Φορεσιά του Ρουμλουκιού

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η φορεσιά του Ρουμλουκιού, της μακεδονικής περιοχής γύρω από την Αλεξάνδρεια Ημαθίας (παλαιός Γιδάς), είναι ξεχωριστή από τις υπόλοιπες ελληνικές φορεσιές με σημαντική παράδοση που φημίζεται να φτάνει έως τον Μέγα Αλέξανδρο. Ανήκει στην κατηγορία των φορεσιών με το καβάδι.

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η φορεσιά χαρακτηρίζεται από τον ιδιόμορφο κεφαλόδεσμο, που μοιάζει με περικεφαλαία και ονομάζεται τοπικά το «κατσούλι», ενώ είναι σημάδι ελληνικής καταγωγής της φορεσιάς. Η ιστορία θέλει, σύμφωνα με την καταγραφή της Αγγελικής Χατζημιχάλη από γυναίκες του χωριού περί το 1950, η παράδοση του κεφαλόδεσμου, αλλά και όλης της φορεσιάς και των κοσμημάτων της να προέρχεται από τα χρόνια που έζησε ο Μέγας Αλέξανδρος. Ο Βασιλιάς για να τιμωρήσει κάποιους στρατιώτες του για τη δειλία που έδειξαν κατά την διάρκεια της μάχης και να επιβραβεύσει τις γυναίκες που δεν σταμάτησαν να φέρνουν νερό και τρόφιμα στους στρατιώτες, πήρε τις περικεφαλαίες των ανδρών και τις φόρεσε στις γυναίκες[1]. Η παράδοση που αναφέρεται στο σχήμα του κεφαλόδεσμου των γυναικών του Ρουμλουκιού είναι διαδεδομένη και στη Θεσσαλία, όπως επίσης και στο Βελβεντό της Πιερίας, όμως σε αυτή την περιοχή της Πέλλας, που φέρεται ως πατρίδα του Μέγα Αλέξανδρου, η παράδοση φαίνεται δικαιολογημένη. Μερικά από τα υπόλοιπα κομμάτια της φορεσιάς του Ρουμλουκιού, όπως ο σαγιάς, τα μπρουμάνικα, το ζουνάρι με τις ασημένιες πούλιες (θυμίζει αρχαίο θώρακα) έχουν χωρίς αμφιβολία πολύ παλιά παράδοση, σύμφωνα με τα όσα γράφει η Αγγελική Χατζημιχάλη. Η μακεδονική αυτή φορεσιά ξεχωρίζει από τις υπόλοιπες ελληνικές φορεσιές, παρουσιάζοντας όμως αναλογίες ως προς το σαγιά με άλλες μακεδονικές φορεσιές (της Καπουτζήδας, της Μπάλτζας, του Δρυμού, της Επισκοπής), όπως επίσης και με τον καπλαμά που φορούν οι Μεγαρίτισσες.

Η φορεσιά του Ρουμλουκιού χαρακτηρίζεται από απλότητα και αυστηρότητα του γενικού χρωματισμού της, γεγονός που την διαφοροποιεί από το γενικό κανόνα των πολύχρωμων σχεδίων που επικρατούν στις ελληνικές φορεσιές. Από τη ρουμλουκιώτικη φορεσιά λείπει επίσης το φόρτωμα των ρούχων, επιτρέποντας στις γυναίκες να ξεχωρίζει η σιλουέτα τους. Τα κορίτσια, οι νύφες και οι μπάμπες (γυναίκες άνω των 30 με παιδιά) έχουν όλες την ίδια φορεσιά με διάφορα διακριτικά γνωρίσματα, κυρίως στον κεφαλόδεσμο. Η νυφιάτικη φορεσιά, τα χρυσά, είναι όμοια με την καθημερινή και τη γιορτινή, αλλά με πιο πλούσια υφάσματα και κεντητικό διάκοσμο. Η καθημερινή φορεσιά , η χαλασμένη, στερείται στολίσματος, ενώ η γυναίκα που φορά τη γιορτινή φορεσιά της ονομάζεται «αλλαγμένη». Ο κεφαλόδεσμος τους – το κατσούλι-, ο επενδύτης τους –ο σαγιάς- και το μαγλικουτάρι (κόσμημα στον κεφαλόδεσμο) είναι τα πιο χαρακτηριστικά και σημαντικά κομμάτια της φορεσιάς τους, γι΄ αυτόν ακριβώς τον λόγο οι γυναίκες φρόντιζαν με μεγάλη αυστηρότητα την τήρηση των εθίμων τους και των σχεδίων τους.

