Φυσιοκράτες

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Η Προμετωπίδα γαλλικής έκδοσης 1846 στην οποία είχαν σταχυολογηθεί κείμενα των κορυφαίων Ευρωπαίων φυσιοκρατών

Με την ελληνική ονομασία Φυσιοκράτες, ή ορθότερα Φυσιοκρατικοί φέρονταν συγγραφείς και στοχαστές των αρχών του 18ου αιώνα οι οποίοι ασχολούμενοι με θέματα οικονομίας δημιούργησαν και την πρώτη επιστημονική οικονομική Σχολή, τη λεγόμενη Οικονομική σχολή της Φυσιοκρατίας. Η ελληνική ονομασία φυσιοκράτες δόθηκε στους οπαδούς της σχολής αυτής από έναν από τους πρώτους εκπροσώπους της, τον Πιέρ Ντι Πον ντε Νεμούρ, βασιζόμενος στη σχέση αγροτικής παραγωγής, (της Φύσης), με τη φιλοσοφική θεωρία της φυσιοκρατίας.

Γενικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γενικά οι φυσιοκράτες με τις οικονομικές αρχές που ανέπτυξαν ήταν τελείως αντίθετοι με τους λεγόμενους εμποριοκράτες, γνωστοί και ως μερκαντιλιστές, που αν και οι τελευταίοι υποστήριζαν ότι η εθνική δύναμη εξαρτάται περισσότερο από το εμπόριο και την βιομηχανική παραγωγή εν τούτοις δεν διατύπωναν κανένα ολοκληρωμένο σώμα λογικής οικονομικής ανάλυσης με εσωτερική ενότητα και συνάφεια. Έτσι οι πρώτοι συγγραφείς που πέτυχαν κάτι τέτοιο ήταν οι Γάλλοι στοχαστές φυσιοκράτες που, βασιζόμενοι στην αγροτική παραγωγή, απεικόνισαν μηχανισμό μιας οικονομίας με όρους του συστήματος τις κοινωνικές τάξεις. Βασικός δημιουργός ιδρυτής της Σχολής της Φυσιοκρατίας ήταν ο Φρανσουά Κενέ (1694-1774), γιατρός στην Αυλή του Βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκου ΙΕ΄.

Οικονομική Σχολή της Φυσιοκρατίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τον 17ο και αρχές του 18ου αιώνα, αν και ο φεουδαλισμός είχε πάψει να υφίσταται προ πολλού η Γαλλία διατηρούσε τουλάχιστον τη δομή της φεουδαλικής οικονομίας. Οι γαιοπρόσοδοι μαζί με τους φόρους που εισπράττονταν αποτελούσαν την κύρια πηγή απ΄ όπου εξασφαλίζονταν οι πόροι για τη συντήρηση των κεντρικών κρατικών υπηρεσιών που απάρτιζαν την Αυλή, του στρατού και τη χρηματοδότηση δημοσίων έργων και διαφόρων άλλων έργων πολιτισμού. Η δε γαιοπρόσοδος εισπράττονταν από τους χωρικούς ως ποσοστό της παραγωγής τους. Αυτοί έπρεπε μόνοι τους να εξασφαλίσουν, αφενός, τα απαραίτητα μέσα για τη διαβίωσή τους, καθώς και τα ποσά που χρειάζονταν για να επενδύσουν σε σπόρους, αντλώντας απ΄ ότι τους απέμενε στο μερίδιό τους.

O οικονομολόγος Φρανσουά Κενέ

Σ΄ αυτό το οικονομικο-κοινωνικό σκηνικό οι φυσιοκράτες βάσισαν τις θεωρίες τους όπου κατά την άποψή τους "η γη που αποδίδει πρόσοδο αποτελεί την μοναδική πηγή καθαρής παραγωγής".

Ο Φρανσουά Κενέ (François Quesnay) το 1758 εκδίδει το σπουδαίο του έργο "Οικονομικός Πίνακας" ("Tableau economique") που ήταν η πρώτη σχηματική απεικόνιση ολόκληρης της οικονομίας, γεγονός που τον κατέστησε, για πολλούς, πρώτο σύγχρονο οικονομολόγο, καθώς και ιδρυτή της πολιτικής οικονομίας. Ο Κενέ στο έργο του αυτό χρησιμοποιώντας όρους ενός αφηρημένου προτύπου απεικονίζει τις ροές των αγαθών κατά τη διαδικασία της παραγωγής και της κατανάλωσης αυτών, κατ΄ αναλογία προς την κυκλοφορία του αίματος, που όμως ελάχιστα διαφέρει από τους σύγχρονους πίνακες εισροών - εκροών της βιομηχανικής παραγωγής.

