Τσιχιστζβάρι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

ΤΣΙΧΙΣΤΖΒΑΡΙ (δήμος - ΜΠΟΡΤΖΟΜΙ )

Το ΤΣΙΧΙΣΤΖΒΑΡΙ - είναι ένα χωριό στην περιοχή της ΜΠΟΡΤΖΟΜΙ -της Γεωργίας. Το χωριό βρίσκεται στις όχθες του ποταμού Borzhomula, σε υψόμετρο 1640 μ., 41 χιλιόμετρα από την πόλη της ΜΠΟΡΤΖΟΜΙ. Σύμφωνα με την απογραφή του 2002, ο πληθυσμός του χωριού ήταν περίπου 644 ατόμων.

Το ΤΣΙΧΙΣΤΖΒΑΡΙ  είναι ένα θέρετρο.

Γραμμένο από τον Ονούφριο του Ιακώβου Σεβάστωβ.

Μέχρι το 1832 στο Τσιχισ-Τζβάρι ζούσαν Γεωργιανοί και Οσετίνοι. Εκείνη την περίοδο εκπρόσωπος του τσάρου στον Καύκασο ήταν ο Βοροντσόβ. Η Ρωσική κυβέρνηση έθεσε ως στόχο τον εκρωσισμό των Γεωργιανών και με αυτόν τον σκοπό εξόρισε όλους τους κατοίκους του χωριού, τους Γεωργιανούς στο Ιμερέτι και τους Οσετίνους στο Τσχινβάλι. Επίσης, εξανάγκασε από την Ουκρανία 500 ψυχές από την περιοχή Πολτάβα να μετακομίσουν εκεί. Η μετανάστευση χρονολογείται τον Μάιο του 1832. Οι Ουκρανοί, κατά την μετανάστευση, με κάρα κινήθηκαν μέσω της Πολεμικής-Γεωργιανής οδού και έφτασαν στο Μπορτζόμι τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, ακριβώς 6 μήνες μετά. Τους μετανάστες τους εγκατέστησαν στα μέρη Τσιχιστζβάρι, Μπακουριάνι, Τόρι, Τσαγβέρι και Σαντγκέρι. Τους περισσότερους στο Τσιχιστζβάρι. Αφού εγκαταστάθηκαν έχτισαν τα σπίτια τους με τον Ουκρανικό παραδοσιακό τρόπο (χάτι) και τα άσπρισαν μέσα-έξω και τα κάλυψαν με άχυρα. Αυτές τις λεπτομέρειες μου τις αφηγήθηκε ο Πασσιένκο Κωνσταντίνος του Αλεξάνδρου, ο οποίος κατά την μετανάστευση ήταν 18 χρονών και πέθανε το 1928 σε ηλικία 114 ετών. Οι νεόφερτοι περνούσαν πολλές δυσκολίες και στερήσεις. Το στάρι δεν φύτρωσε, προμήθειες δεν υπήρχαν και η έλλειψη δρόμων τους απέκλειε από τους τριγύρω οικισμούς. Σε τέτοια κατάσταση ζούσαν μέχρι το 1855, εκείνη την χρονιά ήταν υπερβολικά βροχερή, 2 μήνες ασταμάτητα έριχνε βροχή. Τα σπίτια ξεκίνησαν να στάζουν. Λόγω των βροχών και της κακής σίτισης αναπτύχθηκε η νόσος του τυφοειδή πυρετού και τύφου. Ο τύφος θέρισε πάρα πολύ κόσμο. Οικογένειες ολόκληρες πέθαιναν και δεν υπήρχαν άτομα να τους θάψουν. Οι επιζώντες παράτησαν τα πάντα και επέστρεψαν στην Πολτάβα. Στο Τσιχιστζβάρι έμειναν μόνο 2 οικογένειες, οι Μανούφ και οι Ναουμένκο, είχανε πολλές καλλιέργειες μελισσών και εξαιτίας τους έμειναν. Στο χωριό θεωρούνταν ως οι πιο πλούσιοι. Με την ειρηνική συνθήκη του Παρισιού στις 18.03.1856, παρ. 6 οι Μεγάλες Δυνάμεις έπαιρναν υπό προτεκτοράτο τους χριστιανικούς πληθυσμούς της Τουρκίας και τους έδωσαν την δυνατότητα τα μετανάστευσης στην Ρωσία και τα άλλα χριστιανικά κράτη. Με αυτό το διάταγμα ο Ρωσικός στρατός, που είχε φτάσει μέχρι την Τραπεζούντα, υποχώρησε μέχρι τα παλιά σύνορα. Κατά την υποχώρηση οι πρόγονοι μας, ανάμεσά τους και ο παππούς μας Γκαριαχτής, με τις οικογένειες τους ακολούθησαν τα Ρωσικά στρατεύματα και κι κινήθηκαν προς την Ρωσία. Φτάνοντας στα Ρώσο-Τουρκικά σύνορα μέσω Ερζερούμ-Κάρς μέχρι την Αλεξανδρούπολη (Σημερινό Λενινακάν) ο Τουρκικός