Χασεγκάβα Τοχάκου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Χασεγκάβα Τοχάκου
Hasegawa Tohaku - Pine Trees (Shōrin-zu byōbu) - left hand screen.jpg
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
長谷川等伯 (Ιαπωνικά)
Γέννηση1539
Νανάο
Θάνατος19  Μαρτίου 1610[1][2]
Έντο
Συνθήκες θανάτουφυσικά αίτια
Τόπος ταφήςHonpō-ji
Χώρα πολιτογράφησηςΙαπωνία
ΘρησκείαNichiren Shū
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΙαπωνικά[3]
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταζωγράφος[2]
Αξιοσημείωτο έργοPine Trees
Οικογένεια
ΤέκναHasegawa Kyūzō
Hasegawa Sakon
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Χασεγκάβα Τοχάκου (長谷川 等伯 , 1539 – 19 Μαρτίου 1610) ήταν Ιάπωνας ζωγράφος, ιδρυτής ομώνυμης σχολής. Θεωρείται ένας από τους μεγάλους ζωγράφους της εποχής Αζούτσι-Μομογιάμα (1573-1603). Είναι γνωστός περισσότερο για τις αναδιπλούμενες οθόνες-παραπετάσματα μπυόμπου, όπως το έργο «Πεύκα» και το «Πεύκο και ανθισμένα φυτά» (αμφότερες περιλαμβάνονται στον Κατάλογο Εθνικών Θησαυρών της Ιαπωνίας), καθώς και για τις τοιχογραφίες του στον βουδιστικό ναό Τσισάκου-ιν, που αποδίδονται όμως από κοινού και στον γιο του (επίσης χαρακτηρισμένες ως Εθνικοί Θησαυροί).

Βιογραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το αριστερό μέρος των «Πεύκων», περ. 1595, εξαπλό παραπέτασμα, μελάνη σε χαρτί, Εθνικός Θησαυρός της Ιαπωνίας
«Σφένδαμος», χρώμα σε χρυσό χαρτί, Ναός Τσισάκου-ιν, Κιότο (1593)

Ο Χασεγκάβα γεννήθηκε με το όνομα Οκουμούρα Τοχάκου (奥村 等伯)[4] στην πόλη Νανάο[5] της δυτικής κεντρικής Ιαπωνίας. Οι θετοί γονείς του ήταν αξιοσέβαστοι βαφείς υφασμάτων (είχε γεννηθεί στην οικογένεια Οκουμούρα και υιοθετήθηκε από την οικογένεια Χασεγκάβα).[4]

Ο Τοχάκου άρχισε την καλλιτεχνική σταδιοδρομία του ως ζωγράφος βουδιστικών έργων στη γενέτειρά του Επαρχία Νότο. Μέχρι να φθάσει στην ηλικία των 20 ετών, ήταν ήδη επαγγελματίας ζωγράφος και πριν τα 30 του είχε μετακομίσει στην πρωτεύουσα Κιότο προκειμένου να σπουδάσει στη φημισμένη Σχολή Κανό.[6] Η Σχολή Κανό ήταν τότε γνωστή ιδίως για τις μεγάλες τοιχογραφίες που κοσμούσαν τα τείχη των κάστρων πολλών εύπορων πολεμάρχων. Αυτές ήταν συχνά σε λευκό φόντο ή διακοσμητικά πλαίσια από φύλλα χρυσού, που εξυπηρετούσαν τον διπλό σκοπό (πλην του καθαρώς διακοσμητικού) να ανακλούν φως μέσα στα σκοτεινά δωμάτια του κάστρου και να επιδεικνύουν τον πλούτο του ιδιοκτήτη. Πολλά από τα πρώιμα έργα του Χασεγκάβα έχουν το στιλ της Σχολής Κανό, όπως το «Σφένδαμος στο Τσισάκου-ιν» (1593).