Ο μηχανισμός της φυσιοκρατικής θεωρίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στον "Πίνακα του Κενέ" υφίστανται τρεις κοινωνικές τάξεις: οι γαιοκτήμονες, οι καλλιεργητές και οι βιοτέχνες των οποίων οι σχέσεις εμφανίζονται ως ακολούθως:

  1. Οι καλλιεργητές στην αρχή κάθε χρόνου διατηρούν ένα απόθεμα που τους περίσσεψε από τη σοδειά του προηγούμενου χρόνου. Από το απόθεμα αυτό εξασφαλίζουν την διατροφή τους αλλά και τον αναγκαίο σπόρο για την καλλιέργεια του έτους από την οποία, κατά το παράδειγμα του Κενέ, φθάνει τη διπλάσια από το απόθεμα που είχαν. Έτσι από τη νέα τους παραγωγή αναπληρώνουν το τμήμα του αποθέματος που ανάλωσαν, το δε πλεόνασμα που τους απομένει το καταβάλουν στους γαιοκτήμονες.
  2. Οι γαιοκτήμονες με τη σειρά τους καταναλώνουν άμεσα ένα μέρος του για τη διατροφή των ανθρώπων του περιβάλλοντός τους, ενώ το υπόλοιπο το διαθέτουν σε βιοτέχνες για αγορά εργαλείων.
  3. Οι βιοτέχνες τέλος, που είναι οι ιδιοκτήτες των παραγωγικών τους μέσων εισπράττουν ακριβώς την αξία της παραγωγής τους που αποτελεί το ακαθάριστο εισόδημά τους με το οποίο και αναπληρώνουν πρώτες ύλες, φθορές μηχανημάτων καλύπτοντας ταυτόχρονα ανάγκες διατροφής τους. Συνεπώς τόσο αυτοί, όσο και οι προηγούμενοι δεν συνεισφέρουν καθόλου στο πλεόνασμα, αφού το μόνο πλεόνασμα που προκύπτει είναι αυτό που προέρχεται από τη γη.

Οι απόψεις αυτές πράγματι θεμελιώνουν ορισμένες συνταγές οικονομικής πολιτικής. Έτσι φαινόταν λάθος η φορολογία των παραγωγών αφού μείωνε το απόθεμα που είναι απαραίτητο για την κατανάλωσή τους στη διάρκεια της παραγωγής του πλεονάσματος. Αντίθετα φαινόταν επιθυμητή η βελτίωση των καλλιεργητικών μεθόδων προκειμένου ν΄ αυξηθεί η αναλογία του πλεονάσματος προς το απόθεμα, πράγμα που θα είχε ως συνέπεια να διογκωθεί το μερίδιο που πηγαίνει στους γαιοκτήμονες κι έτσι ν΄ αυξηθεί η ζήτηση των προϊόντων των βιοτεχνών και κατ΄ επέκταση ο πλούτος του έθνους.

Οι θιασώτες της θεωρίας αυτής, φυσιοκράτες, θεωρούσαν πλέον τη γη κύρια πηγή του εθνικού πλούτου αφού μόνο αυτή, κατά την άποψή τους, παράγει καθαρό πλεόνασμα, θεωρώντας τους άλλους παραγωγικούς τομείς ως στείρες τάξεις καθόσον το μόνο που έκαναν ήταν είτε να προσδίδουν στα αγροτικά προϊόντα καταναλωτική μορφή, είτε εκ της εργασίας τους (βιοτέχνες) να προσθέτουν την αξία της εργασίας τους στη δική τους παραγωγή. Άρα τα αγροτικά προϊόντα θα πρέπει να πωλούνται σε υψηλότερες τιμές, ενώ τα βιομηχανικά σε χαμηλότερες για να αυξηθεί το αγροτικό εισόδημα και εξ αυτού η αύξηση της εθνικής ευημερίας.
Παράλληλα όμως οι φυσιοκράτες αναγνώριζαν εκτός την παραγωγική τάξη (αγροτικού τομέα) και την τάξη των γαιοκτημόνων ως νόμιμους δικαιούχους των εγγείων προσόδων, με δεδομένο ότι οι πρόγονοί τους ήταν εκείνοι που πρώτοι μετέβαλαν μια χέρσα γη σε καλλιεργήσιμη έκταση αναγνωρίζοντας την προβιομηχανική διάρθρωση της κοινωνίας.
Με τη φημισμένη φράση των φυσιοκρατών "laissez faire, laissez passe" που ανακλούσε το όλο πιστεύω τους ισχυροποιούταν ή άποψη της επικράτησης των φυσικών οικονομικών νόμων, εισάγοντας αυτήν στην έννοια τηνς "ελεύθερης αγοράς".

