Προοπτική (σχέδιο)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Σχέδιο βασισμένο στην τεχνική της προοπτικής

Προοπτική είναι η τέχνη της προβολής μιας τρισδιάστατης εικόνας και της δημιουργίας της αίσθησης του βάθους σε μια επίπεδη επιφάνεια.

Γραμμική προοπτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η γραμμική προοπτική είναι μια γεωμετρική τεχνική, η οποία χρησιμοποιεί ευθείες γραμμές που δείχνουν το πώς φαίνονται τα αντικείμενα με βάση την απόστασή τους από το κοντινότερο προς το θεατή πλάνο του πίνακα. Όλες οι ευθείες που είναι κάθετες στο επίπεδο της εικόνας συγκλίνουν σ’ ένα μοναδικό «σημείο φυγής». Ο Φιλίππο Μπρουνελέσκι εισήγαγε μια τεχνική για την απεικόνιση αντικειμένων καθώς αυτά «ξεμακραίνουν» προς το σημείο φυγής, και ο Λεόνε Μπατίστα Αλμπέρτι, στο «Ντε Πικτούρα» (1435), διαμόρφωσε μια ακριβή μέθοδο προοπτικής κατασκευής, που γρήγορα υιοθετήθηκε από τους Φλωρεντινούς καλλιτέχνες του 15ου αιώνα. Αν και η γραμμική προοπτική ταιριάζει θαυμάσια στην απεικόνιση αρχιτεκτονημάτων, είναι λιγότερο εφαρμόσιμη στην τοπιογραφία, εκτός αν η σύνθεση γίνεται με τέτοιο τρόπο, ώστε αυτή να προσαρμόζεται, όπως στο «Κυνήγι» (Ασμολεανό Μουσείο, Οξφόρδη), ένα ύστερο έργο του Πάολο Ουτσέλο (1397-1475).

Αιθέρια προοπτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο όρος αιθέρια προοπτική επινοήθηκε από το Λεονάρντο ντα Βίντσι και περιγράφει την υποδήλωση της απόστασης με τη βαθμιαία διαμόρφωση του χρωματικού τόνου. Τα αντικείμενα που βρίσκονται στο βάθος, «μακριά» από το θεατή, ζωγραφίζονται με πιο ανοιχτά χρώματα, όπως ακριβώς συμβαίνει όταν κάποιος παρατηρεί ένα μακρινό σημείο του ορίζοντα σε μια μέρα με αρκετή υγρασία στην ατμόσφαιρα.

Αντεστραμμένη προοπτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αντρέι Ρουμπλιόφ, Η φιλοξενία του Αβραάμ, 1410 μ.Χ., Πινακοθήκη Τρετιακόφ, Μόσχα.
Η Παναγία με Ιησού σε θρόνο, Εθνική Πινακοθήκη Ουάσινγκτον, 1250-1275 μ.Χ.

Αντεστραμμένη προοπτική, που ονομάζεται επίσης αντίστροφη προοπτική[1], ανεστραμμένη προοπτική, αποκλίνουσα προοπτική[2], ή βυζαντινή προοπτική[3], είναι μια μορφή προοπτικής σχεδίασης στην οποία τα αντικείμενα που απεικονίζονται σε μια σκηνή τοποθετούνται μεταξύ του σημείου φυγής και της επιφάνειας προβολής. Αυτό δίνει την οπτική αίσθηση ότι τα αντικείμενα που βρίσκονται μακρύτερα από το επίπεδο προβολής απεικονίζονται μεγαλύτερα και τα κοντύτερα αντικείμενα σχεδιάζονται ως μικρότερα, σε αντίθεση με την πιο συμβατική γραμμική προοπτική για την οποία τα κοντύτερα αντικείμενα εμφανίζονται μεγαλύτερα.Οι γραμμές που είναι παράλληλες στον τρισδιάστατο χώρο σχεδιάζονται ως αποκλίνουσες προς τον ορίζοντα, αντί να συγκλίνουν όπως γίνεται στη γραμμική προοπτική σε ένα σημείο φυγής. Τεχνικά, τα σημεία φυγής τοποθετούνται έξω από τον πίνακα, με την ψευδαίσθηση ότι βρίσκονται "μπροστά" από τον πίνακα. Η ονομασία της βυζαντινής προοπτικής προέρχεται από τη χρήση αυτής της προοπτικής στις βυζαντινές και ρωσικές ορθόδοξες εικόνες. Εμφανίζεται επίσης στην τέχνη πολλών προ-αναγεννησιακών πολιτισμών και χρησιμοποιήθηκε μερικές φορές στον Κυβισμό και σε άλλα ρεύματα της σύγχρονης τέχνης καθώς και σε παιδικά σχέδια[4].

Οι λόγοι που οδήγησαν σε αυτήν την παραδοχή της αντεστραμμένης προοπτικής, εξακολουθούν να συζητούνται μεταξύ των ιστορικών τέχνης. Δεν είναι ξεκάθαρο ακόμα πόσο σκόπιμη ήταν η απεικόνιση αυτή, δεδομένου ότι οι καλλιτέχνες που ασχολήθηκαν με τη διαμόρφωση της δεν είχαν πρόσβαση στην πιο ρεαλιστική γραμμική προοπτική.

Στοιχεία αντεστραμμένης προοπτικής μπορεί να δει κανείς και στην ιστορία του κινηματογράφου με την τεχνική του κόντρα ζουμ ή dolly zoom, όπου η συνεχής κίνηση της κάμερας λήψης προς τα εμπρός ή προς τα πίσω αλλάζοντας παράλληλα την οπτική γωνία της, δημιουργεί μία παραμορφωτική προοπτική [5]. Το ανθρώπινο μάτι υπολογίζει συγκρίνοντας το μέγεθος με στοιχεία προοπτικής για να υπολογίσει αν ένα αντικείμενο είναι κοντά ή μακρυά. Η ανομοιογενή αλλαγή μεγεθών αυτής της τεχνικής δημιουργεί ένα συναίσθημα αναταραχής στην εντύπωση που δίνει το ζωγραφικό αντικείμενο.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Hopkins, Robert (1998). «Picture, Image and Experience: A Philosophical Inquiry». Cambridge University Press. σελ. 157. ISBN 9780521582599. 
  2. Kulvicki, John V. (2006). «On Images: Their Structure and Content». Oxford University Press. σελ. 102-105. ISBN 9780191537455. 
  3. Deregowski, Jan B.; Parker, Denis M.; Massironi, Manfredo. «The Perception of Spatial Structure with Oblique Viewing: An Explanation for Byzantine Perspective?». doi:10.1068/p230005. 
  4. Kulvicki, John V. (2006). «On Images : Their Structure and Content». Oxford University Press. σελ. 102-105. ISBN 9780191537455. 
  5. «Dolly Zoom».