στρατός κακοποίησε τους Έλληνες μετανάστες (ξυλοδαρμός και ολική αφαίρεση πραγμάτων-ρούχων) και γυμνούς τους ξαπόστειλαν στην άλλη μεριά του ποταμού Άρπα-τσάν. Γυμνοί και πεινασμένοι οι Έλληνες φυγάδες με τις οικογένειές τους ζητούσαν ελεημοσύνη και κινούνταν σιγά-σιγά προς την πόλη Αχαλκαλάκι. Το 1857 ξεχειμώνιασαν στο χωριό Μπαραλέτι. Την άνοιξη του 1858 κινήθηκαν προς το Κάρτλι με τις οικογένειες τους. Μαζί ήταν και ο Γκαριαχτής-Παπαλαζαρίδης Ιωάννης, ο Ονούφριος Ονουφριάδης και ο Παπαλαυρεντιάδης Θεόδωρος. Όταν ανέβηκαν στο ποτάμι Τσχρά- τσχάρο είδαν στους πρόποδες οικισμούς, χαρούμενοι αποφάσισαν να πάνε εκεί και να διανυκτερεύσουν, να ζητήσουν ελεημοσύνη και να συνεχίσουν το ταξίδι τους, χωρίς όμως να ξέρουν το όνομα του οικισμού. Όταν κατέβηκαν σον οικισμό, το σημερινό Τσιχιστζβάρι, επισκέφτηκαν τα σπίτια και τι να δουν; άδεια σπίτια , χωρίς κατοίκους και απόρησαν, τι γίνεται, χωριό χωρίς κατοίκους; Εκείνη την στιγμή άκουσαν γαύγισμα σκύλων στην άκρη του χωριού, πήγαν προς τα εκεί και είδαν έναν ασπρομάλλη παππού, με πυκνά μακριά γένια ηλικιωμένο που είχε ξεμείνει στο χωριό, τον Ουκρανό Μανούφ. Τους ρώτησε στα Ρωσικά ποιοι είναι; και αυτοί δίχως να ξέρουν την γλώσσα σταυροκοπήθηκαν δίνοντας του να καταλάβει πως ήταν χριστιανοί. Ο γέρος Μανούφ χάρηκε που είχε να κάνει με χριστιανούς, τους τάισε και τους είπε να εγκατασταθούν στα άδεια σπίτια. Οι άτυχοι φυγάδες δέχτηκαν μετά χαράς την πρότασή του και εγκαταστάθηκαν οι 3 αυτές οικογένειες στα σπίτια. Όλα αυτά τα σπίτια βρισκόταν στην αριστερή μεριά του ποταμού Μπορτζόμκα γύρω από το φρούριο. Το φρούριο τότε εμπεριείχε 2 λόφους και πάνω στον έναν υπήρχε μεταλλικός σταυρός ύψους 2 μέτρων. Από αυτό πήρε και το όνομά του Τσίχισ-Τζβάρι , που σημαίνει Κάστρο με Σταυρό. Στην δεξιά μεριά του ποταμού υπήρχε μόνο πυκνό και άγριο δάσος και καθόλου σπίτια. Στο μέρος όπου είναι τώρα το σπίτι του Λεοντείου Γραμματόπουλου υπήρχε βάλτος και από εκεί πήγαζε φυσικό-μεταλλικό-ανθρακούχο-θειικό νερό και σύμφωνα με τα λεγόμενα του πατέρα μου, καθημερινά κατέβαιναν και έπιναν νερό ελάφια. Οι φυγάδες δεν είχαν δει ποτέ τέτοια ζώα και κρυβόταν όταν τα έβλεπαν. Στην μεριά του τωρινού νεκροταφείου, ψηλότερα των οποίων είναι τα σπίτια  των Γραμματόπουλου Λεοντείου του Ιερεμία, του Ιβανόβ Παύλου, Σεβάστωβ Ματθαίου, του Σεβάστωβ Ηρακλή ήταν το νεκροταφείο των πρώην κατοίκων του χωριού Ουκρανών, ολόκληρο δάσος ξύλινων Σταυρών, πάνω από μια χιλιάδα. Αυτό το αποδεικνύουν τα λόγια του Πασσιένκο Κωνσταντίνου, πως από τύφο και τυφοειδή πυρετό πέθανε πάνω από τα 2/3 του πληθυσμού και πως αυτό ανάγκασε τους υπόλοιπους απομείναντες ζωντανούς να παρατήσουν τα σπίτια τους και να επιστέψουν στην Ουκρανία. Οι νέοι κάτοικοι ειδοποίησαν τους γείτονες τους φυγάδες, που περιπλανιόταν σε διάφορα χωριά της Γεωργίας, και αυτοί εγκαταστάθηκαν στο Τσιχισ-Τζβάρι. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργήθηκαν 9 οίκοι από τους νέους κατοίκους. Πιο συγκεκριμένα :