Την ίδια εποχή ωστόσο μελετούσε και τις παλαιότερες τεχνοτροπίες των περιόδων των Σονγκ, των Γιουάν και Μουρομάτσι ή Ασικάγκα στις μελανογραφίες, εξετάζοντας δείγματα των Μου-κι και Σεσσού Τόγιο, στα οποία πιστεύεται ότι εξασφάλισε πρόσβαση όταν βρισκόταν στον ναό Νταϊτόκου-τζι στο Κιότο.[6] Μετά από κάποια χρόνια στο Κιότο, ο Χασεγκάβα ανέπτυξε το δικό του στιλ σουμιέ (υδατογραφίες με αραιά μελάνη), που κατά πολλούς τρόπους διέφεραν από τις τεχνικές της Σχολής Κανό και υπενθύμιζαν τον μινιμαλισμό των προγενέστερων. Ειδικότερα τα έργα του Σεσσού Τόγιο επηρέασαν την επανακατεύθυνση του ύφους του Τοχάκου, καθώς ο ζωγράφος μελέτησε για κάποιο χρονικό διάστημα και υπό τον διάδοχο του Σεσσού, τον Τοσούν. Μάλιστα ο Τοχάκου αγαπούσε τόσο τις τεχνοτροπίες του Σεσσού, ώστε επεχείρησε να διεκδικήσει το δικαίωμα να αποκαλείται ο πέμπτος διάδοχός του, αλλά έχασε σε δίκη από τον Βουδιστή μοναχό Ουνκόκου Τογκάν.[4] Ακόμα και έτσι, η επίδραση του Σεσσού είναι εμφανής σε πολλά από τα ώριμα και τα ύστερα έργα του Χασεγκάβα Τοχάκου, όπως τα «Πεύκα» (松林図 屏風, «Σόριν-ζου» μπυόμπου), που ανακηρύχθηκαν Εθνικός Θησαυρός της Ιαπωνίας και θεωρούνται από πολλούς το πρώτο έργο ζωγραφικής τέτοιας κλίμακας που έχει ως θέμα του μόνο πεύκα.[4]

Η σχολή που ίδρυσε ο Χασεγκάβα Τοχάκου είναι σήμερα γνωστή ως «Σχολή Χασεγκάβα». Αυτή η σχολή ήταν μικρή, αποτελούμενη κυρίως από τον ίδιο και τους γιους του. Τα μέλη της πάντως διετήρησαν την ήρεμη και συγκρατημένη αισθητική του Χασεγκάβα, την οποία πολλοί αποδίδουν στην επίδραση του Σεσσού και του σύγχρονού του και φίλου του, του Σεν νο Ρικιού. Εικάζεται ότι αυτή η απλή αισθητική αποτελούσε διαμαρτυρία κατά της χρήσεως της επιβολής και της επιδείξεως πλούτου που έβριθαν στην Σχολή Κανό.[7]

Ο πλέον αξιοσημείωτος σύγχρονος του Χασεγκάβα ήταν ο Κανό Εϊτόκου, ο οποίος συχνά ανταγωνιζόταν με τον Χασεγκάβα για τις παραγγελίες του Τογιοτόμι Χιντεγιόσι. Μετά τον πρόωρο θάνατο του Εϊτόκου το 1590, ο Χασεγκάβα απέμεινε ο μεγαλύτερος από τους εν ζωή μετρ της εποχής του. Κατέστη ο επίσημος ζωγράφος του Τογιοτόμι και φιλοτέχνησε κάποιες από τις πλέον υπέροχες και κομψές ζωγραφιές του με τη στήριξη του άρχοντα. Ο ίδιος και το ατελιέ του δημιούργησαν τις τοιχογραφίες και τα παραπετάσματα στον ναό Σουν-τζι, επίσης παραγγελία του Τογιοτόμι Χιντεγιόσι, το 1593. Αργότερα αυτά τα έργα μεταφέρθηκαν στον ναό Τσισάκου-ιν του Κιότο όπου σώζονται μέχρι σήμερα. Σε ηλικία 67 ετών, δηλαδή εφτά χρόνια πριν από τον θάνατό του, ο Χασεγκάβα Τοχάκου κλήθηκε στο Έντο, όπου του απονεμήθηκε ο ιερατικός τίτλος του χόγκεν από τον σόγκουν Τοκουγκάβα Ιεγιάσου.[8] Παρέμεινε εκεί για το υπόλοιπο της ζωής του.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. (Γερμανικά) Εγκυκλοπαίδεια Μπρόκχαους. tohaku.
  2. 2,0 2,1 The Fine Art Archive. cs.isabart.org/person/161343. Ανακτήθηκε στις 1  Απριλίου 2021.
  3. «Identifiants et Référentiels». (Γαλλικά) IdRef. Agence bibliographique de l'enseignement supérieur. Ανακτήθηκε στις 11  Μαΐου 2020.
  4. 4,0 4,1 4,2 4,3 HASEGAWA Tohaku (1539–1610) Αρχειοθετήθηκε December 8, 2009, στο Wayback Machine. Mibura-Dera Temple Website
  5. «Suiboku-ga» Encyclopædia Britannica Online, 10 Δεκεμβρίου 2009
  6. 6,0 6,1 Ishizawa, Masao, et al. The Heritage of Japanese Art. 1st ed. Tokyo: Kodansha International Ltd., 1982
  7. Moes, Robert D.: «The Other Side of Tōhaku», Occasional Papers, No. 11 (1969), σσ. 3-33
  8. Webb, Glenn T.: το λήμμα «Hasegawa Tohaku» στην Kodansha Encyclopedia of Japan, 1η έκδ., 1983

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]