Φαντασιακές κοινότητες

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
«Δεν θα βρει κανείς πιο παραστατικά εμβλήματα της σύγχρονης κουλτούρας του εθνικισμού από τα κενοτάφια και τα μνημεία του Αγνώστου Στρατιώτη», υποστηρίζει ο Άντερσον (1997, σ. 31)

Οι φαντασιακές κοινότητες (imagined communities) είναι έννοια που εισήγαγε ο Μπένεντικτ Άντερσον (Benedict Anderson), Βρετανός πολιτικός επιστήμονας και ιστορικός ειδικευμένος σε έθνη της νοτιοανατολικής Ασίας. Μια φαντασιακή κοινότητα διαφέρει από μια πραγματική κοινότητα, στο ότι δεν βασίζεται (και για πρακτικούς λόγους δεν θα μπορούσε να βασίζεται) στην καθημερινή πρόσωπο-με-πρόσωπο αλληλεπίδραση μεταξύ των μελών της. Για παράδειγμα, ο Άντερσον πιστεύει ότι ένα έθνος είναι μια κοινωνικά κατασκευασμένη κοινότητα, την οποία φαντάζονται οι άνθρωποι που αντιλαμβάνονται τους εαυτούς τους ως μέλη αυτής της ομάδας.[1] Όπως πιστεύει ο Άντερσον, όλες οι κοινότητες με κάποιο ικανό μέγεθος, ακόμα και οι προνεωτερικές, είναι φαντασιακές.[2]

Το βιβλίο «Φαντασιακές κοινότητες», στο οποία εξηγεί την ιδέα του, εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1983 και επανεκδόθηκε το 1991 με πρόσθετα κεφάλαια. Έχει μεταφραστεί και στα ελληνικά το 1997.[1]

Αν και ο όρος επινοήθηκε για να αναφερθεί ειδικά στον εθνικισμό, σήμερα χρησιμοποιείται ευρύτερα, σχεδόν ως συνώνυμο του όρου «κοινότητα συμφερόντων». Για παράδειγμα, μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε σχέση με μια κοινότητα που βασίζεται στον σεξουαλικό προσανατολισμό,[3] είτε μια «κοσμοπολιτική» κοινότητα που ενδιαφέρεται για παγκόσμιους κινδύνους όπως οικολογικός ή οικονομικός.[4]

Ο Άντερσον όρισε το έθνος ως μια φαντασιακή πολιτική κοινότητα την οποία κανείς φαντάζεται ως εγγενώς περιορισμένη και κυρίαρχη. Τα μέλη της τηρούν στο μυαλό τους μια νοητή εικόνα των σχέσεων μεταξύ τους, όπως π.χ. στην περίπτωση εθνικής ενότητας που αισθάνονται τα μέλη όταν η «φαντασιακή τους κοινότητα» συμμετέχει σε μια ομαδική εκδήλωση όπως οι Ολυμπιακοί Αγώνες. Όπως το θέτει ο Anderson, ένα έθνος είναι φαντασιακό επειδή «κανένα μέλος, ακόμη και του μικρότερου έθνους, δεν θα γνωρίσει ποτέ τα περισσότερα από τα υπόλοιπα μέλη, δεν θα τα συναντήσει ούτε καν θα ακούσει για αυτά, όμως ο καθένας έχει την αίσθηση του συνανήκειν».[5]

Θεωρείται «περιορισμένη» επειδή ότι το έθνος «έχει καθορισμένα, έστω κι αν είναι ελαστικά, σύνορα, πέρα από τα οποία βρίσκονται τα άλλα έθνη».[6] Είναι κυρίαρχη (sovereign) κοινότητα επειδή στη σύγχρονη εποχή μια δυναστική μοναρχία δεν μπορεί να διεκδικήσει εξουσία πάνω σ’ αυτή την κοινωνία. Η ιδέα αυτή γεννήθηκε στην εποχή κατά την οποία ο Διαφωτισμός και η Γαλλική Επανάσταση κατέστρεφαν τη νομιμοποίηση του θεϊκά οργανωμένου, ιεραρχικά δυναστικού κόσμου.[6]

