Σκόλιο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Σκόλιο[1][2] -από το σκολιός που σημαίνει λοξός και στραβός[3]- ονομάζεται ένα είδος λυρικής ποίησης που καλλιεργήθηκε στην Αρχαία Ελλάδα και τραγουδιόνταν στα επίσημα αριστοκρατικά συμπόσια, για τον εορτασμό κάποιου σημαντικού γεγονότος.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αρχή των σκολίων ανάγεται στην αρχαιότητα. Τα πρώτα σκόλια εμφανίζονται ανάμεσα στον 6ο και τον 5ο αιώνα π.Χ. στην Αρχαία Ελλάδα[4].

Ο Αθήναιος ο Ναυκρατίτης που έζησε στα τέλη του 2ου αιώνα μ.Χ. με τις αρχές του 3ου αιώνα μ.Χ. ήταν αυτός που διέσωσε σε μια συλλογή του είκοσι πέντε αττικά σκόλια.

Εκτέλεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα σκόλια εκτελούνταν από τους ευπατρίδες στα επίσημα συμπόσια με τους εξής δύο τρόπους:

  1. Όλοι μαζί οι συμποσιαστές ξεκινούσαν τραγουδώντας ένα χορικό τραγούδι, στη συνέχεια ο κάθε συνδαιτυμόνας τραγουδούσε μόνος του και στο τέλος τραγουδούσαν οι καταλληλότεροι, ανεξαρτήτως αξιώματος.
  2. Ο συμποσιαστής τραγουδούσε τα σκόλια κρατώντας στο ένα του χέρι ένα κλαδί μυρσίνης που μετά το παρέδιδε σ' εκείνον που θεωρούσε ότι ήταν άξιος να τραγουδήσει[5].

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Σ. ΓΚΙΚΑΣ - Δ. ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ - Ι. ΕΥΑΓΓΕΛΛΟΥ - Χ. ΡΩΜΑΣ (1997). «Σκόλιο». ΛΕΞΙΚΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΩΝ ΟΡΩΝ. Αθήνα: Εκδόσεις Σαββάλας, σελ. 267. ISBN 960-460-197-0. 
  2. Γεράσιμος Αν. Μαρκαντωνάτος (2013). «Σκόλια». ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΙ ΚΑΙ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΟΙ ΟΡΟΙ. Αθήνα: Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη Α.Ε., σελ. 312. ISBN 978-960-503-298-2. 
  3. Albin Lesky (1964). ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ. Θεσσαλονίκη, σελ. 261. 
  4. Σ. ΓΚΙΚΑΣ - Δ. ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ - Ι. ΕΥΑΓΓΕΛΛΟΥ - Χ. ΡΩΜΑΣ (1997). «Σκόλιο». ΛΕΞΙΚΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΩΝ ΟΡΩΝ. Αθήνα: Εκδόσεις Σαββάλας, σελ. 267. ISBN 960-460-197-0. 
  5. Γεράσιμος Αν. Μαρκαντωνάτος (2013). «Σκόλια». ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΙ ΚΑΙ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΟΙ ΟΡΟΙ. Αθήνα: Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη Α.Ε., σελ. 312. ISBN 978-960-503-298-2.