Στάζι
| Ministerium für Staatssicherheit | |
Σημαία | |
| Γενικές πληροφορίες | |
|---|---|
| Σύσταση | 8 Φεβρουαρίου 1950 |
| Κατάργηση | 3 Οκτωβρίου 1990 |
| Έδρα | Ανατολικό Βερολίνο, Ανατολική Γερμανία |
| Υπάλληλοι | 91.015 |
| Διευθυντές | Βίλχελμ Τσάισερ (1950–1953) Ερνστ Βόλλβεμπερ (1953–1957) Έριχ Μίλκε (1957–1989) Βόλφγκανγκ Σβάνιτς (1989–1990) |
| δεδομένα () | |
Το Υπουργείο Κρατικής Ασφαλείας (γερμανικά: Ministerium für Staatssicherheit, MfS, ή αλλιώς Stasi προφέρεται: Στάζι) της Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας ιδρύθηκε στις 8 Φεβρουαρίου 1950 και στεγαζόταν σε ένα τεράστιο κτήριο στο Λίχτενμπεργκ του Βερολίνου. Ανέπτυξε σταδιακά ένα τεράστιο δίκτυο επισήμων υπαλλήλων και πληροφοριοδοτών, οι οποίοι κατασκόπευαν και αρχειοθετούσαν κάθε πτυχή της ζωής εκατομμυρίων πολιτών της χώρας. Με την κατάρρευση του καθεστώτος, έγινε γνωστό ότι οι επίσημοι υπάλληλοι της Στάζι ανέρχονταν σε περίπου 91.000, οι ανεπίσημοι πληροφοριοδότες σε πάνω από 300.000, ενώ οι φάκελοι έφταναν τα δέκα εκατομμύρια. Η λειτουργία της Στάζι στην Ανατολική Γερμανία έμοιαζε με εκείνη της KGB στη Σοβιετική Ένωση, καθώς στόχευε στη διατήρηση της κρατικής εξουσίας και της θέσης του κυβερνώντος κόμματος, στην προκειμένη περίπτωση του Σοσιαλιστικού Ενιαίου Κόμματος Γερμανίας (SED). Αυτό επιτυγχανόταν κυρίως μέσω δεκάδων χιλιάδων πολιτών-πληροφοριοδοτών, γνωστών ως ''ανεπίσημοι συνεργάτες'', οι οποίοι συνέβαλαν στη σύλληψη περίπου 250.000 ανθρώπων μόνο στη Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας (ΛΔΓ). Ο Έριχ Μίλκε, ο μακροβιότερος επικεφαλής της Στάζι, διοικούσε την οργάνωση από το 1957 έως το 1989 — για 32 από τα 40 χρόνια ύπαρξης της Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας (ΛΔΓ).
Παρότι η Στάζι του Μίλκε απέκτησε τυπικά ανεξαρτησία το 1957, η KGB συνέχισε να διατηρεί αξιωματικούς συνδέσμους σε όλες τις οκτώ κύριες διευθύνσεις της Στάζι στην έδρα της υπηρεσίας και σε κάθε μία από τις δεκαπέντε περιφερειακές διοικήσεις στη ΛΔΓ. Η Στάζι είχε επίσης προσκληθεί από την KGB να δημιουργήσει επιχειρησιακές βάσεις στη Μόσχα και στο Λένινγκραντ, με σκοπό την παρακολούθηση Ανατολικογερμανών τουριστών που επισκέπτονταν τη Σοβιετική Ένωση. Το 1978, ο Μίλκε παραχώρησε επίσημα στους αξιωματικούς της KGB στην Ανατολική Γερμανία τα ίδια δικαιώματα και εξουσίες που είχαν στη Σοβιετική Ένωση. Σύμφωνα με το BBC, ο αξιωματικός της KGB (και μελλοντικός πρόεδρος της Ρωσίας) Βλαντίμιρ Πούτιν εργάστηκε στη Δρέσδη από το 1985 έως το 1989 ως αξιωματικός-σύνδεσμος με τη Στάζι.[1] Εργαζόταν ως μεταφραστής σαν «κάλυψη», για τη δραστηριότητά του στην KGB. O Εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ, σχολίασε ότι η KGB και η Στάζι ήταν «συνεργαζόμενες υπηρεσίες πληροφοριών».

Προσωπικό και Στρατολόγηση
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Μεταξύ 1950 και 1989, η Στάζι απασχολούσε συνολικά 274.000 άτομα στην προσπάθειά της να εντοπίσει τον «ταξικό εχθρό». Το 1989, η Στάζι είχε 91.015 πλήρως απασχολούμενους υπαλλήλους, συμπεριλαμβανομένων 2.000 πλήρως αμειβόμενων ανεπίσημων συνεργατών, 13.073 στρατιωτών και 2.232 αξιωματικών του στρατού της ΛΔΓ, καθώς και 173.081 ανεπίσημων πληροφοριοδοτών εντός της ΛΔΓ και 1.553 πληροφοριοδοτών στη Δυτική Γερμανία.
Οι κανονικοί αξιωματικοί της Στάζι στρατολογούνταν από στρατεύσιμους που είχαν απολυθεί τιμητικά μετά την υποχρεωτική στρατιωτική τους θητεία των 18 μηνών, ήταν μέλη του Σοσιαλιστικού Ενιαίου Κόμματος Γερμανίας (SED), είχαν υψηλό επίπεδο συμμετοχής στις δραστηριότητες της νεολαίας του κόμματος και είχαν υπάρξει πληροφοριοδότες της Στάζι κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας τους στον στρατό. Οι υποψήφιοι έπρεπε στη συνέχεια να προταθούν από τους πολιτικούς αξιωματικούς της στρατιωτικής τους μονάδας και από πράκτορες της Στάζι, καθώς και από τους τοπικούς επικεφαλής της Στάζι και της Volkspolizei στην περιφέρεια (Bezirk) όπου κατοικούσαν μόνιμα, αλλά και από τον γραμματέα της περιφερειακής οργάνωσης του SED.
Οι υποψήφιοι υποβάλλονταν κατόπιν σε διάφορες δοκιμασίες και εξετάσεις που αξιολογούσαν την πνευματική τους ικανότητα για αξιωματικούς, καθώς και την πολιτική τους αξιοπιστία. Απόφοιτοι πανεπιστημίου που είχαν ήδη ολοκληρώσει τη στρατιωτική τους θητεία δεν χρειάζονταν να δώσουν αυτές τις εξετάσεις. Στη συνέχεια φοιτούσαν σε διετές πρόγραμμα εκπαίδευσης αξιωματικών στη σχολή της Στάζι (Hochschule) στο Πότσνταμ. Υποψήφιοι με χαμηλότερες διανοητικές ή ακαδημαϊκές επιδόσεις γίνονταν απλοί τεχνικοί και παρακολουθούσαν ένα μονοετές τεχνολογικά εντατικό πρόγραμμα για υπαξιωματικούς. Μέχρι το 1995, είχαν ταυτοποιηθεί περίπου 174.000 inoffizielle Mitarbeiter (IMs), δηλαδή ανεπίσημοι πληροφοριοδότες της Στάζι, σχεδόν το 2,5% του πληθυσμού της Ανατολικής Γερμανίας ηλικίας 18 έως 60 ετών. Περίπου 10.000 από αυτούς ήταν κάτω των 18 ετών.
