Σαλαμάνδρα της φωτιάς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Σαλαμάνδρα της φωτιάς
K.Kalaentzis - Salamandra salamandra.jpg
Κατάσταση διατήρησης
Status iucn3.1 LC el.svg
Ελαχίστης Ανησυχίας (IUCN 3.1)
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Animalia (Ζώα)
Συνομοταξία: Chordata (Χορδωτά)
Ομοταξία: Amphibia (Αμφίβια)
Τάξη: Caudata (Ουρόδηλα)
Οικογένεια: Salamandridae (Σαλαμάνδρες)
Γένος: Salamandra
Είδος: S. salamandra
Διώνυμο
Salamandra salamandra
(Linnaeus, 1758)
SalamandraSalamandraMap.png
Φυσική κατανομή S. salamandra

Η σαλαμάνδρα της φωτιάς, Salamandra salamandra (Linnaeus, 1758) ή κοινή σαλαμάνδρα, είναι ένα είδος σαλαμάνδρας στην οικογένεια Salamandridae. Πρόκειται για το πιο γνωστό ίσως είδος σαλαμάνδρας στην Ευρώπη και αποτελεί ένα από τα τρία είδη σαλαμάνδρας στην Ελλάδα.

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρόκειται για μια μεγάλου μεγέθους σαλαμάνδρα, η οποία μπορεί φτάνει συνήθως τα 25cm σε τελικό μήκος, σπανίως περισσότερο[1]. Είναι μαύρη με κίτρινες κηλίδες ή ρίγες, ενώ η αναλογία των χρωμάτων μπορεί να διαφέρει σε μεγάλο βαθμό στα διάφορα υποείδη. Τα θηλυκά είναι μεγαλύτερα από τα αρσενικά. Τα αρσενικά έχουν αναλογικά μεγαλύτερα άκρα και ουρά[1].

Γεωγραφική κατανομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το είδος είναι ευρέως κατανεμημένο στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης, με εξαίρεση τις Βρετανικές νήσους, μέρος της βόρειας και ανατολικής Ευρώπης, καθώς και πολλά μεγάλα νησιά της Μεσογείου[2]. Στην Ελλάδα, η εξάπλωση της περιλαμβάνει σχεδόν όλη την ηπειρωτική Ελλάδα, την Πελοπόννησο, την Εύβοια και ορισμένα μικρότερα νησιά κοντινά στην ηπειρωτική χώρα, όπως η Θάσος, η Αίγινα και η Σαλαμίνα[1].

Βιολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Είναι κυρίως νυκτόβιο αμφίβιο, αν και μπορεί να παρατηρηθεί εύκολα μετά από βροχή. Ζευγαρώνει νωρίς την άνοιξη στο έδαφος. Τα θηλυκά μπορούν να αποθηκεύσουν το σπέρμα του αρσενικού για μήνες και γεννούν 20 με 40 προνύμφες με σχηματισμένα άκρα, σε μικρές λίμνες, στάσιμα νερά ή ελαφρώς ρέοντα. Η μεταμόρφωση των προνυμφών διαρκεί 3 με 4 μήνες[1].

Τοξικότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αν απειληθεί εκκρίνει τοξικό υγρό από αδένες που φέρει στο δέρμα κι έτσι αποτρέπει τους θηρευτές[1]. Μπορεί να χρησιμοποιήσει την άμυνά του αυτή και στην περίπτωση που χειριστεί βίαια από τον άνθρωπο. Οι ουσίες αυτές είναι ακίνδυνες για τον άνθρωπο όταν έρθουν σε επαφή με το δέρμα, αλλά μπορεί να προκαλέσουν κάποια συμπτώματα, όπως ερεθισμός, αν έρθουν σε επαφή με τα μάτια, με κάποια πληγή ή στην ακραία περίπτωση της κατάποσης[1].

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 1,4 1,5 http://www.herpetofauna.gr/index.php?module=cats&page=read&id=200&sid=191
  2. Speybroeck, J., Beukema, W., Bok, B., Van Der Voort, J. (2016). Field Guide to the Amphibians and Reptiles of Britain and Europe.. San Diego, USA: Bloomsbury Natural History.