Κρίσεις επί του μηχανισμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αν και όλα τα παραπάνω αναφερόμενα στο μηχανισμό αποτελούν πράγματι λογικές απόρροιες της ίδιας ανάλυσης, εντούτοις με μία ιδιαίτερη προσοχή διαπιστώνεται ότι το κύριο σημείο της όλης επιχειρηματολογίας είναι καθαρά μεταφυσικό. Στην ουσία παρείχε δικαίωση του υφισταμένου κοινωνικού συστήματος, όπου με την ίδια λογική αφού μόνο η γη παρήγε, μόνο οι γαιοκτήμονες είχαν δικαίωμα απολαβής του προϊόντος της.
Η θέση - άποψη ότι η αγροτική οικογένεια πληρώνει το ενοίκιο της γης από το υπερβάλλον της σοδειάς, που αποκομίζει από την έκταση που έχει, αποτελεί δήλωση γεγονότος. Η πρόταση όμως ότι το ενοίκιο αυτό οφείλεται στη παραγωγικότητα της γης που ουσιαστικά ορίζει το πλεόνασμα της παραγωγής μετά την αφαίρεση της κατανάλωσης του αγρότη ως οφειλόμενο τάχα στην παραγωγικότητα της γης αποτελεί το μεταφυσικό στοιχείο της πρότασης που προσφέρει μόνο ένα ευνοϊκό "σύνθημα" για τους γαιοκτήμονες, σημείο μαχητό.
Κατά την ίδια λογική, με διαφορετική όμως πολιτική άποψη θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι δεν θα υπήρχε παραγωγή χωρίς την εργασία των αγροτών, Συνεπώς η εργασία και όχι η γη παράγει το πλεόνασμα και επομένως οι γαιοκτήμονες καταναλίσκουν χωρίς να δουλεύουν, επειδή είναι οι ιδιοκτήτες. Με τον ίδιο τρόπο θα μπορούσε επίσης να υποστηριχθεί ότι και οι βιοτέχνες είναι εκείνοι που παράγουν το πλεόνασμα, αφενός χάρη της χρήσης των χειροτεχνημάτων τους, (δρεπάνια, ινία, σχοινιά κ,λπ.), αλλά και εκ της ευχαρίστησης που παρέχουν στον καταναλωτή που υπερβαίνει την τιμή που τους πληρώνει. Συνεπώς όποια πολιτική προπαγανδιστική κατεύθυνση κι αν δοθεί στις παραπάνω διατυπώσεις τίποτα δεν αλλάζει στην ανάλυση του φαινομένου.

Εφαρμογή - κατάρρευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με δεδομένα όλα τα παραπάνω οι φυσιοκράτες εισηγούντο την άμεση αναδιάρθρωση της φορολογίας με τη θέσπιση ενός και μόνου φόρου επί του καθαρού προϊόντος των γαιοκτημόνων με ταυτόχρονη κατάργηση όλων των άλλων που επιβάρυναν την γαλλική οικονομία.
Έτσι όταν ανέλαβε υπουργός Οικονομικών της Γαλλίας Α. Τυργκό το 1774 άρχισε να εφαρμόζει μερικές μεταρρυθμίσεις που βασίζονταν στη φυσιοκρατική θεωρία. Προ αυτών όμως ξέσπασε έντονη αντίδραση των γαιοκτημόνων όπου παρασύροντας πολλούς αγρότες έλαβε διαστάσεις. Προ αυτών αναγκάσθηκε ο Βασιλιάς να παρέμβει και να αντικαταστήσει τον υπουργό Οικονομίας.

Μετά από αυτή την εξέλιξη η επίδραση πλέον των φυσιοκρατών εξέλιπε μαζί με την θεωρία τους, που όμως κάποια στοιχεία της έγιναν αντικείμενο έρευνας στις νεότερες οικονομικές θεωρίες και σχολές.

Συμπέρασμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από τα παραπάνω καθίσταται εμφανές ότι τελικά οι φυσιοκράτες με την μεταφυσική τους θεώρηση παρέμεναν υποταγμένοι στη τότε εξουσία. Ανεξάρτητα όμως αυτού δεν μπορεί να παραβλεφθεί ότι η οικονομική τους ανάλυση, όσο απλοϊκή κι αν φαίνεται σήμερα, υπήρξε εντούτοις ιδιαίτερα διεισδυτική και πρωτότυπη στην εποχή της. Την ανάλυση της φυσιοκρατικής θεωρίας παρουσιάζουν σήμερα χώρες που ξεφεύγοντας από κάποιο είδος φεουδαλισμού, (ολοκληρωτικού καθεστώτος), αγωνίζονται να εκσυγχρονιστούν.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Γιόχαν Γκότλιμπ Φίχτε (Johann Gotlieb Fichte), Το κλειστό εμπορικό κράτος (1800)

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • J. Robinson - J. Eatwell "Εισαγωγή στη σύγχρονη Οικονομική" Αθήνα 1973 εκδ. Παπαζήση, σελ.18-20.
  • Ι. Παπαθανασίου "Μνημόνιο Πολιτικής Οικονομίας" Αθήναι 1973, σελ.19.
  • Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larousse Britannica" τομ.60ος, σελ.226.