Πόλεμος της Γρανάδας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Πόλεμος της Γρανάδας
Μέρος της Ανακατάκτησης
La Rendición de Granada - Pradilla.jpg
ΧρονολογίαΦεβρουάριος 1482 - 2 Ιανουαρίου 1492
ΤόποςΝοτιοανατολική Ιβηρική Χερσόνησος
ΈκβασηΠροσάρτηση της Γρανάδας στην Καστίλλη
Αντιμαχόμενοι
Ηγετικά πρόσωπα
Απολογισμός
Άγνωστος
100.000 νεκροί ή αιχμάλωτοι

Ο Πόλεμος της Γρανάδας (Guerra de Granada) ήταν μια σειρά στρατιωτικών εκστρατειών μεταξύ του 1482 και του 1491, κατά τη διάρκεια της βασιλείας των Καθολικών Μοναρχών Ισαβέλλας Α΄ της Καστίλλης και Φερδινάνδου Β΄ της Αραγωνίας, ενάντια στο Εμιράτο της Γρανάδας της δυναστείας των Νασριδών. Ολοκληρώθηκε με την ήττα της Γρανάδας και την προσάρτησή της από την Καστίλλη, τερματίζοντας κάθε ισλαμική κυριαρχία επί της Ιβηρικής Χερσονήσου.[1][2][3][4]

Ο δεκαετής πόλεμος δεν ήταν μια συνεχόμενη προσπάθεια, αλλά μια σειρά εποχιακών εκστρατειών που ξεκινούσαν την άνοιξη και διακόπτονταν το χειμώνα. Οι Γραναδίνοι μαστίζονταν από εσωτερικές εμφύλιες συγκρούσεις, ενώ οι Χριστιανοί ήταν σε γενικές γραμμές συμφιλιωμένοι. Οι Γραναδίνοι υπέφεραν επίσης οικονομικά από το φόρο υποτέλειας που έπρεπε να πληρώνουν στην Καστίλλη για να αποφύγουν την κατάκτηση. Στον πόλεμο παρατηρήθηκε μια αποτελεσματική χρήση του πυροβολικού από τους Χριστιανούς, που βοήθησε στη γρήγορη κατάκτηση των πόλεων, καθώς διαφορετικά θα απαιτούνταν μεγάλες πολιορκίες. Στις 2 Ιανουαρίου 1492, ο Μωάμεθ ΙΒ΄ της Γρανάδας (Σουλτάνος Μποαμπντίλ) παρέδωσε το Εμιράτο της Γρανάδας, την πόλη της Γρανάδας και το παλάτι της Αλάμπρας στις καστιλλιάνικες δυνάμεις.[5]

Ο πόλεμος διενεργήθηκε από κοινού από την Ισαβέλλα του Στέμματος της Καστίλλης και τον Φερδινάνδο του Στέμματος της Αραγωνίας. Το μεγαλύτερο μέρος των στρατευμάτων και των οικονομικών κεφαλαίων για τον πόλεμο προήλθε από την Καστίλλη, ενώ και η Γρανάδα προσαρτήθηκε στο έδαφος της Καστίλλης. Το Στέμμα της Αραγωνίας είχε έναν λιγότερο σημαντικό ρόλο. Εκτός από την παρουσία του ίδιου του Βασιλιά Φερδινάνδου, η Αραγωνία παρείχε μια ναυτική δύναμη, όπλα και κάποιους οικονομικούς πόρους. Αριστοκράτες επωφελήθηκαν από την κατάκτηση των νέων εδαφών, ενώ ο Φερδινάνδος και η Ισαβέλλα ισχυροποίησαν την εξουσία και τους θρόνους τους.

Υπόβαθρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Εμιράτο της Γρανάδας ήταν το τελευταίο μουσουλμανικό κράτος της Ιβηρικής Χερσονήσου, που επιβίωσε για περισσότερο από δύο αιώνες. Τα απομεινάρια των κρατιδίων της Αλ-Άνταλους (ταϊφά) του άλλοτε ισχυρού Χαλιφάτου της Κόρδοβας είχαν περάσει στον σταδιακό έλεγχο των Χριστιανών. Η απαισιοδοξία για το μέλλον της Γρανάδας ήταν ιδιαίτερα εμφανής πριν από την τελική πτώση του εμιράτου. Το 1400, ο Ιμπν Χουντιάλ έγραφε ότι «η Γρανάδα περικλείεται από μια βίαιη θάλασσα και έναν εχθρό τρομερό στα όπλα, που και τα δύο πιέζουν τους ανθρώπους της μέρα και νύχτα».[6] Ωστόσο, η Γρανάδα ήταν πλούσια και ισχυρή, ειδικότερα όσο τα χριστιανικά βασίλεια ήταν διαιρεμένα και πολεμούσαν μεταξύ τους. Τα προβλήματα για τη Γρανάδα άρχισαν να επιδεινώνονται μετά το θάνατο του Εμίρη Γιουσούφ Γ΄ το 1417. Οι συγκρούσεις για τη διαδοχή ξεκίνησαν έναν σχεδόν συνεχόμενο εμφύλιο πόλεμο, ο οποίος δεν επρόκειτο να κοπάσει. Η πίστη στις φυλετικές ομάδες ήταν ισχυρότερη από την υποταγή στον εμίρη, καθιστώντας δύσκολη την εδραίωση μιας κεντρικής εξουσίας. Συχνά, το μόνο έδαφος που πραγματικά έλεγχε ο εμίρης ήταν η ίδια η πόλη της Γρανάδας. Μερικές φορές, μάλιστα, ο εμίρης δεν είχε ούτε καν τον έλεγχο ολόκληρης της πόλης, καθώς κάποιος εμίρης θα είχε τον έλεγχο της Αλάμπρας, ενώ κάποιος άλλος το Αλμπαϊσίν, την πιο σημαντική περιοχή της Γρανάδας.[7]

Αυτή η εσωτερική σύγκρουση αποδυνάμωσε σε μεγάλο βαθμό το κράτος. Η οικονομία ζημιώθηκε, με την άλλοτε προεξέχουσα κατασκευή πορσελάνης της Γρανάδας να διαταράσσεται και να γνωρίζει τον ανταγωνισμό από την πόλη Μανίσες της Αραγωνίας. Παρά την εξασθένηση της οικονομίας, οι φόροι εξακολουθούσαν να επιβάλλονται με τους προηγούμενους υψηλούς ρυθμούς τους για να υποστηρίξουν την εκτεταμένη άμυνα της Γρανάδας και τον μεγάλο στρατό. Οι απλοί Γραναδίνοι πλήρωναν τριπλάσιους φόρους από τους αντίστοιχους που πλήρωναν οι Καστιλλιάνοι.[7] Οι σκληροί φόροι που επέβαλε ο Εμίρης Αμπούλ-Χασάν Αλί συνέβαλαν σημαντικά στην αντιδημοφιλία του. Οι φόροι αυτοί χρησιμοποιήθηκαν στην πλειοψηφία τους για την υποστήριξη του στρατού. Ο Αμπούλ-Χασάν κατάφερε να καταστείλει χριστιανικές εξεγέρσεις στα εδάφη του, με κάποιους ιστορικούς να εκτιμούν ότι θα μπορούσε να συγκεντρώσει έως και 7.000 ιππείς.[8]

Τα σύνορα μεταξύ της Γρανάδας και των καστιλλιάνικων εδαφών της Ανδαλουσίας ήταν σε συνεχή ρευστότητα, με διάφορες αψιμαχίες να σημειώνονται κατά καιρούς.[8] Οι επιδρομές πέρα από τα σύνορα ήταν κοινές, όπως κοινές ήταν και οι μικτές συμμαχίες μεταξύ των τοπικών ευγενών και στις δύο πλευρές των συνόρων. Οι σχέσεις διέπονταν από περιστασιακές ανακωχές και αιτήματα για φόρο υποτέλειας. Καμία όμως από τις κεντρικές αρχές των δύο χωρών δεν παρενέβη ούτε έλεγχε τις σχέσεις αυτές.[8]

Με το θάνατο του Βασιλιά Ερρίκου Δ΄ της Καστίλλης τον Δεκέμβριο του 1474, ξεκίνησε ο Πόλεμος της Καστιλλιάνικης Διαδοχής, μεταξύ της κόρης του Ερρίκου, Ιωάννας, και της ετεροθαλούς αδελφής του Ερρίκου, Ισαβέλλας. Ο πόλεμος μαινόταν από το 1475 έως το 1479, φέρνοντας τους υποστηρικτές της Ισαβέλλας και το Στέμμα της Αραγωνίας αντιμέτωπους με τους υποστηρικτές της Ιωάννας, την Πορτογαλία και τη Γαλλία. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, τα σύνορα με τη Γρανάδα ουσιαστικά αγνοήθηκαν. Οι Καστιλλιάνοι δεν μπήκαν καν στον κόπο να ζητήσουν αποζημιώσεις για μια επιδρομή του 1477. Ανακωχές ωστόσο συμφωνήθηκαν το 1475, το 1476 και το 1478. Το 1479, ο Πόλεμος της Διαδοχής ολοκληρώθηκε με τη νίκη της Ισαβέλλας. Ο γάμος της με τον Φερδινάνδο της Αραγωνίας, το 1469, ενοποίησε πολιτικά τα δύο ισχυρά βασίλεια της Καστίλλης και της Αραγωνίας, θέτοντας τέλος στην μεταξύ τους διαμάχη που είχε επιτρέψει στο Εμιράτο της Γρανάδας να επιβιώσει.[9]