Σύμφωνα με συνέντευξη του Γιοαχίμ Γκάουκ, ο συνολικός αριθμός των πληροφοριοδοτών θα μπορούσε να φτάνει έως και τις 500.000. Ένας πρώην συνταγματάρχης της Στάζι, που υπηρετούσε στη διεύθυνση αντικατασκοπείας, εκτίμησε ότι ο αριθμός θα μπορούσε να φτάνει ακόμη και τα 2 εκατομμύρια αν συμπεριληφθούν και οι περιστασιακοί πληροφοριοδότες. Υπάρχει πάντως σημαντική επιστημονική διαφωνία σχετικά με το πραγματικό πλήθος των IMs που χρησιμοποιήθηκαν. Εκτός της κατασκοπείας των πολιτών της χώρας, το έργο της Στάζι περιελάμβανε κατασκοπεία δυτικών κρατών και ιδίως της Δυτικής Γερμανίας, την οποία επιχειρούσε να αποσταθεροποιήσει μέσω της ενίσχυσης της RAF[2]. Τέλος, το έργο της περιελάμβανε ανακρίσεις και βασανισμούς κρατουμένων. Μετά από την πτώση του καθεστώτος, βασανισθέντες αποκάλυψαν ότι ακτινοβολούνταν εσκεμμένα στις φυλακές της Στάζι με ραδιενέργεια, προκειμένου να τους προξενηθεί καρκίνος[3].
Διείσδυση
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Αξιωματικοί πλήρους απασχόλησης τοποθετήθηκαν σε όλες τις μεγάλες βιομηχανικές μονάδες (η έκταση οποιασδήποτε επιτήρησης, εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από το πόσο πολύτιμο ήταν ένα προϊόν για την οικονομία).[4] Επίσης, ένας ένοικος σε κάθε πολυκατοικία λειτοργούσε ως φύλακας, που ανέφερε σε έναν τοπικό εκπρόσωπο της Volkspolizei (Vopo). Οι κατάσκοποι ανέφεραν κάθε συγγενή ή φίλο, που διέμενε στο διαμέρισμα κάποιου άλλου. Μικροσκοπικές τρύπες ανοίχτηκαν σε τοίχους διαμερισμάτων και δωματίων ξενοδοχείων, μέσω των οποίων πράκτορες της Στάζι βιντεοσκοπούσαν πολίτες με ειδικές κάμερες. Σχολεία, πανεπιστήμια και νοσοκομεία παρακολουθούνταν[5] εκτενώς, όπως και οργανισμοί, λέσχες υπολογιστών όπου οι έφηβοι αντάλλασσαν δυτικά βιντεοπαιχνίδια.[6]
Η Στάζι είχε επίσημες κατηγοριοποιήσεις για κάθε τύπο πληροφοριοδότη, και είχε επίσημες οδηγίες για το πώς να εξάγει πληροφορίες και να ελέγχει εκείνους με τους οποίους έρχονταν σε επαφή.[4] Οι ρόλοι των πληροφοριοδοτών κυμαίνονταν, από εκείνους που ήδη εμπλέκονταν με κάποιο τρόπο στην κρατική ασφάλεια (όπως η αστυνομία και οι ένοπλες δυνάμεις) έως εκείνους στα κινήματα των αντιφρονούντων (όπως στις τέχνες και την Προτεσταντική Εκκλησία).[4] Οι πληροφοριοδότες αισθάνονταν σημαντικοί, τους δίνονταν υλικά ή κοινωνικά κίνητρα και ήταν διαποτισμένοι με αίσθημα περιπέτειας, και μόνο περίπου το 7,7%, σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, εξαναγκάζονταν να συνεργαστούν. Ένα σημαντικό ποσοστό όσων ενημέρωναν ήταν μέλη του ΕΣΚΓ. Η χρήση κάποιας μορφής εκβιασμού δεν ήταν ασυνήθιστη.[4] Ένας μεγάλος αριθμός πληροφοριοδοτών της Στάζι ήταν κοινοί άνθρωποι, όπως οδηγοί τραμ, θυρωροί, γιατροί, νοσοκόμες και δάσκαλοι. Ο Μίλκε πίστευε ότι οι καλύτεροι πληροφοριοδότες ήταν εκείνοι των οποίων η εργασία συνεπαγόταν συχνή επαφή με το κοινό.[7]
Τα μέλη της Στάζι αυξήθηκαν σημαντικά μετά την υπογραφή της Συμφωνίας του Ελσίνκι, από τις χώρες του Ανατολικού Μπλοκ το 1975, την οποία ο ηγέτης της ΛΔΓ, Έριχ Χόνεκερ θεώρησε σοβαρή απειλή για το καθεστώς του, επειδή περιλάμβανε διατυπώσεις που δέσμευαν τα υπογράφοντα κράτη, να σέβονται τα «ανθρώπινα και θεμελιώδη δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένης της ελευθερίας σκέψης, συνείδησης, θρησκείας και πεποιθήσεων».[5] Ο αριθμός των IM (ανεπίσημοι συνεργάτες) έφτασε στο αποκορύφωμά του, σε περίπου 180.000 εκείνο το έτος, έχοντας αυξηθεί σταδιακά από 20.000 σε 30.000 στις αρχές της δεκαετίας του 1950, και φτάνοντας τους 100.000 για πρώτη φορά το 1968, σε απάντηση στην Οστπολιτίκ και σε διαμαρτυρίες παγκοσμίως.[4] Η Στάζι λειτουργούσε επίσης ως ενδιάμεσος (proxy) για την KGB, δραστηριοποιούμενη σε άλλες χώρες του Ανατολικού Μπλοκ, όπως η Πολωνία, όπου οι Σοβιετικοί ήταν αντιπαθείς.[5]
Η Στάζι διείσδυσε σχεδόν σε κάθε πτυχή της ζωής της ΛΔΓ. Στα μέσα της δεκαετίας του 1980, ένα δίκτυο πληροφοριοδοτών άρχισε να αναπτύσσεται και στα δύο γερμανικά κράτη. Μέχρι την κατάρρευση της Ανατολικής Γερμανίας το 1989, η Στάζι απασχολούσε 91.015 υπαλλήλους και 173.081 πληροφοριοδότες.[8] Περίπου ένας στους 63 Ανατολικογερμανούς συνεργαζόταν με τη Στάζι. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, η Στάζι διατηρούσε μεγαλύτερη επιτήρηση στον λαό της από οποιαδήποτε μυστική αστυνομική δύναμη στην ιστορία.[9] Απασχολούσε έναν μυστικό αστυνομικό για κάθε 166 Ανατολικογερμανούς. Συγκριτικά, η Γκεστάπο απασχολούσε έναν μυστικό αστυνομικό ανά 2.000 άτομα.[5] Τα ποσοστά αυξάνονταν ακόμη περισσότερο όταν συνυπολογίζονταν και οι μερικής απασχόλησης IM, η Στάζι είχε έναν πράκτορα για κάθε 6,5 άτομα.. Αυτή η σύγκριση οδήγησε τον κυνηγό των Ναζί, Σιμόν Βίζενταλ να αποκαλέσει τη Στάζι πιο καταπιεστική από τη Γκεστάπο. Πράκτορες της Στάζι είχαν διεισδύσει και υπονόμευαν και την κυβέρνηση καθώς και τις υπηρεσίες κατασκοπείας της Δυτικής Γερμανίας. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι σύζυγοι κατασκόπευαν ακόμη και ο ένας τον άλλον. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού ήταν η ακτιβίστρια για την ειρήνη Βέρα Λένγκσφελντ, της οποίας ο σύζυγος, Κνουτ Βόλενμπεργκερ, ήταν πληροφοριοδότης της Στάζι.[7]
Zersetzung: Η τεχνική ψυχολογικής διάλυσης της Στάζι

Η Στάζι τελειοποίησε την τεχνική της ψυχολογικής παρενόχλησης εναντίον των θεωρούμενων εχθρών, γνωστή ως Zersetzung – ένας όρος δανεισμένος από τη χημεία που κυριολεκτικά σημαίνει “αποσύνθεση”. Χρησιμοποιούσε δηλαδή αυτή την τακτική για να ''διαλύει ψυχολογικά'' ανθρώπους χωρίς να τους συλλαμβάνει, κάνοντας τη ζωή τους σταδιακά αφόρητη μέσω παρακολούθησης, παραπλάνησης και πίεσης Στη δεκαετία του 1970, η Στάζι αποφασίσε ότι οι μέθοδοι δημόσιας καταπίεσης που χρησιμοποιούνταν έως τότε, όπως η σύλληψη και τα βασανιστήρια, ήταν χονδροειδείς και εύκολα αντιληπτές. Τέτοιες μορφές καταπίεσης προκαλούσαν σημαντική διεθνή κατακραυγή.