Τα υφάσματα της φορεσιάς είθισται να είναι όλα φτιαγμένα από υλικά του τόπου τους και υφασμένα από ειδικούς επαγγελματίες τεχνίτες, τους ραφτάδες. Όλα τα υφάσματα ήταν βαμβακερά ή μάλλινα κατά την τελευταία περίοδο χρήσης της φορεσιάς του Ρουμλουκιού, ενώ παλαιότερα ήταν από λινάρι, εκτός από την τσόχα για το κοντόσι και τον κατηφέ για τις ποδιές του σαγιά, τα οποία προμηθεύονταν από άλλα χωριά. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, οι νύφες χρησιμοποιούσαν μεταξωτά υφάσματα για το αντιρί –νυφιάτικος εσωτερικός επενδύτης- και για τα μαντήλια τους.

Η γυναικεία φορεσιά αποτελείται από:

  • το καταστάρι (χοντρή μάλλινη φανέλα),
  • το χοντρό ή λεπτό βαμβακερό πουκάμισο,
  • την τραχηλιά,
  • το σαγιά (μακρύς επενδύτης),
  • το κοντόσι,
  • τα μπρουμάνικα (πρόσθετα μανίκια),
  • το ζουνάρι,
  • την ποδιά ή φούτα.

Το χειμώνα πρόσθεταν το καπότι και το κοντογούνι (μάλλινοι επενδύτες) κάλτσες, σκουφούνια, κουντούρες και τα γεμένια (μποτίνια). Τη φορεσιά συμπλήρωναν ο κεφαλόδεσμος -το κατσούλι και τα άλλα κοσμήματα- και η στολισιά στο κορμί.

Το καντάρι, το πουκάμισο, η τραχηλιά και το αντίρι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το καταστάρι, η εσωτερική φανέλα φοριόταν κατάσαρκα από τις γυναίκες του Ρουμλουκιού. Ήταν βαμβακερό, πλεχτό με καλτσοβελόνες ή υφαντό από τον αργαλειό. Συχνά φορούσαν και χρωματιστές φανέλες, τις οποίες άφηναν μέχρι τον βραχίονα να φαίνονται για περισσότερο στολισμό της φορεσιάς.

Το πουκάμισο ήταν χοντρό, βαμβακερό με γεωμετρικά σχέδια κεντημένα από μετάξι και χρυσάφι σε αυστηρό χρωματισμό και φοριόταν πάνω από το καταστάρι. Είχε μακριά μανίκια και ένα πρόσθετο κέντημα στην τραχηλιά σαν μικρό γιακά. Είχαν κεντήματα από πλούσιο υλικό και διακοσμητικά θέματα που χρησιμοποιούσαν μόνο οι γυναίκες του Ρουμλουκιού, όπως γεωμετρικά σχέδια και μαύρα περιθώρια. Ακόμα ένα χαρακτηριστικό των ποκαμίσων , ειδοποιός διαφορά για τις ελληνικές φορεσιές των υπόλοιπων περιοχών, είναι το κέντημα στο πίσω μέρος του πουκαμίσου. Τα μανίκια του παρουσιάζουν ομοιότητες με άλλων περιοχών, όπως στη φορεσιά της Αττικής, της Λειβαδιάς, στης Μάνης, των Δωδεκανήσων, αλλά και άλλων μακεδονικών χωριών.

Η τραχηλιά ήταν ένα τετράγωνο ύφασμα με άνοιγμα στη μέση για τις γιορτινές τους μέρες, φτιαγμένο από οβγιαστό ή κιμπάρικο (πλούσιο υλικό, αρχοντικό) ύφασμα με μετάξι. Είχε πάνω της λεπτό κέντημα, δαντέλα ή σειρήτι χρωματιστό (γαλάζιο ή κόκκινο).