Τέλος, ένα έθνος είναι μια φαντασιακή κοινότητα επειδή «ανεξάρτητα από την ουσιαστική ανισότητα και την εκμετάλλευση που κυριαρχεί σε κάθε κοινότητα, το έθνος νοείται πάντα σαν μια βαθιά, οριζόντια συντροφική σχέση. Σε τελευταία ανάλυση, είναι αυτό το αίσθημα της αδελφότητας που δίνει τη δυνατότητα σε τόσα εκατομμύρια ανθρώπους τους δύο τελευταίους αίωνες, όχι τόσο να σκοτώνουν, όσο να είναι πρόθυμοι να δίνουν τη ζωή τους για τόσο περιορισμένες φαντασιώσεις».[7]

Κατά τον Άντερσον, η δημιουργία φαντασιακών κοινοτήτων κατέστη δυνατή λόγω του «έντυπου καπιταλισμού». Καπιταλιστές επιχειρηματίες τύπωναν τα βιβλία και τα μέσα ενημέρωσής τους στις λαϊκές εθνικές γλώσσες (αντί σε γλώσσες όπως τα Λατινικά), προκειμένου να μεγιστοποιηθεί η κυκλοφορία. Ως αποτέλεσμα, οι αναγνώστες που μιλούσαν διάφορες τοπικές διαλέκτους βρέθηκαν σε θέση να καταλαβαίνουν ο ένας τον άλλο και έτσι προέκυψε ένας κοινός διάλογος. Ο Άντερσον υποστήριξε ότι τα πρώτα ευρωπαϊκά έθνη-κράτη σχηματίστηκαν έτσι γύρω από τις «εθνικές έντυπες γλώσσες» τους. Ο ίδιος έφτασε σ’ αυτή τη θεωρία επειδή ένιωθε ότι ούτε η μαρξιστική ούτε η φιλελεύθερη φιλοσοφία εξηγούσαν επαρκώς τον εθνικισμό.

Η παγκόσμια κάλυψη με τα προηγμένα μέσα επικοινωνίας μάλλον επεκτείνει το φαντασιακό των εθνών πέρα από τα γεωγραφικά τους όρια, παρά απαξιώνει τα εθνικά όρια.[8]

Ο συγγραφέας κατατάσσεται στην ιστορικιστική ή μοντερνιστική σχολή μελετητών του εθνικισμού, μαζί με τον Ερνστ Γκέλνερ (Ernest Gellner) και τον Έρικ Χόμπσμπομ (Eric Hobsbawm), με την έννοια ότι πιστεύει ότι τα έθνη και ο εθνικισμός είναι προϊόντα της νεοτερικότητας και έχουν δημιουργηθεί ως μέσα για πολιτικούς και οικονομικούς σκοπούς. Αυτή η σχολή έρχεται σε αντίθεση με τους «πρωτογονιστές» (primordialists), οι οποίοι πιστεύουν ότι τα έθνη, αν όχι ο εθνικισμός, υπάρχουν από τις αρχές της ανθρώπινης ιστορίας. Οι φαντασιακές κοινότητες μπορούν να θεωρηθούν ως μια μορφή κοινωνικού κονστρουκτιβισμού σε αναλογία με τις φαντασιακές γεωγραφίες του Έντουαρντ Σαΐντ (Edward Said).