Κατανοήθηκε ότι η ψυχολογική παρενόχληση ήταν πολύ λιγότερο πιθανό να αναγνωριστεί ως αυτό που πραγματικά ήταν, με αποτέλεσμα τα θύματα να είναι λιγότερο πιθανό να οδηγηθούν σε ενεργή αντίσταση. Έτσι μπορούσε επίσης να αποφευχθεί η διεθνής καταδίκη.Το Zersetzung σχεδιάστηκε ώστε να εκτροχιάζει και να ''απενεργοποιεί'' τους θεωρούμενους εχθρούς, ώστε να χάνουν τη θέληση να συνεχίσουν οποιεσδήποτε ''ανάρμοστες'' δραστηριότητες. Όποιος θεωρούνταν ότι εκφράζει πολιτικά, πολιτιστικά ή θρησκευτικά ''λανθασμένες'' στάσεις, μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ''εχθρική-αρνητική'' δύναμη και να στοχοποιηθεί με μεθόδους Zersetzung.[10] Για αυτόν τον λόγο, μέλη της Εκκλησίας, συγγραφείς, καλλιτέχνες και ομάδες νέων με δική τους ταυτότητα, στυλ, μουσική, ιδέες κλπ., που διαφέρουν από το κυρίαρχο κοινωνικό πρότυπο, ήταν συχνά θύματα. Οι μέθοδοι Zersetzung εφαρμόζονταν και αναπτύσσονταν περαιτέρω με έναν “δημιουργικό και διαφοροποιημένο” τρόπο, ανάλογα με το συγκεκριμένο άτομο που στοχοποιούνταν, δηλαδή προσαρμόζονταν στην ψυχολογία και την κατάσταση ζωής του στόχου. Οι τακτικές που εφαρμόζονταν στο πλαίσιο της Zersetzung συνήθως περιλάμβαναν τη διατάραξη της ιδιωτικής ή οικογενειακής ζωής του θύματος. Αυτό συχνά περιλάμβανε ψυχολογικές επιθέσεις, όπως εισβολές στο σπίτι τους και διακριτική αλλοίωση του περιεχομένου του, σε μια μορφή gaslighting, δηλαδή μετακίνηση επίπλων, αλλαγή της ώρας σε ένα ξυπνητήρι, αφαίρεση φωτογραφιών από τους τοίχους ή αντικατάσταση ενός είδους τσαγιού με κάποιο άλλο κ.λπ.
Άλλες πρακτικές περιλάμβαναν φθορά περιουσίας, σαμποτάζ αυτοκινήτων, απαγορεύσεις ταξιδιών, υπονόμευση της καριέρας, σκόπιμη παροχή λανθασμένης ιατρικής αγωγής, εκστρατείες δυσφήμισης που μπορούσαν να περιλαμβάνουν την αποστολή πλαστών ή ενοχοποιητικών φωτογραφιών ή εγγράφων στην οικογένεια του θύματος, καταγγελίες, προκλήσεις, ψυχολογικό πόλεμο, ψυχολογική υπονόμευση, τηλεφωνικές υποκλοπές, τοποθέτηση κοριών, μυστηριώδη τηλεφωνήματα, ακόμη και αποστολή ενός δονητή στη σύζυγο του στόχου. Συνήθως, τα θύματα δεν είχαν ιδέα ότι η Στάζι ήταν υπεύθυνη. Πολλοί πίστευαν ότι έχαναν τα λογικά τους, και ψυχικές καταρρεύσεις καθώς και αυτοκτονίες ήταν μερικές φορές το αποτέλεσμα.
Οι άμεσες σωματικές επιθέσεις δεν αποτελούσαν μέρος της διαδικασίας, ούτε καν συγκαλυμμένα. Το 2000, η ερευνητική ομάδα Projektgruppe Strahlen αμφισβήτησε τους ισχυρισμούς ότι η Στάζι είχε χρησιμοποιήσει ακτινοβολία Χ εναντίον θυμάτων. Παρ’ όλα αυτά, οι ισχυρισμοί συνεχίστηκαν και, το 2001, η Επιτροπή Γκάουκ, που ερευνούσε τις δραστηριότητες της Στάζι, υποστήριξε ότι ''ασυνήθιστα μη ιατρικά μηχανήματα ακτίνων Χ'' που βρέθηκαν σε πολιτικές φυλακές ενδέχεται να ήταν όπλα και να χρησιμοποιήθηκαν για την ακτινοβόληση κρατουμένων. Υπήρχαν υποψίες ότι τέτοια έκθεση οδήγησε σε θανάτους από καρκίνο ορισμένων επιφανών αντιφρονούντων.
Ένα μεγάλο πλεονέκτημα της παρενόχλησης που ασκούνταν μέσω της Zersetzung ήταν ότι, λόγω της σχετικά διακριτικής φύσης της, μπορούσε να διαψευστεί με πειστικό τρόπο, ακόμη και σε διπλωματικούς κύκλους. Αυτό ήταν σημαντικό, καθώς η ΛΔΓ προσπαθούσε να βελτιώσει τη διεθνή της εικόνα κατά τις δεκαετίες του 1970 και 1980, ιδιαίτερα στο πλαίσιο της Οστπολιτίκ του Δυτικογερμανού καγκελάριου Βίλι Μπραντ, η οποία βελτίωσε σημαντικά τις σχέσεις μεταξύ των δύο γερμανικών κρατών. Για αυτούς τους πολιτικούς και επιχειρησιακούς λόγους, η Zersetzung έγινε η κύρια μέθοδος καταστολής στη ΛΔΓ.[10]
Δομή
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και στις αρχές της δεκαετίας του 1980, η Στάζι διέθετε περισσότερους από 100.000 υπαλλήλους, εκ των οποίων οι 11.000 ανήκαν στο Επίλεκτο Σύνταγμα Ασφαλείας Felix Dzerzhinsky, ενώ οι υπόλοιποι υπηρετούσαν στα διάφορα τμήματα της υπηρεσίας.
