Σκήτη Αγίου Ανδρέα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Συντεταγμένες: 40°15′43.9″N 24°14′39.8″E / 40.262194°N 24.244389°E / 40.262194; 24.244389

Σκήτη Αγίου Ανδρέα
Σκήτη Αγίου Ανδρέα
Скит Светог Андреја у Кареји - panoramio.jpg
Είδοςμοναστήρι και γεωγραφικό αντικείμενο
Γεωγραφικές συντεταγμένες40°15′44″N 24°14′40″E
ΘρήσκευμαΟρθόδοξος Χριστιανισμός
Διοικητική υπαγωγήΑυτόνομη Μοναστική Πολιτεία Αγἰου Όρους
ΤοποθεσίαΆγιο Όρος
ΧώραΕλλάδα
Έναρξη κατασκευής1652
Commons page Πολυμέσα
Η σκήτη του Αγίου Ανδρέα

Η Σκήτη του Αγίου Ανδρέα είναι κοινοβιακό εξάρτημα της Αθωνικής Πολιτείας υπαγόμενο στη Μονή Βατοπεδίου. Βρίσκεται βόρεια των Καρυών από τις οποίες απέχει 5’ οδικά. Θεμελιώθηκε στα μέσα του 19ου αιώνα και αποτελεί μεγαλοπρεπές συγκρότημα κτηρίων ρωσικού ρυθμού, σε εξωτερική νότια πτέρυγα του οποίου στεγάζεται η από του 1953 επανασυσταθείσα Αθωνιάδα Ακαδημία.[1][2]

Κτίσμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σκήτη είναι κτισμένη σύμφωνα με την αρχιτεκτονική γραμμή των αρχαιοπρεπών βυζαντινών μονών.[3] Το μοναστικό συγκρότημα είναι ογκώδες και, όταν κτίστηκε, υπερέβαινε σε αξία και μεγαλοπρέπεια όλους τους ναούς της χριστιανικής Ανατολής μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης.[4] Αυτό οφείλεται κυρίως στην πληθώρα μοναχών της σκήτης, οι οποίοι, με οικονομικές και άλλες ενισχύσεις έκτισαν πολυόροφες οικοδομές.[5] Το κυριακό έχει μήκος 60 μ., πλάτος 33 μ. και ύψος 29μ., ενώ η είσοδος αποτελείται από σκέλη κωδωνοστασίου σε γοτθικό ρυθμό, ύψους 37μ., με θολοειδείς πυργίσκους εκατέρωθεν.[6] Η στέγη και οι σφαιρικοί τρούλλοι καλύπτονται με ελάσματα από μόλυβδο και χαλκό με τους δεύτερους να διανθίζονται με χρυσούς αστερίσκους. Στο εσωτερικό του ναού οι εικόνες έχουν ζωγραφιστεί από έξοχους Ρώσους αγιογράφους και το εικονοστάσιο καλύπτεται από φύλλα απέφθου χρυσού.[i][7]

Ο όγκος και η εξαιρετική τεχνοτροπία του μοναστικού ιδρύματος προκάλεσαν στους αθωνίτες μοναχούς τέτοια εντύπωση, που η σκήτη αποκαλείται ακόμη και σήμερα Σαράι[8] ή Σαράγιον,[9] αν και το συγκεκριμένο παρωνύμιο φαίνεται να έχει τις ρίζες του από τον 16ο αιώνα (βλ. Ιστορικό).

Ιστορικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σκήτη κτίστηκε και συμπληρώθηκε πάνω σε σχέδια του Ρώσου αρχιτέκτονα Σουρουπώφ, κατά την παράδοση, σε θέση όπου βρισκόταν το αρχαίο μονύδριο του Ξέστρου.[10] Το μονύδριο περιήλθε στη δικαιοδοσία της Μονής Βατοπεδίου πριν από τον 15ο αιώνα.[11] Το 1761 ο πατριάρχης Σεραφείμ Β΄ οικοδόμησε εκεί ένα ευρύχωρο κελί που, από τότε, πήρε την ονομασία Σεράγιον.[12] Το 1842 το κελί πουλήθηκε στον Ρώσο Βησσαρίωνα και, έκτοτε, άρχισαν οι ενέργειες για τη μετατροπή του σε κοινόβια σκήτη. Το 1867, επί τούτου αφιχθείς, ο μέγας δούκας Αλέξανδρος Αλεξάνδροβιτς έθεσε τον θεμέλιο λίθο, στο όνομα του Αγίου Ανδρέα του Πρωτοκλήτου.[13] Ωστόσο, τα εγκαίνια του ναού έγιναν μόλις στις 16 Ιουλίου 1900, σε μεγαλόπρεπη τελετή χοροστατούντος του πατριάρχη Ιωακείμ Γ’,[ii] παρισταμένων πολλών επισήμων Ρώσων, εκπροσώπων της Αυλής, διπλωματών, πολιτικών και ανώτατων αξιωματικών.[14]

Στις αρχές του 20ού αιώνα η σκήτη αριθμούσε γύρω στους 500 Ρώσους μοναχούς, ενώ το 1963 είχαν απομείνει λίγες δεκάδες υπέργηροι. Το 1981, ήδη, η σκήτη είχε ερημωθεί.[15] Το 1958 τυχαία πυρκαγιά αποτέφρωσε τη δυτική πτέρυγα της σκήτης και, έκτοτε, ανακαλύφθηκε ότι διεπράχθησαν πολλές και συνεχείς κλοπές κειμηλίων, αμφίων και σκευών. Στην πυρκαγιά χάθηκαν και πολλοί από τους 250, περίπου, κώδικες που υπήρχαν στη βιβλιοθήκη της σκήτης.[16]

Η σκήτη επαναλειτούργησε πριν από λίγα χρόνια και, σήμερα, λειτουργεί εκεί υπερσύγχρονο εργαστήριο συντήρησης έργων τέχνης.[εκκρεμεί παραπομπή]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

i. ^ Άπεφθος ονομάζεται ο χρυσός που έχει καθαρισθεί και απαλλαγεί εντελώς από ξένες ουσίες.[17]

ii. ^ Ο Ιωακείμ Γ’ βρισκόταν, τότε, υπό παραίτηση -επειδή αντέδρασε στις απαιτήσεις της τουρκικής κυβέρνησης να καταργηθούν τα προνόμια που είχαν παραχωρηθεί στην Ορθόδοξη Εκκλησία- από την πρώτη θητεία του και είχε εγκατασταθεί για μερικά χρόνια σε κελί του Αγίου Όρους.[18]


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. ΠΛΜ
  2. Αγγέλου
  3. Σχινάς
  4. ΠΛ
  5. ΠΛΜ
  6. Κτενάς
  7. Σχινάς
  8. ΠΛ
  9. ΠΛΜ
  10. Σχινάς
  11. ΠΛΜ
  12. ΠΛΜ
  13. ΠΛ
  14. ΠΛ
  15. ΠΛΜ
  16. ΠΛ
  17. ΠΛ 3:395
  18. el.wikipedia.org/wiki/Ιωακείμ_Γ΄_Μεγαλοπρεπής

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Εγκυκλοπαίδεια «Πάπυρος Λαρούς» (ΠΛ), έκδοση 1963, τόμος 1, σ. 785
  • Εγκυκλοπαίδεια «Πάπυρος Λαρούς» (ΠΛ), έκδοση 1963, τόμος 3, σ. 395
  • Εγκυκλοπαίδεια «Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα» (ΠΛΜ), έκδοση 1981, τόμος 4, σ. 115
  • Αλκ. Αγγέλου: «Το χρονικό της Αθωνιάδας», Νέα Εστία, 74 , 1963
  • Ν. Θ. Σχινάς: «Η Αρχιτεκτονική του Αγ. Όρους», Νέα Εστία, 1963, σελ. 205-6
  • Χ. Κτενάς: «΄Απαντα τα εν Αγίω Όρει ιερά καθιδρύματα», 1935