Τακτική και τεχνολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πιο αξιοσημείωτη πτυχή του Πολέμου της Γρανάδας ήταν η ικανότητα των κανονιών να συντομεύουν σημαντικά τις διάφορες πολιορκίες του πολέμου.[10] Οι Καστιλλιάνοι και η Αραγωνέζοι ξεκίνησαν τον πόλεμο με ένα μικρό σχετικά πυροβολικό, όμως ο Φερδινάνδος είχε πρόσβαση σε Γάλλους και Βουργουνδούς τεχνικούς, με αποτέλεσμα ο χριστιανικός στρατός να αυξήσει σταδιακά σε σημαντικό βαθμό τις δυνάμεις πυροβολικού του.[11] Οι Μουσουλμάνοι, εντούτοις, υστερούσαν στη χρήση του πυροβολικού, χρησιμοποιώντας περιστασιακά υλικό που αποσπούσαν από τους Χριστιανούς.[12] Ο ιστορικός Γουέστον Κουκ έγραψε ότι «η ισχύς της πυρίτιδας και οι επιχειρήσεις πολιορκίας του πυροβολικού κέρδισαν τον Πόλεμο της Γρανάδας, ενώ άλλοι παράγοντες που συνετέλεσαν στην ισπανική νίκη ήταν στην ουσία δευτερεύοντες και παρεπόμενοι».[13] Γύρω στο 1495 η Καστίλλη και η Αραγωνία κατείχαν συνολικά 179 κομμάτια πυροβολικού, μια τεράστια αύξηση από τους πενιχρούς αριθμούς που παρατηρήθηκαν κατά τον Πόλεμο της Καστιλλιανικής Διαδοχής.[14]

Πρώιμα πυροβόλα όπλα που είναι γνωστά ως αρκεβούζια χρησιμοποιήθηκαν στον πόλεμο, παρότι σε μικρό βαθμό.[14] Οι βαριά οπλισμένοι ιππότες ήταν με τη σειρά τους ένας πολύ μικρότερος παράγοντας στον Πόλεμο της Γρανάδας σε σχέση με προηγούμενους πολέμους.[15] Αντίθετα, οι ελαφριά οπλισμένοι Χινέτες ιππείς είχαν έναν προεξέχον ρόλο. Οι μάχες ανοιχτού πεδίου, στις οποίες το ιππικό έπρεπε να παίξει τον πιο σημαντικό ρόλο, ήταν σπάνιες. Οι Γραναδίνοι, λιγότεροι αριθμητικά, γενικά απέφευγαν τέτοιες μάχες.[16] Οι Καστιλλιάνοι απασχόλησαν επίσης ένα μεγάλο αριθμό εφεδρικών δυνάμεων, όπως οι εργάτες που στρατολογήθηκαν το 1483 με σκοπό να καταστρέψουν τις καλλιέργειες και να λεηλατήσουν την ύπαιθρο του Εμιράτου.[10] Ο συντονισμός και η διοικητική μέριμνα ήταν ένα δύσκολο έργο, δεδομένου του ορεινού εδάφους. Για το λόγο αυτό οι Χριστιανοί έχτισαν επιμελώς μια σειρά δρόμων μέσω των βουνών για την παράδοση τροφίμων και προμηθειών στα στρατεύματά τους.

Παρότι πολλοί ευγενείς επέμειναν να διοικούν από μόνοι τους τις στρατιωτικές τους δυνάμεις, ο Φερδινάνδος και η Ισαβέλλα ήταν σε θέση να ασκήσουν μεγάλη επιρροή στην καθοδήγηση του στρατού συνολικά. Οι Γραναδίνοι, εν τω μεταξύ, μαστίζονταν από εμφύλιο πόλεμο, που εμπόδιζε τη δημιουργία μιας ενιαίας διοίκησης.[14] Ο χριστιανικός στρατός ήταν στην πλειοψηφία του καστιλλιάνικος. Η συμμετοχή Αραγωνέζων και ξένων μισθοφόρων ήταν σχετικά μικρή.[17] Στον καστιλλιάνικο στρατό, η Ανδαλουσία συνέβαλε πολύ περισσότερο σε στρατεύματα σε σχέση με άλλες περιοχές, ενώ η αριστοκρατία παρείχε την πλειοψηφία του κοστοβόρου ιππικού.[17]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]