To Υπουργείο Κρατικής Ασφαλείας (MfS) οργανωμένο σε περισσότερα από 40 διαφορετικά τμήματα και κλάδους, γνωστά ως Hauptabteilungen (Κύριες Διευθύνσεις), καθεμία από τις οποίες κάλυπτε διαφορετικό τομέα δραστηριότητας:[11]
- HA I (εσωτερική ασφάλεια των Ενόπλων Δυνάμεων (NVA) και των Grenztruppen (συνοριοφυλακής)
- HA II (αντικατασκοπεία, έλεγχος ξένων πρεσβειών, εσωτερική ασφάλεια του MfS, ειδικές επιχειρήσεις)
- HA III (ηλεκτρονική παρακολούθηση)
- HA VI (έλεγχος διαβατηρίων και συνόρων, ασφάλεια τουρισμού)
- HA VII (εσωτερική ασφάλεια της Volkspolizei)
- HA VIII (έρευνες και παρακολούθηση, έλεγχος διαμετακομιστικών διαδρομών)
- HA IX (εσωτερικές ανακρίσεις)
- HA XVIII (ασφάλεια οικονομίας, βιομηχανίας και γεωργίας)
- HA XIX (μεταφορές και επικοινωνίες)
- HA XX (εσωτερική ασφάλεια κυβέρνησης, πολιτικά κόμματα, εκκλησίες, αθλητισμός, νεολαία, αντιφρονούντες)
- HA XXII (αντιτρομοκρατική υπηρεσία και καταστολή ταραχών)
- HA Cadre (εκπαίδευση, διαχείριση προσωπικού και πειθαρχία)
- HA Personal (προστασία ηγεσίας του κόμματος)
- HVA (εξωτερική κατασκοπεία και πληροφορίες)
- Abteilung X (συνεργασία ασφαλείας με χώρες Ανατολικής Ευρώπης)
- Abteilung XI (κεντρική υπηρεσία κρυπτογράφησης)
- Abteilung XIII (κέντρο υπολογιστών)
- Abteilung XIV (φυλακές και στρατόπεδα εργασίας)
- Abteilung XVII (γραφεία αδειών διέλευσης στο Δυτικό Βερολίνο)
- Abteilung 26 (έλεγχος τηλεφώνων και υποκλοπές)
- Νομικό Τμήμα MfS
- Juristische Hochschule des MfS (Σχολή Δικαιοσύνης, εκπαίδευση αξιωματικών)
- Fachschule Gransee (σχολή βασικής εκπαίδευσης)
- Κεντρική Ιατρική Υπηρεσία MfS
- Ινστιτούτο Εκπαίδευσης Ξένων Γλωσσών
- Arbeitsgruppe des Ministers (AGM)(Ομάδα Εργασίας του Υπουργού, εγκλεισμοί και ειδικές δυνάμεις)
- Arbeitsgruppe des Ministers 5 (AGM 5) (ειδικές δυνάμεις, επιχειρήσεις δολιοφθοράς και ελεύθεροι σκοπευτές)
- Abteilung M (έλεγχος ταχυδρομείου)
- Τμήμα Οικονομικών
- Zentrale Koordinierungsgruppe (ZKG) (αντιμετώπιση αποστασιών/αποδράσεων)
- Verwaltung Rückwärtige Dienste (υποστηρικτικές υπηρεσίες και κατασκευή εγκαταστάσεων)
- Zentraler Operationsstab (κεντρικός επιχειρησιακός σχεδιασμός και συντονισμός)
- Abteilung E (πλαστογράφηση εγγράφων και διαβατηρίων)
- Abteilung Bewaffnung, Chemische Dienste (εξοπλισμός και χημικές υπηρεσίες)
Επιχειρήσεις στο εξωτερικό
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Μετά τη γερμανική επανένωση, αποκαλύφθηκαν και δημοσιοποιήθηκαν οι διεθνείς δραστηριότητες της Στάζι, όπως η στρατιωτική εκπαίδευση της Δυτικογερμανικής οργάνωσης Φράξια Κόκκινος Στρατός. Δεδομένης της στενής σχέσης μεταξύ της KGB και της Στάζι, οι επιχειρήσεις τους στον Τρίτο Κόσμο, παρουσίαζαν έναν σαφή καταμερισμό αρμοδιοτήτων. Οι Σοβιετικοί παρείχαν στρατιωτικό εξοπλισμό, χρηματοδότηση και στρατιωτικούς συμβούλους, ενώ οι Ανατολικογερμανοί οργάνωναν και εκπαίδευαν μυστικές αστυνομίες και υπηρεσίες πληροφοριών.[12]
Η Κούβα αποτέλεσε το πρώτο σημαντικό ''δοκιμαστικό πεδίο'' για τη δημιουργία μιας νέας μυστικής αστυνομίας και μιας υψηλού επιπέδου υπηρεσίας πληροφοριών.[13] Η επιχείρηση αυτή ενίσχυσε τις σχέσεις Κούβας - Ανατολικής Γερμανίας, ενώ παράλληλα έδωσε στη Στάζι πρόσβαση σε πληροφορίες που συνέλεγαν οι Κουβανοί στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η φήμη της Στάζι ήταν αρκετά διεθνής, με το νεοσύστατο κράτος της Ζανζιβάρης να ζητά άμεσα βοήθεια για τη δημιουργία υπηρεσίας κρατικής ασφάλειας, ενώ η Ανατολική Γερμανία ήταν η πρώτη που το αναγνώρισε. Την ίδια περίοδο, ο Κβάμε Νκρούμαχ της Γκάνας υπέβαλε επίσης αίτημα, τονίζοντας ότι αυτό ήταν κρίσιμο για το παναφρικανικό κίνημα. Το Πολιτικό Γραφείο του κόμματος (Politburo), αποφάσισε να υποστηρίξει τα Αφρικανικά απελευθερωτικά κινήματα με στρατιωτική και υπηρεσιακή βοήθεια, υπό την de facto επίβλεψη του Έριχ Χόνεκερ. Το καθεστώς του Derg έλαβε βοήθεια για τη δημιουργία μηχανισμού κρατικής ασφάλειας, αν και υπήρξαν προβλήματα με τους 100 Αιθίοπες που στάλθηκαν για εκπαίδευση στην Ανατολική Γερμανία. Επιπλέον, η Στάζι άρχισε να εκπαιδεύει μέλη απελευθερωτικών κινημάτων στη Ροδεσία, στη Μοζαμβίκη, στη Ναμίμπια και στη Ζιμπάμπουε, καθώς και μέλη του ANC. Οι επιχειρήσεις του ANC χρηματοδοτούνταν με πλαστό χρήμα, υπό την καθοδήγηση του συνταγματάρχη Kurt Lewinsky.
Δραστηριοποιήθηκε επίσης στη Νότια Υεμένη, προκειμένου να διατηρεί τον έλεγχο του λιμανιού του Άντεν σε φιλικό καθεστώς, ώστε να εξασφαλίζεται η ροή όπλων προς την Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης.
Άλλες περιπτώσεις
- Αξιωματικοί της Στάζι βοήθησαν στην αρχική εκπαίδευση και ιδεολογική κατήχηση των υπηρεσιών κρατικής ασφάλειας της Αιγύπτου υπό την κυβέρνηση του Γκαμάλ Άμπντελ Νάσερ από το 1957–58 και μετά. Αυτή η συνεργασία σταμάτησε από τον Ανουάρ Σαντάτ το 1976.[14]
- Οργάνωσε και εκπαίδευσε εκτενώς τη Συριακή μυστική αστυνομία (Mukhabarat) υπό την κυβέρνηση του Χαφέζ αλ Άσαντ και το Κόμμα Μπάαθ από το 1966 και ιδιαίτερα από το 1973.[15]
- Έστειλε πράκτορες στη Δύση ως ''εν υπνώσει'' κατασκόπους, που ζούσαν καλυμμένοι μέχρι να ενεργοποιηθούν. Για παράδειγμα, ο Günter Guillaume έγινε ανώτερος σύμβουλος του καγκελάριου Βίλι Μπραντ και μετέφερε πληροφορίες για την πολιτική και την προσωπική του ζωή.
- Λειτουργούσε τουλάχιστον ένα πορνείο, χρησιμοποιώντας πράκτορες για παγίδευση ανδρών και γυναικών που εργάζονταν σε δυτικές κυβερνήσεις. Η ''παγίδευση'' χρησιμοποιούνταν επίσης εναντίον παντρεμένων ανδρών και ομοφυλόφιλων.
- Ο Αυστριακός δισεκατομμυριούχος επιχειρηματίας Μάρτιν Σλαφ, σύμφωνα με έρευνες του γερμανικού κοινοβουλίου, είχε κωδικό όνομα ''Landgraf'' και αριθμό μητρώου ''3886-86''. Έβγαζε χρήματα προμηθεύοντας απαγορευμένα (λόγω εμπάργκο) αγαθά στην Ανατολική Γερμανία.[16]
- Ο Σωκράτης Κόκκαλης αναφέρεται σε αρχεία της Στάζι ως πιθανός συνεργάτης, με δραστηριότητες που φέρονται να περιλάμβαναν μεταφορά τεχνολογικών μυστικών, και δωροδοκίες Ελλήνων αξιωματούχων για αγορά παλαιού εξοπλισμού τηλεπικοινωνιών της Ανατολικής Γερμανίας.
- Η τρομοκρατική οργάνωση Φράξια Κόκκινος Στρατόςπου σκότωσε δεκάδες Δυτικογερμανούς και άλλους, έλαβε οικονομική και υλικοτεχνική υποστήριξη από τη Στάζι, προστασία, και νέες ταυτότητες.[17][18]
- Οργάνωσε εκστρατεία βεβήλωσης Εβραϊκών νεκροταφείων και μνημείων στη Δυτική Γερμανία, με ναζιστικά σύμβολα, καθώς και αποστολή αντισημιτικών επιστολών, με στόχο να φαίνονται ως έργο Δυτικογερμανών. Επίσης χρηματοδότησε μικρές ομάδες ώστε να υπερασπίζονται δημόσια τον Άντολφ Άιχμαν.
