά). Study "Riposte" Annex.. Αφοπλισμός (Ουάσινγκτον). AD0612689. http://oai.dtic.mil/oai/oai?verb=getRecord&metadataPrefix=html&identifier=AD0612689. «The role of public opinion, by R. Ernest Dupuy Public opinion: its definition, formation, stimulation, and analysis, by R. Ernest Dupuy Public opinion in the Soviet Union, by Wlodzimierz Onacewicz Public opinion and the problems of arms control, by Theodore Ropp Special factors in negotiation and enforcement of agree ments with Communist nations, by Francis H. Heller Patterns of treaty violation, by Raymond G. O'Connor A group of treaty violations in depth: The Treaty of Versailles, by Stefan T. Possony Patterns of responses to treaty violations, by Albert J. Espain and Gay M. Hammerman.». 
  59. Dennis W. Shepherd (22 Σεπτεμβρίου 2004). Returning Son: From Bagdad, Kentucky to Baghdad, Iraq (and back) (στα Αγγλικά). AuthorHouse. σελ. 57. ISBN 978-1418424589. CS1 maint: Μη αναγνωρίσιμη γλώσσα (link)
  60. Yuma Totani (3 Μαρτίου 2009). The Tokyo War Crimes Trial: The Pursuit of Justice in the Wake of World War II (Harvard East Asian Monographs) (στα Αγγλικά). Harvard University Press. σελ. 57. ISBN 978-0674033399. CS1 maint: Μη αναγνωρίσιμη γλώσσα (link)
  61. Stephen C. McCaffrey (28 Ιουλίου 2006). Understanding International Law (στα Αγγλικά). LEXISNEXIS. σελίδες 210–229. ISBN 978-0820556956. CS1 maint: Μη αναγνωρίσιμη γλώσσα (link)
  62. Keenan, Joseph Berry; Brendan Francis Brown (Μάιος 1952). «Crimes Against International Law» (στα Αγγλικά). The Journal of Politics (Washington, D. C.: Public Affairs Press) 14 (02): 57-87. http://journals.cambridge.org/action/displayAbstract?fromPage=online&aid=6313312. 
  63. Tokyo Transcript. 13 Μαΐου 1946. σελ. 491. 
  64. John Pritchard and Sonia M. Zaide (12 Νοεμβρίου 1948). «Judgment International Military Tribunal For The Far East Indictment» (PDF). The Tokyo War Crimes Trial, Vol. 22 (στα Αγγλικά). Βερολίνο: International Military Tribunal for the Far East. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο (PDF) στις 22 Φεβρουαρίου 2014. Ανακτήθηκε στις 22 Νοεμβρίου 2015. CS1 maint: Μη αναγνωρίσιμη γλώσσα (link)
  65. R.J. Rummel. «Statistics Of Japanese Democide Estimates, Calculations, And Sources». University of Hawai'i (στα Αγγλικά). σελ. Chapter 3. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 17 Οκτωβρίου 2015. Ανακτήθηκε στις 6 Δεκεμβρίου 2015. CS1 maint: Μη αναγνωρίσιμη γλώσσα (link)
  66. R.J. Rummel. «China's Bloody Century». University of Hawai'i (στα Αγγλικά). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 15 Σεπτεμβρίου 2015. Ανακτήθηκε στις 6 Δεκεμβρίου 2015. CS1 maint: Μη αναγνωρίσιμη γλώσσα (link)
  67. Maria Hsia Chang, Robert P. Barker (2003). «Victor's Justice and Japan's Amnesia». Στο: Peter Li. Japanese War Crimes: The Search for Justice. Transaction Publishers. σελ. 102. ISBN 978-0765808905. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 6 Ιουλίου 2013. 
  68. Wan Lei. «The Chinese Islamic "Goodwill Mission to the Middle East"». Japonya’ya Karşı Savaşta Çinli Müslümanların “Orta Doğu ıyi Niyet Heyeti” (στα Αγγλικά). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 18 Οκτωβρίου 2015. Ανακτήθηκε στις 6 Δεκεμβρίου 2015. CS1 maint: Μη αναγνωρίσιμη γλώσσα (link)
  69. Larry Schmidt (1982). «American Involvement in the Filipino Resistance on Mindanao During the Japanese Occupation, 1942–1945» (PDF). M.S. Thesis (στα Αγγλικά). U.S. Army Command and General Staff College. σελ. 36. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο (PDF) στις 5 Οκτωβρίου 2015. Ανακτήθηκε στις 6 Δεκεμβρίου 2015. CS1 maint: Μη αναγνωρίσιμη γλώσσα (link)
  70. Ramsey, Edwin (1990). Lieutenant Ramsey's War (στα Αγγλικά). Νέα Υόρκη: Knightsbridge Publishing Co. σελίδες 329–330. ISBN B000IC3PDE Check |isbn= value: invalid character (βοήθεια).  Unknown parameter |coauthors= ignored (|author= suggested) (βοήθεια)CS1 maint: Μη αναγνωρίσιμη γλώσσα (link)
  71. «Transcript Of Minister Mentor Lee Kuan Yew's Interview With Mark Jacobson From National Geographic On 6 July 2009 (for National Geographic Magazine Jan 2010 Edition)». SG Press Centre - Transcripts (στα Αγγλικά). Σιγκαπούρη: Government of Singapore. Ανακτήθηκε στις 6 Δεκεμβρίου 2015. CS1 maint: Μη αναγνωρίσιμη γλώσσα (link)
  72. Hayashi Hirofumi (1999). «Japanese Treatment of Chinese Prisoners, 1931-1945». Nature-People-Society: Science and the Humanities (στα Αγγλικά). The Society of Liberal Arts, Kanto Gakuin University. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 25 Νοεμβρίου 2015. Ανακτήθηκε στις 6 Δεκεμβρίου 2015. CS1 maint: Μη αναγνωρίσιμη γλώσσα (link)
  73. Eri Hotta (4 Απριλίου 2013). Pan-Asianism and Japan's War 1931-1945 (Palgrave Macmillan Transnational History Series) (στα Αγγλικά). Palgrave US. σελ. 201. ISBN 978-1137270351. CS1 maint: Ημερομηνία και έτος (link) CS1 maint: Μη αναγνωρίσιμη γλώσσα (link)
  74. L. Klemen (1999–2000). «The Carnage at Laha, February 1942». Forgotten Campaign: The Dutch East Indies Campaign 1941-1942 (στα Αγγλικά). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 6 Αυγούστου 2014. Ανακτήθηκε στις 6 Δεκεμβρίου 2015. CS1 maint: Μορφή ημερομηνίας (link) CS1 maint: Μη αναγνωρίσιμη γλώσσα (link)
  75. L. Klemen (1999–2000). «The Bangka Island Massacre, February 1942». Forgotten Campaign: The Dutch East Indies Campaign 1941-1942 (στα Αγγλικά). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 22 Ιουλίου 2015. Ανακτήθηκε στις 6 Δεκεμβρίου 2015. CS1 maint: Μορφή ημερομηνίας (link) CS1 maint: Μη αναγνωρίσιμη γλώσσα (link)
  76. Gregory Dean Byrd (Μάιος 2005). «General Ishii Shiro: His Legacy is that of Genius and Madman» (PDF). General Ishii Shiro: His Legacy is that of Genius and Madman (στα Αγγλικά). East Tennessee State University. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο (PDF) στις 18 Ιουνίου 2006. Ανακτήθηκε στις 20 Οκτωβρίου 2017. 

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]