Το αντιρί φοριόταν πάνω από το ποκάμισο και την τραχηλιά στη νυφιάτικη φορεσιά, ενώ στην καθημερινή και στη γιορτινή έβαζαν το σαγιά. Το αντιρί είναι γνωστό σε πολλά ελληνικά μέρη, όμως στο Ρουμλούκι θεωρούταν δείγμα πολυτέλειας και ευρωστίας. Το μεταξωτό μεσοφόρι ήταν κομμάτι της αστικής φορεσιάς που υιοθετήθηκε μετέπειτα από τη χωρική. Ήταν γαλάζιο, μωβ, κίτρινο ή μαύρο.

Ο σαγιάς, το ζουνάρι, το κοντόσι και τα μπρουμάνικα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο σαγιάς ήταν το σημαντικότερο κομμάτι της φορεσιάς τους. Ο εσωτερικός αυτός μακρύς επενδύτης έμπαινε πάνω από το πουκάμισο τις καθημερινές και τις γιορτές και αποτελούσε «σήμα κατατεθέν» για τις Ρουμλουκιώτισσες. Το ύφασμά του είναι υφαντό βαμβακερό συνήθως σε άσπρο χρώμα και έχει μανίκια ως τον αγκώνα. Μερικά χρόνια μετά το γάμο η γυναίκες συνήθιζαν να φορούν σκουρόχρωμο σαγιά. Το ζουνάρι χρησίμευε να συγκρατεί το σαγιά στη μέση και είχε τη μια άκρη του κεντημένη. Αντίθετα τα γιορτινά και νυφικά είχαν περισσότερα κεντήματα. Το ζωνάρι στερεώνεται με καρφίτσες, τα κομποβέλονα και με ένα είδος πόρπης, τον τουκά.

Το κοντόσι, το κοντογέλεκο δηλαδή με τα μανίκια, φτάνει ως τη μέση. Είναι υφαντό από χοντρό μαλλί για τις καθημερινές, ενώ το νυφικό ήταν από τσόχα με πολλά κεντήματα. Τα μπρουμάνικα, ήταν πρόσθετα μανίκια ως τον αγκώνα που βάζουν κάτω από τα μανίκια του κοντοσιού. Φτιάχνονται από κατηφέ και έχουν χρυσά κεντήματα.

Η φούτα, το καποτί και τα σκουφούνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Φούτα, ονομάζεται η ποδιά που μπαίνει κάτω από το ζωνάρι. Είναι από μαλλί και βαμβάκι και έχει διάφορα σχέδια, τα ξόμπλια. Το καποτί ή κοντογούνι, φοριέται πάνω από τη φορεσιά για προστασία από το κρύο. Είναι πανωφόρι από μαλλί, ενώ όταν δεν είχε μανίκια λεγόταν κοντογούνι. Τα σκουφούνια, είναι κάλτσες από σκούρο μαλλί με πολύχρωμα σχέδια.

Ο κεφαλόδεσμος και τα κοσμήματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στον κεφαλόδεσμο συναντάμε το κατσούλι, δηλαδή δύο άσπρα μαντήλια, τον νταρτμά και το τσεμπέρι και ένα μαύρο, το μαφέσι. Ο περίτεχνος τρόπος δεσίματος καθιστά τον κεφαλόδεσμο της Ρουμπλουκιώτισσας έργο τέχνης.

Τα κοσμήματα στο κεφάλι είναι αρκετά μεταξύ των οποίων το μαγλικουτάρι, οι δαυλοί, τα τσουράκια, τα φλουριά και το ασημογιόρντανο. Στο κορμί συναντάμε την καδένα, το σκαλομάγκαρο, τον κοψά, το ασημομάχαιρο, τα παφίλια, τα σκαλουτάρια, τη ζώστρα, τα μπιλιτζίκια και τα δαχτυλίδια.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Αγγελική Χατζημιχάλη, Η Ελληνική Λαϊκή Φορεσιά, Τόμος Β΄, Αθήνα 1978, σελ. 210.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Αγγελική Χατζημιχάλη, Η Ελληνική Λαϊκή Φορεσιά, Τόμοι Α΄-Β΄, Αθήνα: Μουσείο Μπενάκη - Εκδοτικός Οίκος Μέλισσα, 1978.