- Χρηματοδότησε νεοναζιστικές ομάδες στη Δύση με σκοπό να δυσφημίσει τη Δυτική Γερμανία. Επίσης προστάτευσε τον καταζητούμενο νεοναζί Odfried Hepp, του έδωσε καταφύγιο και νέα ταυτότητα, για να ζήσει στη Μέση Ανατολή.[17]
- Συμμετείχε σε εκστρατεία προπαγάνδας κατά του Ισραήλ.
- Δολοφονία του Μπένο Όνεζοργκ. Ένας πληροφοριοδότης της Στάζι στην αστυνομία του Δυτικού Βερολίνου, ο Karl-Heinz Kurras, πυροβόλησε θανάσιμα έναν άοπλο διαδηλωτή, γεγονός που πυροδότησε ένα ευρύ κίνημα Μαρξιστικού ριζοσπαστισμού, διαμαρτυριών και τρομοκρατικής βίας. Το περιοδικό The Economist το περιγράφει ως ''η σφαίρα που εξαπάτησε μια γενιά''. [19]Τα σωζόμενα αρχεία της Στάζι δεν περιέχουν αποδείξεις ότι ο Kurras ενεργούσε κατόπιν εντολών τους όταν πυροβόλησε τον Μπένο Όνεζοργκ.
- Συμμετείχε στην επιχείρηση Infektion, βοηθώντας την KGB στη διάδοση παραπληροφόρησης ότι ο ιός HIV/AIDS δημιουργήθηκε από τις Ηνωμένες Πολιτείες.[20]
- Διαρροή χημικών της Sandoz. Ένα γερμανικό τηλεοπτικό ντοκιμαντέρ ανέφερε ότι η KGB διέταξε τη Στάζι να σαμποτάρει το εργοστάσιο χημικών, ώστε να αποσπαστεί η προσοχή από το πυρηνικό ατύχημα του Τσερνόμπιλ, που είχε συμβεί έξι μήνες νωρίτερα στην Ουκρανική ΣΣΔ.
- Ερευνητές έχουν βρει στοιχεία για μια ομάδα εκτελεστών (death squad) που πραγματοποίησε σειρά δολοφονιών, συμπεριλαμβανομένης της δολοφονίας της Σουηδής δημοσιογράφου Cats Falck, κατόπιν εντολών της κυβέρνησης της Ανατολικής Γερμανίας, από το 1976 έως το 1987. Οι προσπάθειες να διωχθούν ποινικά τα μέλη της, απέτυχαν.[21]
- Προσπάθησε να δολοφονήσει τον Wolfgang Welsch, έναν γνωστό επικριτή της κυβέρνησης της Ανατολικής Γερμανίας. Ο συνεργάτης της Στάζι, Peter Haack (με κωδικό όνομα “Alfons”) έγινε φίλος με τον Welsch, και στη συνέχεια του έδωσε δηλητηριασμένα χάμπουργκερ με θάλλιο. Χρειάστηκαν εβδομάδες για να καταλάβουν οι γιατροί, γιατί είχε χάσει ξαφνικά τα μαλλιά του.
- Έγγραφα στα αρχεία της Στάζι αναφέρουν ότι η KGB έδωσε εντολή σε Βούλγαρους πράκτορες να δολοφονήσουν τον Πάπα Ιωάννη Παύλο Β', ο οποίος ήταν γνωστός για την κριτική του στα ανθρώπινα δικαιώματα στο Ανατολικό Μπλοκ, και ότι η Στάζι ζητήθηκε να βοηθήσει στη συγκάλυψη των ιχνών.[22]
- Βοήθησε τη Ρουμανική μυστική υπηρεσία στην απαγωγή του αντιφρονούντα Oliviu Beldeanu από τη Δυτική Γερμανία.
- Σχεδίασε επίσης συνεργασία με το Βιετνάμ, για τη βελτίωση των υπηρεσιών πληροφοριών του, κατά τον πόλεμο του Βιετνάμ.[23]
- Το 1975 κατέγραψε συνομιλία Δυτικογερμανών πολιτικών (Χέλμουτ Κολ και Kurt Biedenkopf). Στη συνέχεια την ''διέρρευσε'' στο περιοδικό Stern, ως απομαγνητοφώνηση που υποτίθεται ότι είχε καταγραφεί από τις αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών. Το περιοδικό στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι οι Αμερικανοί υπέκλεπταν συνομιλίες Δυτικογερμανών, και το κοινό πίστεψε την ιστορία.[24]
Κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Η στρατολόγηση πληροφοριοδοτών γινόταν ολοένα και πιο δύσκολη προς την ενοποίηση, και μετά το 1986 υπήρξε αρνητικό ποσοστό εναλλαγής των πληροφοριοδοτών. Αυτό είχε σημαντικό αντίκτυπο στην ικανότητα της Στάζι να ερευνά τον πληθυσμό, σε μια περίοδο αυξανόμενης αναταραχής, και η γνώση των δραστηριοτήτων της Στάζι[4] έγινε πιο διαδεδομένη. Η Στάζι είχε αναλάβει κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου να αποτρέψει τις οικονομικές δυσκολίες της χώρας, από το να μετατραπούν σε πολιτικό πρόβλημα, αλλά απέτυχε να το πράξει. Στις 7 Νοεμβρίου 1989, σε απάντηση στην ταχέως μεταβαλλόμενη πολιτική και κοινωνική κατάσταση στη ΛΔΓ, ο Έριχ Μίλκε παραιτήθηκε. Στις 17 Νοεμβρίου 1989, το Υπουργικό Συμβούλιο (Ministerrat der DDR), μετονόμασε τη Στάζι σε Γραφείο Εθνικής Ασφάλειας (Amt für Nationale Sicherheit, AfNS), με επικεφαλής τον Αντιστράτηγο Βόλφγκανγκ Σβάνιτς. Στις 8 Δεκεμβρίου 1989, ο Πρωθυπουργός της ΛΔΓ, Χανς Μόντροουδιέταξε τη διάλυση του AfNS, η οποία επικυρώθηκε με απόφαση του Ministerrat στις 14 Δεκεμβρίου 1989.
Στο πλαίσιο αυτής της απόφασης, το Υπουργικό Συμβούλιο αρχικά ζήτησε την εξέλιξη της AfNS σε δύο ξεχωριστούς οργανισμούς: μια νέα υπηρεσία πληροφοριών εξωτερικού και ένα ''Γραφείο για την Προστασία του Συντάγματος της ΛΔΓ'', κατά το πρότυπο της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Προστασίας του Συντάγματος της Δυτικής Γερμανίας. Ωστόσο, η αντίδραση του κοινού ήταν εξαιρετικά αρνητική, και η κυβέρνηση απέσυρε τη δημιουργία της Συνταγματικής Προστασίας της ΛΔΓ και διέταξε την άμεση διάλυση του AfNS στις 13 Ιανουαρίου 1990. Ορισμένες λειτουργίες της AfNS που σχετίζονταν με την επιβολή του νόμου, παραδόθηκαν στο Υπουργείο Εσωτερικών της ΛΔΓ. Το ίδιο υπουργείο ανέλαβε επίσης την κηδεμονία των υπόλοιπων εγκαταστάσεων της AfNS.