Σε αντίθεση με τον Γκέλνερ και τον Χομπσμπομ, ο Άντερσον δεν είναι αντίθετος προς την ιδέα του εθνικισμού ούτε θεωρεί ότι ο εθνικισμός είναι ξεπερασμένος σε έναν παγκοσμιοποιούμενο κόσμο. Ο Anderson εκτιμά το ουτοπικό στοιχείο στον εθνικισμό.[9] Σύμφωνα με τη θεωρία του, οι κύριες αιτίες του εθνικισμού είναι η μειούμενη σημασία της προνομιακής πρόσβασης σε γραπτές γλώσσες όπως τα Λατινικά λόγω της μαζικής λαϊκής εκπαίδευσης, το κίνημα για την κατάργηση των ιδεών της «ελέω Θεού» εξουσίας και της κληρονομικής μοναρχίας, και η εμφάνιση του έντυπου καπιταλισμού - όλα τα φαινόμενα που εμφανίζονται με την έναρξη της Βιομηχανικής Επανάστασης.

Ο Άντονι Σμιθ (Anthony D. Smith) υποστηρίζει ότι, ακόμη και αν τα έθνη είναι το προϊόν της νεοτερικότητας, είναι δυνατό να βρεθούν παραδοσιακά εθνικά (ethnic) στοιχεία που επιβιώνουν σε σύγχρονα έθνη. Οι εθνικές ομάδες είναι διαφορετικές από τα έθνη. Τα έθνη είναι το αποτέλεσμα μιας τριπλής επανάστασης που αρχίζει με την ανάπτυξη του καπιταλισμού και οδηγεί σε ένα γραφειοκρατικό και πολιτισμικό συγκεντρωτισμό, μαζί με μια απώλεια εξουσίας από την Εκκλησία. Ο Σμιθ, ωστόσο, υποστηρίζει ότι υπάρχουν επίσης πολλές περιπτώσεις αρχαίων εθνών και, έτσι, δεν μπορεί να θεωρηθεί μοντερνιστής.

Η έννοια της φαντασιακής κοινότητας παραμένει ιδιαίτερα επίκαιρη σε ένα σύγχρονο προβληματισμό περί του πώς τα έθνη-κράτη συγκροτούν και αναπροσαρμόζουν την ταυτότητά τους σε σχέση με εσωτερικές και εξωτερικές πολιτικές, όπως οι πολιτικές για τους μετανάστες και τη μετανάστευση.[10]

Κριτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κριτική στη θεωρία του Άντερσον έχει ασκηθεί από επιστήμονες διαφόρων ειδικοτήτων. Ο θεολόγος και ιστορικός Άντριαν Άστινγκς (Adrian Hastings) πιστεύει ότι η υπόθεση του Άντερσον είναι μια εξαιρετικά υπεραπλουστευμένη εικόνα του κράτους και της θρησκείας στην Ευρώπη πριν από τα τέλη του 18ου αιώνα. Κατ’ αυτόν ο Άντερσον δεν εξηγεί γιατί η διάδοση του βιβλιου δεν είχε στον 16ο αιώνα το αποτέλεσμα που υποτίθεται ότι είχε στον 17ο αιώνα, ενώ δεν εξηγείται και η εξάπλωση του εθνικισμού στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη όταν δεν είχαν αξιόλογη βιομηχανοποίηση. Επίσης, ενώ ο Άντερσον ισχυρίζεται ότι η έναρξη του εθνικισμού συνέβη στην Αμερική και όχι στην Ευρώπη, δεν εξηγεί επαρκώς γιατί συνέβη αυτό.[11] Ο Άστινγκς επίσης παρατηρεί ότι ο Άντερσον δεν λαμβάνει υπόψη του ότι και η προφορική φιλολογία μπορεί να αποτελέσει μέσον για την αυτο-φαντασία ενός έθνους, ότι η προφορική ποίηση είχε βαθειά εθνικιστική επίδραση, και ότι η Βίβλος είναι ένα κύριο μέσον μέσα από το οποίο φαντάζονται το έθνος οι αναγνώστες της (Hastings, σ. 23, 135, 12). Σημειώνει επίσης τις διαφωνίες που υπάρχουν ως προς το σημείο εμφάνισης του Αγγλικού έθνους, το οποίο τοποθετείται σε διάφορες εποχές, από τον 8ο έως τον 19ο , ενώ ο Άντερσον το τοποθετεί στην εποχή του Βικτωριανού ιμπεριαλισμού. (Hastings, σ. 35).
Αφιερωμένο στην κριτική της θεωρίας των «Φαντασιακών Κοινοτήτων» του Άντερσον είναι άρθρο της καθηγήτριας πολιτικών επιστημών R. Desai[12] η οποία σημειώνει τα αντιφατικά και αμφιλεγόμενα σημεία και τις μεταστροφές αυτής της θεωρίας ώστε να ερμηνεύσει φαινόμενα όπως η δημιουργία εθνικών κρατών μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και η παγκοσμιοποίηση. Η ίδια παρατηρεί ότι ο Άντερσον δεν καταφέρνει να αντιληφθεί την αλληλεπίδραση μεταξύ Μαρξισμού/Κομμουνισμού και εθνικισμού.[13]
Όσον αφορά τις απόψεις της εν λόγω σχολής για την νεοελληνική εθνική διαμόρφωση, έχει γίνει η παρατήρηση ότι τόσο ο Anderson όσο και άλλοι σύγχρονοι ιστορικοί έχουν ελλιπή γνώση της ελληνικής ιστορίας, κυρίως λόγω της αδυναμίας τους να μελετήσουν πηγές στην ελληνική γλώσσα. Ειδικότερα για τον Anderson αναφέρεται ότι η γνώσεις του για την νεοελληνική ιστορία αντλούνται από τον Kendourie, ο οποίος φαίνεται ότι το μόνο νεοελληνικό κείμενο που έχει διαβάσει είναι το "Υπόμνημα" του Κοραή (1803) γραμμένο στα γαλλικά. Βάσει αυτού ο Kendourie σχημάτισε την άποψη ότι ο Κοραής είναι ο πρώτος νεοέλληνας που αισθάνεται ότι οι Έλληνες είναι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων.[14]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Άντερσον, Μπένεντικτ (1997). Φαντασιακές κοινότητες. Στοχασμοί για τις απαρχές και τη διάδοση του εθνικισμού. Αθήνα: Νεφέλη. ISBN 960-211-311-1. 
  2. Άντερσον 1997, σ. 26.
  3. Ross, C. (2012). Imagined communities: initiatives around LGBTQ ageing in Italy. Modern Italy, 17(4), 449-464. doi:10.1080/13532944.2012.706997
  4. Beck, Ulrich (2011), 'Cosmopolitanism as Imagined Communities of Global Risk', American Behavioral Scientist, 55, 10, pp. 1346-1361.
  5. Άντερσον 1997, σ. 26
  6. 6,0 6,1 Άντερσον 1997, σ. 27
  7. Άντερσον 1997, σ. 28
  8. Uriya Shavit, The New Imagined Community: Global Media and the Construction of National and Muslim Identities of Migrants, Sussex Academic Press, 2009, σελ. 44.
  9. Interview with Benedict Anderson by Lorenz Khazaleh, University of Oslo website
  10. Bauder, H. (2011) Immigration Dialectic: Imagining Community, Economy and Nation. Toronto: University of Toronto Press.
  11. Adrian Hastings, The Construction of Nationhood: Ethnicity, Religion and Nationalism, Cambridge University Press, 6 Νοε 1997, σ. 10, 11.
  12. Radhika Desai. Βιογραφικό και βιβλιογραφία, Πανεπιστήμιο της Manitoba, Καναδάς.
  13. Radhika Desai (2009) The Inadvertence of Benedict Anderson: Engaging Imagined Communities. The Asia-Pacific Journal: Japan Focus.
  14. Βαγενάς Νάσος, Οι περιπέτειες της ελληνικής συνείδησης. Παράγρ. "Ιδεοληπτική ανάγνωση". Εφημ. "Το Βήμα", 23/01/2005.
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Imagined communities της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).