I.            Παπαλαζαρίδη Ιβάν του Σεβάστη (9 άτομα)

II.            Ονουφριάδης Ονούφριος (10 άτομα)

III.            Παπαλαυρεντιάδης Θεόδωρος (8 άτομα)

IV.            Νικολάγιεβ Παναγιλωνης

 V.            Ζάντωβ Ηλίας

VI.            Παπασπυριδώνωβ (ιερέας)

VII.            Καρασάββωβ

VIII.          Μπαγκατούρωβ Κωνσταντίνος

IX.            Θωμαϊδης Θωμάς

Μέχρι το 1861 κανείς δεν ήξερε για αυτούς, μια και δεν υπήρχε τότε το Μπορτζόμι, και οι κοντινότερες Δημόσιες Υπηρεσίες βρισκόταν στο Γκόρι, και ποτέ δεν περνούσαν από αυτά τα ερημωμένα μέρη. Στα 1861 έγινε ολική απογραφή του πληθυσμού της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, και η επιτροπή όταν ήρθε στο Τσιχιστζβάρι και είδε τους νέους κατοίκους τους ρώτησε και έμαθε πως ήθελαν να πάρουν Ρωσική υπηκοότητα. Και η επιτροπή τους κατέγραψε αλλά τους παραποίησε τα επίθετα. Όταν ρώτησαν το όνομα του παππού μου αυτός απάντησε Ιωάννης, γράφτηκε Ιβάν, το επίθετο με τα τουρκικά έθιμα, απάντησε το όνομα του πατέρα του Σεβάστης, η επιτροπή έγραψε Σεβάστωβ. Με αυτόν τον τρόπο από Παπαλαζαρίδης έγινε Σεβάστωβ, έτσι έγινε και με τους άλλους και σε όλους έδωσαν Ρωσικά επίθετα.

        Οι πρωταρχικοί ηλικιωμένοι κάτοικοι , Μανούφ και Ναουμένκο, έζησαν με τους Έλληνες 5-6 χρόνια και μετά μετακόμισαν στο Αμπαστουμάνι.

        Σε 2 χρόνια, συγκεκριμένα το 1860, οι νέοι πάμφτωχοι κάτοικοι σκέφτηκαν για την παιδεία των παιδιών τους και ανέθεσαν σε έναν φυγά, έκαναν ένα μικρό σπίτι, και ξεκίνησαν να διδάσκουν γράμματα στα παιδιά τους.

        Τα πρώτα 5-6 χρόνια οι μετανάστες δεν είχαν καμία περιουσία, ούτε ζώα, και μόνο ζητούσαν ελεημοσύνη στα χωριά της Περιοχής του Γκόρι, υπάρχοντας με αυτό.

        Μετά απέκτησαν ζώα, ξεκίνησαν να ασχολούνται με υλοτομία, τα οποία παρείχαν για την ανοικοδόμηση της πόλης Μπορτζόμι, που τότε ξεκίνησε να χτίζεται. Μόλις έμαθαν νέοι φυγάδες για τη ύπαρξη του Τσιζιστζβάρι ξεκίνησαν να μετακομίζουν εκεί και το 1872 έγιναν 32 οίκοι, και την ίδια χρονιά ξεκίνησαν την ανοικοδόμηση της θεμελιώδους εκκλησίας και του σχολείου, το οποίο τώρα βρίσκεται κάτω από τον κινηματογράφο. Πάνω από 40 χρόνια οι χωριάτες με δικά τους χρήματα συντηρούσαν το σχολείο και πλήρωναν τους δασκάλους. Μέχρι την 3τη τάξη είχαν 2 καθηγητές που δίδασκαν στα Ελληνικά, και μόνο το 1896 η Ρωσική Κυβέρνηση έθεσε ένα δάσκαλο με τα έξοδα του κράτους που δίδασκε Ρωσικά.

Από τα λεγόμενα του πατέρα μου Ιακώβου και θείου μου Μουράτ

Ονούφριος Σεβάστωβ του Ιακώβου 1974