Ταυρίνη

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η ταυρίνη, ή 2-αμινοαιθανοσουλφονικό οξύ, είναι οργανική ένωση που κατανέμεται ευρέως στους ζωικούς ιστούς.[1] Είναι ένα σημαντικό συστατικό της χολής και μπορεί να βρεθεί στο παχύ έντερο, και αντιπροσωπεύει μέχρι και το 0,1% του συνολικού σωματικού βάρους του σώματος. Η ταυρίνη ονομάστηκε έτσι επειδή απομονώθηκε για πρώτη φορά από χολή βοδιού το 1827 από τους Γερμανούς επιστήμονες Φρίντριχ Τίντεμαν και Λεοπόλδο Γκμέλιν.[2]

Η ταυρίνη έχει πολλούς θεμελιώδεις βιολογικούς ρόλους, όπως η σύζευξη των χολικών οξέων, η αντιοξειδωτική δράση, η ωσμορύθμιση, η σταθεροποίηση μεμβράνης και ο συντονισμός της σηματοδότησης ασβεστίου. Είναι απαραίτητη για την καρδιαγγειακή λειτουργία και την ανάπτυξη και λειτουργία του σκελετικού μυός, του αμφιβληστροειδούς και του κεντρικού νευρικού συστήματος. Η ταυρίνη είναι κοινή πρόσθετη ουσία στα ενεργειακά ποτά, τα οποία συχνά προωθούνται ως εκ τούτου.

Η ταυρίνη είναι ασυνήθιστη μεταξύ των βιολογικών μορίων ως σουλφονικό οξύ, ενώ η συντριπτική πλειονότητα των βιολογικώς απαντώμενων οξέων περιέχει την πιο ασθενώς όξινη καρβοξυλική ομάδα. Παρόλο που η ταυρίνη ονομάζεται μερικές φορές αμινοξύ και πράγματι είναι οξύ που περιέχει μια αμινομάδα, δεν είναι αμινοξύ στην συνήθη βιοχημική έννοια του όρου, η οποία αναφέρεται σε εκείνες τις ενώσεις που περιέχουν τόσο μια αμινομάδα όσο και μια καρβοξυλομάδα συνδεδεμένη στο πρώτο (άλφα-) άτομο άνθρακα.[3]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Schuller-Levis, Georgia B.; Park, Eunkyue (2003). «Taurine: new implications for an old amino acid». FEMS Microbiology Letters 226: 195–202. doi:10.1016/S0378-1097(03)00611-6. 
  2. F. Tiedemann, L. Gmelin; Gmelin (1827). «Einige neue Bestandtheile der Galle des Ochsen». Annalen der Physik 85 (2): 326–37. doi:10.1002/andp.18270850214. Bibcode1827AnP....85..326T. 
  3. «the definition of amino acid». Dictionary.com. Ανακτήθηκε στις 2017-02-22.