Όταν το κοινοβούλιο της ενωμένης Γερμανίας διερεύνησε τα δημόσια κεφάλαια που εξαφανίστηκαν μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, ανακάλυψε ότι η Ανατολική Γερμανία είχε μεταφέρει μεγάλα χρηματικά ποσά στον Μάρτιν Σλαφ μέσω λογαριασμών στο Βαντούζ, την πρωτεύουσα του Λιχτενστάιν, σε αντάλλαγμα για αγαθά ''υπό δυτικό εμπάργκο''. Επιπλέον, υψηλόβαθμοι αξιωματικοί της Στάζι συνέχισαν τις σταδιοδρομίες τους μετά τη ΛΔΓ, σε διευθυντικές θέσεις στον όμιλο εταιρειών του Σλαφ. Για παράδειγμα, το 1990, ο Χέρμπερτ Κόλερ, διοικητής της Στάζι στη Δρέσδη, μετέφερε 170 εκατομμύρια μάρκα στον Σλαφ, και μήνες αργότερα άρχισε να εργάζεται γι' αυτόν. Οι έρευνες κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ''η αυτοκρατορία εταιρειών του Σλαφ έπαιξε κρίσιμο ρόλο'' στις προσπάθειες της Στάζι να εξασφαλίσει το οικονομικό μέλλον των πρακτόρων της Στάζι και να διατηρήσει ζωντανό το δίκτυο πληροφοριών.[25]
Ανάκτηση αρχείων της Στάζι
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Κατά τη διάρκεια της Ειρηνικής Επανάστασης του 1989, τα γραφεία και οι φυλακές της Στάζι σε όλη τη χώρα καταλήφθηκαν από πολίτες, αλλά όχι πριν η Στάζι καταστρέψει έναν αριθμό εγγράφων (περίπου 5%) που αποτελούνταν, σύμφωνα με έναν υπολογισμό, από 1 δισεκατομμύριο φύλλα χαρτιού. Το 1995 η γερμανική κυβέρνηση ξεκίνησε την ανασύνθεση των εγγράφων αυτών, τα οποία είχαν βρεθεί σε 16.000 σάκους .Το έργο της ταξινόμησης και της επεξεργασίας αυτών των φακέλων ανατέθηκε από την κυβέρνηση της Βόννης στον υπερκομματικό, αγωνιστή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και μετέπειτα πρόεδρο της Γερμανίας, Γιοάχιμ Γκάουκ. Η γνωστή ως ''Επιτροπή Γκάουκ'' στελεχώθηκε με 300 άτομα, μεταξύ των οποίων και πρώην υπάλληλοι της Στάζι. Ορισμένα αρχεία είχαν περιέλθει στην κατοχή της CIA, και επιστράφηκαν στη Γερμανία το 2000[26].
Επίθεση στα κεντρικά γραφεία
Με την πτώση της ΛΔΓ, η Στάζι διαλύθηκε. Οι υπάλληλοι της Στάζι άρχισαν να καταστρέφουν τα εκτεταμένα αρχεία και έγγραφα που κατείχαν, είτε με το χέρι είτε καίγοντάς τα, είτε με καταστροφείς εγγράφων. Όταν αυτό έγινε αντιληπτό, ξεκίνησε μια διαμαρτυρία μπροστά από τα κεντρικά γραφεία της Στάζι.[27] Το βράδυ της 15ης Ιανουαρίου 1990, ένα μεγάλο πλήθος σχηματίστηκε έξω από τις πύλες και ζήτησε να σταματήσει η καταστροφή ευαίσθητων αρχείων. Το κτίριο περιείχε τεράστια αρχεία προσωπικών αρχείων, πολλά από τα οποία θα παρείχαν σημαντικά στοιχεία για την καταδίκη όσων είχαν διαπράξει εγκλήματα για τη Στάζι. Οι διαδηλωτές συνέχισαν να αυξάνονται σε αριθμό μέχρι που κατάφεραν να ξεπεράσουν την αστυνομία και να εισέλθουν στο συγκρότημα. Μόλις μπήκαν μέσα, στόχοι της οργής των διαδηλωτών ήταν τα πορτρέτα του Έριχ Χόνεκερ και του Έριχ Μίλκε, τα οποία σκίστηκαν, ποδοπατήθηκαν ή κάηκαν. Ορισμένοι υπάλληλοι της Στάζι πετάχτηκαν από τα παράθυρα του επάνω ορόφου, και ξυλοκοπήθηκαν, αλλά δεν υπήρξαν θάνατοι ή σοβαροί τραυματισμοί. Μεταξύ των διαδηλωτών ήταν και πρώην συνεργάτες της Στάζι που προσπαθούσαν να καταστρέψουν ενοχοποιητικά έγγραφα.
Πολιτική αντιπαράθεση για τα αρχεία
Με την επανένωση της Γερμανίας στις 3 Οκτωβρίου 1990, ιδρύθηκε μια νέα κυβερνητική υπηρεσία, που ονομαζόταν Ομοσπονδιακή Επιτροπή για τα Αρχεία της Υπηρεσίας Κρατικής Ασφάλειας της πρώην Γερμανικής Λαϊκής Δημοκρατίας, επίσημα συντομογραφημένη ως "BStU".[28] Υπήρξε δημόσια συζήτηση, σχετικά με το τι έπρεπε να συμβεί με τα αρχεία, αν έπρεπε να ανοιχτούν στον λαό ή να παραμείνουν σφραγισμένα.
Κάποιοι από όσους αντιτάχθηκαν στο άνοιγμα των αρχείων επικαλέστηκαν την ιδιωτικότητα ως λόγο. Θεωρούσαν ότι οι πληροφορίες που περιέχονταν στα αρχεία θα προκαλούσαν αρνητικά συναισθήματα απέναντι σε πρώην μέλη της Στάζι και, με τη σειρά τους, θα οδηγούσαν σε βίαιες αντιδράσεις. Ο πάστορας Ράινερ Έπελμαν, ο οποίος έγινε Υπουργός Άμυνας και Αφοπλισμού μετά τον Μάρτιο του 1990, θεωρούσε ότι οι νέες πολιτικές ελευθερίες για πρώην μέλη της Στάζι, θα κινδύνευαν από πράξεις εκδίκησης. Ο πρωθυπουργός Λόταρ ντε Μεζιέρ έφτασε μάλιστα στο σημείο να προβλέψει δολοφονίες. Επίσης, τάχθηκαν κατά της χρήσης των αρχείων για τη σύλληψη πρώην μελών της Στάζι και τη δίωξή τους, υποστηρίζοντας ότι δεν ήταν όλα τα πρώην μέλη εγκληματίες, και δεν έπρεπε να τιμωρούνται μόνο και μόνο επειδή ήταν μέλη. Υπήρχαν επίσης κάποιοι που πίστευαν ότι όλοι ήταν ένοχοι για κάτι. Ο Πέτερ-Μίχαελ Ντίστελ, Υπουργός Εσωτερικών, εξέφρασε την άποψη ότι αυτά τα αρχεία δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τον προσδιορισμό της αθωότητας και της ενοχής. Άλλοι, όπως ο υπουργός Εσωτερικών της Δυτικής Γερμανίας Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, πίστευαν ότι έπρεπε να αφήσουν πίσω τους το παρελθόν της Στάζι και να εργαστούν για την επανένωση της Γερμανίας.
Αυτοί που στάθηκαν στην άλλη πλευρά της συζήτησης υποστήριξαν ότι ο καθένας θα έπρεπε να έχει το δικαίωμα να δει τον φάκελό του και ότι οι φάκελοι θα έπρεπε να ανοίξουν για να διερευνηθούν πρώην μέλη της Στάζι και να διωχθούν, καθώς και να τους αποτραπεί να κατέχουν αξιώματα. Το άνοιγμα των φακέλων θα βοηθούσε επίσης να διαλευκανθούν ορισμένες από τις φήμες που κυκλοφορούσαν εκείνη την εποχή. Κάποιοι πίστευαν ότι θα έπρεπε να διερευνηθούν οι πολιτικοί που εμπλέκονταν με τη Στάζι.
