Πυραμίδα του Ελληνικού

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 37°35′14″N 22°40′17″E / 37.5873°N 22.6714°E / 37.5873; 22.6714

Η πυραμίδα του Ελληνικού
Απεικόνιση της πυραμίδας, 1887

Με τον όρο Πυραμίδα του Ελληνικού αποκαλείται μνημείο στην περιοχή του Άργους, κτισμένο πάνω στην οδική αρτηρία που ένωνε το Άργος με την Τεγέα. Η ονομασία του προέρχεται από τη χαρακτηριστική πυραμιδοειδή μορφή του. Η χρονολόγηση του κτίσματος είναι αντικείμενο διαφωνιών, με την αρχική και πιο διαδεδομένη εκτίμηση να την τοποθετεί στον 4ο π.Χ. αιώνα. Για την πιθανή χρήση του έχουν διατυπωθεί διάφορες θεωρίες, π.χ. ως τύμβος, οχυρό, ή φρυκτωρία.[1].

Ο Παυσανίας (2ος αι. μ.Χ.) στο έργο του Ἑλλάδος περιήγησις στο δεύτερο βιβλίο, Κορινθιακά (XXV, 7), αναφέρεται[2] σε πυραμιδοειδές οικοδόμημα, χωρίς να είναι σαφές αν αυτό πρόκειται για την Πυραμίδα το Ελληνικού ή τη γειτονική Πυραμίδα του Λυγουριού:

«Δεξιά καθώς κανείς πηγαίνει από το Αργος προς την Επιδαυρία υπάρχει οικοδόμημα που μοιάζει πολύ με πυραμίδα και έχει απεικονισμένες ανάγλυφες ασπίδες του σχήματος των αργολικών ασπίδων. Αυτού είχε πολεμήσει ο Προίτος εναντίον του Ακρισίου για την βασιλεία, και λένε πως ο αγώνας έληξε ισόπαλος και γι' αυτό αργότερα συμφιλιώθηκαν, αφού ούτε ο ένας ούτε ο άλλος μπόρεσε να πετύχει αποφασιστική νίκη. Λένε πως τότε πρώτη φορά συγκρούστηκαν οπλισμένοι με ασπίδες και οι ίδιοι και το στράτευμά τους. Για όσους εκατέρωθεν έπεσαν, επειδή ήταν συμπολίτες και συγγενείς, έγινε σ' αυτό το μέρος κοινός τάφος». (Μετάφραση Νικολάου Παπαχατζή[3])

Όπως φαίνεται από το κείμενο, κατά την εποχή του Παυσανία το αναφερθέν οικοδόμημα ήταν διακοσμημένο με αργολικές ασπίδες και θεωρείτο κατά τον ίδιο τάφος (τύμβος) των πολιτών και συγγενών που έπεσαν σε μάχη πολεμώντας για την εξουσία. Χαρακτηριστικό της παλαιότητας της κατασκευής, σύμφωνα με τον Παυσανία, είναι ότι πρώτη φορά τότε είχαν χρησιμοποιηθεί ασπίδες σε μάχη.

Το 1991 η επιστημονική ομάδα του καθηγητή Ιωάννη Λυριτζή, διεξήγαγε έρευνα εφαρμόζοντας μία νέα μέθοδο χρονολόγησης. Τα αποτελέσματα της έρευνας αυτής ήρθαν σε ευθεία σύγκρουση με προηγούμενα πορίσματα αρχαιολόγου της αμερικανικής αποστολής του 1938, αφού η νέα ηλικία των κτισμάτων τοποθετείται στα μέσα προς το τέλος της 3ης χιλιετίας π.Χ. αντί του μόλις 3ου-4ου αιώνα π.Χ.[4][5]

Η καθηγήτρια Μέρι Λέφκοβιτς (Mary Lefkowitz) έχει διαφωνήσει με τα παραπάνω συμπεράσματα, αναφέροντας μεταξύ άλλων ότι πέτρες που μετρήθηκαν μπορεί να ήταν ανακυκλωμένες από παλαιότερα κτίσματα, και ότι προηγούμενες έρευνες κατά τη δεκαετία του 1930, που επιβεβαιώθηκαν τη δεκαετία του 1980 από την αρχαιολόγο Helena Fracchia, αγνοήθηκαν[6].

