Τσαπράζι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Με την ονομασία τσαπράζι, εκ της τουρκικής τσαπράζ (= σταυρωτός, διασταυρούμενος) περιγράφεται το σταυρωτό αλυσιδωτό επιστήθιο κόσμημα το οποίο φοριόταν τόσο από άνδρες όσο και από γυναίκες.[1] Αποτελεί ιδιαίτερο κόσμημα της ελληνικής ανδρικής εθνικής φορεσιάς.

Τσαπράζια έφεραν συνηθέστερα οι κάτοικοι των πολεμικών περιοχών του ελλαδικού χώρου επί τουρκοκρατίας, λίγο προ της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, και κυρίως οι Σουλιώτες, στις επίσημες φορεσιές του αλλά και οι Σαρακατσάνοι[2] και οι Πόντιοι.

Τα τσαπράζια ήταν συνηθέστερα αργυρά, και πολύ σπάνια επίχρυσα, συμπλέγματα πολλών αλυσίδων σε μορφή ζωνών με καλλιτεχνικές σμαλτοδέσεις, μικρούς δικέφαλους αετούς, φυλαχτά και θυσάνους που φέρονταν από του ενός ώμου στον άλλο, χιαστί, διασταυρούμενα επί του στήθους. Τα τσαπράζια αποτελούσαν σύμβολα λεβεντιάς, πλούτου αλλά και ηρωικής καταγωγής.

Ως τσαπράζι, αναφέρεται στην Κρήτη το πριονωτό, αναδιπλούμενο μαχαίρι το οποίο χρησιμοποιείται κατά την εποχή του τρύγου.[3]

Τσαπράζι λέγεται και η ειδική φαλτσέτα που είχαν οι αλμπάνηδες (πεταλωτές) για να κόβουν/περιποιούνται τα νύχια των ζώων πριν τα πεταλώσουν.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

τσαπράζι στην ξυλουργική είναι τα δόντια του πριονιού που πρέπει το ένα να είναι προς την πλευρά και το άλλο προς την άλλη! Το εργαλείο που κάνει αυτη την δουλειά λέγετε τσαπραδολόγος...

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • "Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια" τομ. ΚΓ΄, σελ. 413