Υγρές Νύχτες

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση



Οι Υγρές Νύχτες είναι το πρώτο βιβλίο του Φρέντυ Γερμανού, που το έγραψε ανάμεσα στα 17 και τα 26 του χρόνια, αλλά δεν το τύπωσε, διότι δεν έβρισκε εκδότη. Κυκλοφόρησε πολύ αργότερα, το 1998, ένα χρόνο πριν τον θάνατό του, από τις Εκδόσεις Καστανιώτη.

Παρουσίαση του βιβλίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το βιβλίο αυτό, βαθιά αυτοβιογραφικό, είναι η απεικόνιση της μετεμφυλιακής Αθήνας. Τα ερείπια των Δεκεμβριανών, τα ψυχικά και σωματικά τραύματα του Εμφυλίου και τα έντονα πολιτικά συμπλέγματα της εποχής που εγκλώβισαν τους ήρωες του βιβλίου στη σκληρή πραγματικότητα της πρώιμης ψυχροπολεμικής περιόδου, που βρήκε την Ελλάδα ρημαγμένη.

Ο ίδιος ο συγγραφέας αναφέρει για το βιβλίο του: "Τότε νόμιζα πως έγραφα διηγήματα. Τώρα, βλέποντάς το από την άλλη άκρη του τούνελ, νιώθω ότι έγραψα, πάλι, ένα βιβλίο εποχής. Μόνο που εδώ οι ήρωες, τα ιστορικά πρόσωπα του βιβλίου, είναι άνθρωποι που τους άγγιξα, στα 17 μου χρόνια, που περπάτησα δίπλα τους και που κάποια στιγμή σκούπισα μ' ένα μαντίλι τα δάκρυά τους. Τότε δεν είχαμε ακόμα χαρτομάντιλα...". Στο εξώφυλλο του βιβλίου, που αποτελεί σύνθεση του Αντώνη Αγγελάκη σε μια φωτογραφία του Γιώργου Μονογιούδη για το περιοδικό "Γυναίκα", απεικονίζεται ο συγγραφέας, σε μεγάλη ηλικία, να σκύβει με κρυμμένα μάτια πάνω από τη γραφομηχανή του με φόντο μια νυχτερινή εικόνα της Αθήνας του '50.

Υπόθεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το βιβλίο χωρίζεται σε οχτώ κεφάλαια-διηγήματα που αφορούν ερωτικές ιστορίες, τις οποίες ο συγγραφέας έζησε και άκουσε την περίοδο που, έχοντας παρατήσει το Βαρβάκειο, άρχισε να σεργιανίζει στην Ομόνοια με πυρήνα το καμπαρέ Ριτς. Κυρίαρχη ιστορία είναι αυτή της Δάφνης και του Τζόνυ, μια αληθινή ιστορία που ο συγγραφέας την έζησε στην εφηβεία του «νύχτα προς νύχτα». Ξετυλίγεται το 1951, την εποχή που η κυβέρνηση Πλαστήρα υπογράφει την εκτέλεση του Μπελογιάννη και στο Ριτς ένας Αμερικανός αξιωματικός ερωτεύεται μια αμαρτωλή Ελληνίδα-αρτίστα του καμπαρέ. Ο έρωτάς τους θα βρει εμπόδια στις πολιτικές γραφειοκρατίες της εποχής, το ίδιο άδικα με όσους άμαχους έχαναν τη ζωή τους στον Εμφύλιο από αδέσποτες σφαίρες. Η ιστορία τους μοιάζει σε πολλά σημεία με τις υπόλοιπες ιστορίες της Νόρας, του Στάθη, της Όλγας, του Λεωνίδα και των άλλων αγριμιών που κυκλοφορούν γύρω τους, στις σελίδες του βιβλίου αυτού, στα τραπέζια του Ριτς και στα ερείπια της Αθήνας. Είναι η χαμένη γενιά. Ή πιο σωστά, οι ανυποψίαστοι μιας χαμένης γενιάς.