Ο Λυριτζής απάντησε σε άρθρο του σε επιστημονικό περιοδικό ότι η Λέφκοβιτς δεν κατανόησε και ερμήνευσε λανθασμένα την επιστημονική μέθοδο που ακολουθήθηκε[7].

Ο καθηγητής Aδαμάντιος Σάμψων έγραψε πως έχει ήδη αποδειχθεί ότι το μνημείο χτίστηκε πάνω σε θεμέλια κτιρίου της Πρωτοελλαδικής εποχής, συνεπώς χτίστηκε σε κατοπινό χρόνο. Εκτός αυτού, η τοιχοποιία της πυραμίδας, παρόμοια με εκείνη του Λυγουριού, καταδεικνύει την Κλασική ή Ύστερη Κλασική περίοδο. Μια νέα μέθοδος για τη χρονολόγηση του δομικού υλικού, η οποία πρόσφατα εφαρμόστηκε στην πυραμίδα, οδήγησε σε πολύ πρώιμη χρονολόγηση, μεταξύ 4ης και 3ης χιλιετίας π.Χ.. Κατά τον Σάμψων, η τελευταία αυτή χρονολόγηση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή.[8].

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Greek pyramids της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Louis E. Lord, Watchtowers and Fortresses in Argolis, American Journal of Archaeology, Vol. 43, No. 1 (Jan. - Mar., 1939), pp. 78-84 [1]
  2. Το αρχαίο κείμενο: «ἐρχομένοις δὲ ἐξ Ἄργους ἐς τὴν Ἐπιδαυρίαν ἐστὶν οἰκοδόμημα ἐν δεξιᾷ πυραμίδι μάλιστα εἰκασμένον, ἔχει δὲ ἀσπίδας σχῆμα Ἀργολικὰς ἐπειργασμένας. ἐνταῦθα Προίτῳ περὶ τῆς ἀρχῆς πρὸς Ἀκρίσιον μάχη γίνεται, καὶ τέλος μὲν ἴσον τῷ ἀγῶνι συμβῆναί φασι καὶ ἀπ' αὐτοῦ διαλλαγὰς ὕστερον, ὡς οὐδέτεροι βεβαίως κρατεῖν ἐδύναντο: συμβάλλειν δὲ σφᾶς λέγουσιν ἀσπίσι πρῶτον τότε καὶ αὐτοὺς καὶ τὸ στράτευμα ὡπλισμένους. τοῖς δὲ πεσοῦσιν ἀφ' ἑκατέρων-- πολῖται γὰρ καὶ συγγενεῖς ἦσαν--ἐποιήθη ταύτῃ μνῆμα ἐν κοινῷ.»
  3. Παυσανίου Ελλάδος περιήγησις - Κορινθιακά / Λακωνικά, Εκδοτική Αθηνών, 2004, σ. 192-193.
  4. Ιωάννης Γ. Λυριτζής, Το Μυστήριο των Ελληνικών Πυραμιδοειδών, Εκδόσεις Ακαδημίας Δελφικών Μελετών, 1998
  5. Ελληνικές Πυραμίδες, Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 1/11/1998
  6. Mary Lefkowitz (2006). «Archaeology and the politics of origins». Στο: Garrett G. Fagan. Archaeological Fantasies: How Pseudoarchaeology Misrepresents the Past and Misleads the Public. Routledge, σελ. 195-195. ISBN 978-0-415-30593-8. 
  7. Liritzis, Ioannis (2011-06-19). «Surface dating by luminescence: An overview» (στα en). Geochronometria 38 (3): 292–302. doi:10.2478/s13386-011-0032-7. ISSN 1733-8387. http://link.springer.com/article/10.2478/s13386-011-0032-7. 
  8. Σάμψων, Αδαμάντιος (1996). Οι πυραμίδες της Αργολίδας και η πραγματική σημασία τους, περιοδικό Αρχαιολογία, τ.57, σελ. 56-61.</nowiki>

Προτεινόμενη βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Theodore Wiegand, μονογραφία του 1901
  • Louis E. Lord, The "Pyramids" of Argolis, Hesperia, Vol. 7, No. 4 (1938), σσ. 481-527, (JSTOR) [2]
  • Louis E. Lord, M. Alison Frantz, Carl Roebuck, Blockhouses in the Argolid, Hesperia, Vol. 10, No. 2 (Apr. - Jun., 1941), σσ. 93-112 (JSTOR) [3]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]