Η τύχη των αρχείων αποφασίστηκε τελικά με τη Συνθήκη Ενοποίησης μεταξύ της ΛΔΓ και της Δυτικής Γερμανίας. Αυτή η συνθήκη προώθησε τον νόμο Volkskammer περαιτέρω και επέτρεψε μεγαλύτερη πρόσβαση και ευρύτερη χρήση των αρχείων. Μαζί με την απόφαση να διατηρηθούν τα αρχεία σε μια κεντρική τοποθεσία στην Ανατολή, αποφάσισαν επίσης ποιος μπορούσε να δει και να χρησιμοποιήσει τα αρχεία, επιτρέποντας στους ανθρώπους να δουν τα δικά τους αρχεία. Το 1992, μετά από απόφαση αποχαρακτηρισμού της γερμανικής κυβέρνησης, τα αρχεία της Στάζι άνοιξαν, επιτρέποντας σε άτομα να αποκτήσουν πρόσβαση στα αρχεία τους. Ο Τίμοθι Γκάρτον Ας, Άγγλος ιστορικός, αφού διάβασε το φάκελό του, έγραψε το βιβλίο «Ο Φάκελος: Μια Προσωπική Ιστορία». [29]Μεταξύ 1991 και 2011, περίπου 2,75 εκατομμύρια άτομα, κυρίως πολίτες της ΛΔΓ, ζήτησαν να δουν τα δικά τους αρχεία.[87] Η απόφαση έδωσε επίσης στους πολίτες τη δυνατότητα να δημιουργούν αντίγραφα των εγγράφων τους. Ένα άλλο σημαντικό ερώτημα ήταν πώς τα μέσα ενημέρωσης μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν και να επωφεληθούν από τα έγγραφα. Αποφασίστηκε ότι τα μέσα ενημέρωσης μπορούσαν να αποκτήσουν πρόσβαση σε αρχεία εφόσον ήταν αποπροσωποποιημένα και δεν περιείχαν πληροφορίες για άτομα κάτω των 18 ετών ή πρώην μέλη της Στάζι. Αυτή η απόφαση όχι μόνο παρείχε πρόσβαση στα αρχεία στα μέσα ενημέρωσης, αλλά και στα σχολεία.
Εντοπισμός πρώην πληροφοριοδοτών

Ορισμένες ομάδες εντός της πρώην κοινότητας της Στάζι χρησιμοποίησαν απειλές βίας για να τρομάξουν τους κυνηγούς της Στάζι, οι οποίοι εντόπιζαν ενεργά πρώην μέλη. Αν και αυτοί οι κυνηγοί κατάφεραν να εντοπίσουν πολλα πρώην μέλη της Στάζι, δεν μπορούσαν να απαγγελθούν κατηγορίες εναντίον κανενός απλώς και μόνο επειδή ήταν εγγεγραμμένο μέλος. Το εν λόγω άτομο έπρεπε να είχε συμμετάσχει σε παράνομη πράξη. Μεταξύ των υψηλών προσώπων που συνελήφθησαν και δικάστηκαν ήταν ο Έριχ Μίλκε, Τρίτος Υπουργός Κρατικής Ασφάλειας της ΛΔΓ, και ο Έριχ Χόνεκερ, αρχηγός κράτους της ΛΔΓ. Ο Μίλκε καταδικάστηκε σε έξι χρόνια φυλάκιση για τη δολοφονία δύο αστυνομικών το 1931. Ο Χόνεκερ κατηγορήθηκε ότι ενέκρινε τη δολοφονία επίδοξων δραπετών κατά μήκος των ανατολικών-δυτικών συνόρων και του Τείχους του Βερολίνου. Κατά τη διάρκεια της δίκης του, υποβλήθηκε σε θεραπεία για τον καρκίνο. Ο Χόνεκερ πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του ελεύθερος. Πέθανε στη Χιλή τον Μάιο του 1994.
Ανασύνθεση κατεστραμμένων αρχείων
Η ανασύνθεση των κατεστραμμένων αρχείων ήταν σχετικά εύκολη, λόγω του αριθμού των αρχείων, και της βλάβης των μηχανών τεμαχισμού (σε ορισμένες περιπτώσεις, ο ''τεμαχισμός'' σήμαινε το σκίσιμο των σελίδων στα δύο με το χέρι, καθιστώντας τα έγγραφα εύκολα ανακτήσιμα). Το 1995, το BStU άρχισε να ανασυνθέτει τα τεμαχισμένα έγγραφα. 13 χρόνια αργότερα, οι αρχειονόμοι που είχαν αναλάβει τα έργα είχαν ανασυνθέσει μόνο 327 σάκους. Η ανάκτηση δεδομένων με τη βοήθεια υπολογιστή χρησιμοποιείται τώρα για την ανασύνθεση των υπόλοιπων 16.000 σάκων, που αντιπροσωπεύουν περίπου 45 εκατομμύρια σελίδες. Εκτιμάται ότι η ολοκλήρωση της εργασίας μπορεί να απαιτήσει 30 εκατομμύρια δολάρια.
Η CIA απέκτησε ορισμένα αρχεία της Στάζι κατά τη λεηλασία των αρχείων της Στάζι. Η Γερμανία ζήτησε την επιστροφή τους και έλαβε ορισμένα τον Απρίλιο του 2000.[30] Βλέπε επίσης αρχεία Rosenholz.
Αξιωματικοί της Στάζι μετά την επανένωση
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Στρατολόγηση από ρωσικές εταιρείες
Ο πρώην πράκτορας της Στάζι Ματίας Βάρνιγκ (κωδικό όνομα «Arthur») ήταν επικεφαλής του Nord Stream έως το 2023. Έρευνες έχουν αποκαλύψει ότι ορισμένα βασικά στελέχη της Gazprom Germania είναι πρώην πράκτορες της Στάζι.
Άσκηση πιέσεων
Πρώην αξιωματικοί της Στάζι παραμένουν πολιτικά ενεργοί μέσω της Gesellschaft zur Rechtlichen und Humanitären Unterstützung (GRH, «Εταιρεία Νομικής και Ανθρωπιστικής Υποστήριξης»). Πρώην ανώτερα στελέχη και υπάλληλοι της Στάζι, συμπεριλαμβανομένου του τελευταίου διευθυντή της, Βόλφγκανγκ Σβάνιτς, αποτελούν την πλειονότητα των μελών της οργάνωσης, η οποία λαμβάνει υποστήριξη, μεταξύ άλλων, από το Γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Η ίδρυση της GRH συνδέεται με τις ποινικές διώξεις που ασκήθηκαν κατά της Στάζι στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Η οργάνωση χαρακτήρισε τις διώξεις ως ''δικαιοσύνη των νικητών'' και ζήτησε την απόσυρσή τους. Έκτοτε συμμετέχει στη δημόσια συζήτηση σχετικά με την κληρονομιά της ΛΔΓ. Έχει επίσης ζητήσει το κλείσιμο του Μνημείου Βερολίνου-Χοενσενχάουζεν και εμφανίζεται σε εκδηλώσεις μνήμης και δημόσια γεγονότα. Τον Μάρτιο του 2006, στο Βερολίνο, μέλη της GRH διέκοψαν εκδήλωση σε μουσείο· ακολούθησε πολιτική αντιπαράθεση όταν ο Γερουσιαστής Πολιτισμού του Βερολίνου αρνήθηκε να τους αντιμετωπίσει.
Εικόνες
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Χώρος εργασίας σε καταφύγιο της Στάζι
- Χαρτοφύλακας με ενσωματωμένη κάμερα "Robot Star 50". Ο φακός είναι καμουφλαρισμένος,ενώ το κουμπί λήψης βρίσκεται στη λαβή της θήκης. Αυτός ο χαρτοφύλακας χρησιμοποιούνταν από τη Στάζι για τη φωτογράφιση και τον εντοπισμό υπόπτων οχημάτων ή ατόμων.
- Υπνοδωμάτιο με τρεις κουκέτες σε καταφύγιο της Στάζι. Το δωμάτιο έχει διαστάσεις περίπου 2 x 14 μέτρα και συνολικά 24 θέσεις ύπνου.
- Αρχειακό υλικό της Στάζι. Στο κάτω μέρος φαίνονται οι σάκοι με ταινίες από κασέτες ήχου.
