Σι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Το σι (ρωσικά: щи‎) είναι Ρωσική λαχανόσουπα. Όταν χρησιμοποιείται ξινό λάχανο ονομάζεται ξινό σι, ενώ οι σούπες με βάση λάπαθου, σπανακιού, τσουκνίδας, και παρόμοιων φυτών λέγεται πράσινο σι (ρωσικά: зелёные щи‎, zelyoniye shchi). Στο παρελθόν, ο όρος ξινό σι χρησιμοποιήθηκε επίσης για να αναφερθεί σε ένα ποτό που ουσιαστικά είναι μια παραλλαγή του κβας, το οποίο δεν έχει καμία απολύτως σχέση με τη σούπα.[1][2]

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το σι είναι παραδοσιακή σούπα της Ρωσίας. Είναι γνωστή από τον 9ο αιώνα, αμέσως μετά την διάδοση του λάχανου από το Βυζάντιο. Η δημοτικότητά του στη Ρωσία προέρχεται από διάφορους παράγοντες. Το σι είναι σχετικά εύκολο να παρασκευαστεί. Μπορεί να μαγειρευτεί με ή χωρίς διάφορα είδη κρέατος και μπορεί να καταψυχθεί και να μεταφερθεί σε στερεή μορφή σε ένα ταξίδι για να κοπεί όταν χρειάζεται. Ως αποτέλεσμα, μέχρι τον 10ο αιώνα το σι είχε εξελιχθεί σε βασική τροφή της Ρωσίας. Από αυτό ξεπήδησε ένα ρητό, το "Σι ντα κάσα-πίστσα νάσα ("Το σι και το κάσα είναι το φαγητό μας"). Τα κύρια συστατικά του σι ήταν αρχικά λάχανο, κρέας (βοδινό, χοιρινό, αρνί ή πουλερικά), μανιτάρι, αλεύρι και μπαχαρικά (με βάση το κρεμμύδι και το σκόρδο). Το λάχανο και το κρέας μαγειρευόταν ξεχωριστά και η σμέτανα προσετίθεντο ως γαρνιτούρα πριν από το σερβίρισμα. Το σι τρώγεται παραδοσιακά με ψωμί σίκαλης.[3][4]

Τα συστατικά του σι άλλαξαν σταδιακά. Το αλεύρι, το οποίο προστέθηκε παλαιότερα για να αυξήσει τη θερμιδική αξία της σούπας, αφαιρέθηκε για χάρη της λεπτότερης γεύσης. Το μείγμα μπαχαρικών εμπλουτίστηκε με μαύρο πιπέρι και δάφνη, τα οποία εισήχθησαν στη Ρωσία γύρω στον 15ο αιώνα, επίσης από το Βυζάντιο. Επίσης μερικές φορές το ψάρι αντικαθιστούσε το κρέας, ενώ το καρότο και ο μαϊντανό μπορούσε να προστεθεί στα λαχανικά. Το βόειο κρέας ήταν το πιο δημοφιλές κρέας για το σι στη Ρωσία, ενώ το χοιρινό ήταν πιο κοινό στην Ουκρανία. Η αναλογία νερού προς λάχανο ποικίλει και ενώ το πρώιμο σι ήταν συχνά τόσο παχύρρευστο που ένα κουτάλι μπορούσε να σταθεί σε αυτό, αργότερα υιοθετήθηκε μια πιο αραιωμένη σύνθεση.[3][4]

Γλωσσολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ονομασία του πιάτου περιέχει το γράμμα щ, το οποίο απουσιάζει σε πολλά κυριλλικά αλφάβητα και στα περισσότερα μη κυριλλικά αλφάβητα. Μεταγράφεται με την χρήση πολλών γραμμάτων. Στα γερμανικά, γράφεται οκτώ γράμματα (Schtschi).[5][6]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. S.I. Ozhegov (1949–1992). «Щи». Dictionary of the Russian Language (Ozhegov) (στα Ρωσικά).  Η παράμετρος |access-date= χρειάζεται |url= (βοήθεια)
  2. Vladimir Dal (1863–1866). «Щи». Explanatory Dictionary of the Live Great Russian language (στα Ρωσικά).  Η παράμετρος |access-date= χρειάζεται |url= (βοήθεια)
  3. 3,0 3,1 William Pokhlyobkin (2002). «Щи». (στα Russian). Центрполиграф. ISBN 5-227-00460-9 http://dic.academic.ru/dic.nsf/dic_culinary/2519/%D1%89%D0%B8.  Missing or empty |title= (βοήθεια)CS1 maint: Μη αναγνωρίσιμη γλώσσα (link)
  4. 4,0 4,1 William Pokhlyobkin (2007). «Щи». (στα Russian). Центрполиграф. ISBN 5-9524-0274-7 http://dic.academic.ru/dic.nsf/enc_pohlebkin/194/%D0%A9%D0%B8.  Missing or empty |title= (βοήθεια)CS1 maint: Μη αναγνωρίσιμη γλώσσα (link)
  5. Cremat (1894). Wortschatz und phraseologie der russischen sprache: mit grammatischen erläuterungen. Praktisches hilfsbuch zur erlernung des russischen. R. Gerhard. Ανακτήθηκε στις 22 Φεβρουαρίου 2011. 
  6. Karl Baedeker (Firm) (1892). Russland: Handbuch für Reisende. K. Bædeker. σελ. xxvi. Ανακτήθηκε στις 21 Φεβρουαρίου 2011.