- Πίνακας ελέγχου καταφυγίου της Στάζι, Όπως φαίνεται στον πίνακα, δύο σύνολα οκτώ δωματίων διατεταγμένα σε ένα, συμμετρικό μοτίβο. Κάθε δωμάτιο έχει διαστάσεις περίπου 2 x 14 μέτρα. Τα φώτα υποδεικνύουν, μεταξύ άλλων, την λειτουργική κατάσταση των συστημάτων τροφοδοσίας (ηλεκτρικό ρεύμα, νερό, εξαερισμός κ.λπ.) και τις θέσεις των θυρών.
- Το δωμάτιο του Επικεφαλής του καταφυγίου της Στάζι στην περιφέρεια της Λειψίας του Υπουργείου Κρατικής Ασφάλειας (Αντιστράτηγος Μάνφρεντ Χούμιτζς)
- Γραφείο υπαλλήλου πλήρους απασχόλησης του Υπουργείου Κρατικής Ασφάλειας (Στάζι)
- Πινακίδα ''Αρχείο Εγγράφων Στάζι'' στο Κτίριο 8, της πρώην Κεντρικής Υπηρεσίας του (MfS)
- Κατασχεμένο αρχειο της Στάζι το 1989
- Το τηλέφωνο του Μίλκε
- Εκθεσιακός χώρος 3,στο Μουσείο Στάζι
- Αίθουσα της Στάζι στο Μουσείο της ΛΔΓ. Τα κασετόφωνα TG7127 δύο καναλιών, αναπτύχθηκαν (προφανώς για τηλεφωνικές παρακολουθήσεις) και κατασκευάστηκαν στο Ινστιτούτο Τεχνικών Υποθέσεων (ITU) στο Μπάιχα τη δεκαετία του 1980. Τα σοβιετικά αντίστοιχά τους, έγιναν σκόπιμα ασύμβατα με τα κασετόφωνα της Ανατολικής Γερμανίας.
- Κατασκοπευτική κάμερα της Στάζι, από το Μουσείο της Στάζι στο Βερολίνο
- Το τηλεγράφημα ήταν ένα απαραίτητο μέσο επικοινωνίας στην Ανατολική Γερμανία, καθώς οι τηλεφωνικές επικοινωνίες ήταν σπάνιες. Κάθε τηλεγράφημα που λαμβανόταν στην περιοχή της Λειψίας, καταγραφόταν από το Υπουργείο Κρατικής Ασφάλειας (Στάζι) χρησιμοποιώντας μια συσκευή τηλετυπίας. Για τη διαχείριση του πλήθους των τηλεγραφημάτων, αναπτύχθηκε η συσκευή που φαίνεται στην εικόνα για την αξιολόγησή τους.
- Barkas B1000 minibus,Το B1000 μερικές φορές μεταμφιεσμένο σε φορτηγό διανομής, χρησιμοποιούνταν για να αρπάζει πολίτες από τους δρόμους και να τους μεταφέρει στη φυλακή.
- Επίθεση στα κεντρικά γραφεία της Στάζι 15.1.90 Βερολίνο
- Το “Sekretariat” στο Μουσείο της Στάζι, στα παλιά κεντρικά γραφεία.
Δείτε επίσης
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ «Putin's Stasi spy ID pass found in Germany». BBC. 11 Δεκεμβρίου 2018.
- ↑ aviketos. «Ο Γερμανός νεοναζί που δούλεψε για τον Πούτιν». Aristides Viketos (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 12 Φεβρουαρίου 2023.
- ↑ BBC (στα αγγλικά)
- 1 2 3 4 5 6 Fulbrook, Mary Fulbrook (2005). The People's State: East German Society from Hitler to Honecker. London: Yale University Press. σελ. p 228. ISBN 9780300108842.
- 1 2 3 4 Koehler, John. Stasi: The Untold Story Of The East German Secret Police. UK: Hachette UK. σελ. p 9. ISBN 9780786724413.
- ↑ Gießler, Denis (21 Νοεμβρίου 2018). «The Stasi Played Along». DIE ZEIT.
- 1 2 Sebestyen, Victor (2009). Revolution 1989: The Fall of the Soviet Empire. NYC: Pantheon Books. σελ. 67. ISBN 9780375425325.
- ↑ Gieseke, Jens (2011). Die Stasi : 1945-1990. München: München : Pantheon. σελ. σελ. 54.
- ↑ Rosenberg, Steve (25 Μαΐου 2007). «Computers to solve Stasi puzzle». BBC News.
- 1 2 Dennis, Mike (2003). The Stasi: Myth and Reality. UK: Pearson/Longman. σελ. p 112. ISBN 9780582414228.
The MfS dictionary summarised the goal of operational decomposition as 'splitting up, paralysing, disorganising and isolating hostile-negative forces in order, thorough preventive action, to foil, considerably reduce or stop completely hostile-negative actions and their consequences or, in a varying degree, to win them back both politically and ideologically.
- ↑ KOEHLER, JOHN O. East Germany: The Stasi and De-Stasification. USA: George Washington University. σελ. p 369.
- ↑ Macrakis, Kristie. Seduced by Secrets: Inside the Stasi's Spy-Tech World. USA: Naval Institute Press. σελ. p 166–171. ISBN 9781591141839.
- ↑ Robins, Nicholas A. The Culture of Conflict in Modern Cuba. USA: McFarland. σελ. p 45. ISBN 9780786484188.
- ↑ Mansour, Khaled (5 Νοεμβρίου 2016). «The Stasi, Freud and Egypt's predicament». Mada.
- ↑ Iskandar, Marwan (2006). Rafiq Hariri and the Fate of Lebanon. London: Saqi Books. σελ. p 201. ISBN 9780863563706.
- ↑ Weitz, Gidi (7 Σεπτεμβρίου 2010). «The Schlaff Saga Laundered Funds & 'Business' Ties to the Stasi». HAARETZ.
- 1 2 Blumenau, Bernhard (30 Μαΐου 2018). «Unholy Alliance: The Connection between the East German Stasi and the Right-Wing Terrorist Odfried Hepp». Taylor & Francis Online.
- ↑ Blumenau, Bernhard. The United Nations and Terrorism: Germany, Multilateralism, and Antiterrorism. London: Springer. σελ. pp. 29–32. ISBN 9781137391988.
- ↑ «The Truth about the Gunshot that Changed Germany». SPIEGEL International. 25 Μαΐου 2009.
- ↑ Boghardt, Thomas (26 Ιανουαρίου 2010). «Operation INFEKTION». CIA. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 24 Μαρτίου 2010.
- ↑ Hall, Thomas (25 Σεπτεμβρίου 2003). «"Svensk tv-reporter mördades av DDR"». DAGENS NYHETER. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 8 Δεκεμβρίου 2025.
- ↑ «Stasi Files Implicate KGB in Pope Shooting». DW. 1 Απριλίου 2005.
- ↑ Grossheim, Martin (20 Αυγούστου 2014). «Stasi Aid and the Modernization of the Vietnamese Secret Police». Wilson Center.
- ↑ Schmeidel, John Christian. Stasi: Shield and Sword of the Party. USA: Routledge. σελ. p 138. ISBN 9781134213757.
- ↑ Weitz, Gidi (7 Σεπτεμβρίου 2010). «The Schlaff Saga Laundered Funds & 'Business' Ties to the Stasi». HAARETZ.
- ↑ BBC (στα αγγλικά)
- ↑ «STASIMUSEUM».
- ↑ «Bundesarchiv».
- ↑ Pidd in Zirndorf, Helen (13 Μαρτίου 2011). «Germans piece together millions of lives spied on by Stasi». The Guardian.
- ↑ «Stasi files return to Germany». BBC NEWS. 5 Απριλίου 2000.
Εξωτερικοί σύνδεσμοι
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Germany's records of repression - People & Power
The dark secrets of a surveillance state
Rotting in an East German Stasi prison or breaking free in a David vs Goliath true prison story?