Προσφυγή στην αυθεντία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η προσφυγή στην αυθεντία είναι ένα είδος λογικού επιχειρήματος επίσης γνωστού και ως argumentum ad verecundiam (Λατ. επιχείρημα προς σεβασμό) ή ipse dixit (Λατ. το είπε ο αυτός ο ίδιος), το οποίο χρησιμοποιείται όταν η τιμή αλήθειας μίας θέσης είναι ευθέως ανάλογη με την αξιοπιστία, τις γνώσεις ή το αξίωμα του προτείνοντος την θέση. Αποτελεί μέθοδο απόκτησης σχολιαστικής γνώσης και συχνά είναι λογική πλάνη.

Τύποι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπάρχουν δύο βασικοί τύποι προσφυγής στην αυθεντία.

Ο πρώτος ορίζεται στην περίπτωση που κάποιος ο οποίος παρουσιάζει την θέση του σε ένα ζήτημα παραθέτει από μία αυθεντία, η οποία συμμερίζεται την ίδια θέση, ενώ δεν είναι στην πραγματικότητα αυθεντία στον εν λόγω τομέα. Για παράδειγμα, η εξής δήλωση:

«Ο Άρθουρ Κλαρκ πρόσφατα εξέδωσε μία έρευνα ή οποία καταδεικνύει ότι είναι απαραίτητο να καθαρίζουμε τα δόντια μας με οδοντόνημα τρεις φορές την ημέρα»

δεν θα πρέπει να πείθει κανέναν σχετικά με την χρησιμότητα του οδοντονήματος, εφόσον ο Άρθουρ Κλαρκ δεν είναι αυθεντία στην στοματική υγιεινή. Μεγάλο μέρος των διαφημίσεων βασίζεται σε αυτήν την λογική πλάνη, μέσω της οπισθογράφησης και των χορηγιών.

Ο δεύτερος τύπος ορίζεται ως η παράθεση κάποιου ο οποίος πράγματι αποτελεί αυθεντία στον σχετικό τομέα γνώσης. Σε αυτήν την περίπτωση, η προσφυγή έχει μεγαλύτερο βάρος, διότι η αυθεντία έχει περισσότερες πιθανότητες να είναι ορθή. Ωστόσο, η πιθανότητα λάθους παραμένει και το επιχείρημα σε καμία περίπτωση δεν είναι απόλυτα αληθές.

Η προσφυγή στην αυθεντία ως λογική πλάνη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το επιχείρημα που αντιστοιχεί στην (εσφαλμένη) προσφυγή στην αυθεντία έχει την εξής βασική μορφή:

  1. Ο A ισχυρίζεται το B·
  2. Ο A διαθέτει κάποιο θετικό χαρακτηριστικό,
  3. άρα ο ισχυρισμός B είναι αληθής.

Η πρώτη δήλωση ονομάζεται 'αντικειμενικός ισχυρισμός' και αποτελεί τον πόλο αντιπαράθεσης. Η τελευταία δήλωση περιγράφεται ως 'συμπερασματικός ισχυρισμός' και αντιπροσωπεύει την λογική διαδικασία. Υπάρχουν δύο ήδη συμπερασματικού ισχυρισμού, ο ρητός και ο υπαινικτικός.

Τα επιχειρήματα τα οποία (εσφαλμένα) στηρίζονται στα αμφισβητήσιμα χαρακτηριστικά του ατόμου για να αποδείξουν την αληθινότητα του συμπεράσματος αναλύονται στο άρθρο ad hominem.

Η προσφυγή στην αυθεντία αποτελεί λογική πλάνη: ακόμη και οι αυθεντίες είναι δυνατόν να σφάλλουν, τόσο στον ιδιαίτερο γνωστικό τους τομέα, όσο και σε άλλους. Το να παραθέτει κανείς από αυθεντίες δεν καθιστά κάποιο επιχείρημα αυτόματα αληθές. Ωστόσο, η παράθεση από αυθεντίες μπορεί να προσδίδει στην εκάστοτε θέση μία υψηλή πιθανότητα αλήθειας, ώστε να είναι δυνατόν να λαβαίνονται αποφάσεις με βάση αυτήν.

Παραδείγματα προσφυγής στην αυθεντία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Αναφορά στις φιλοσοφικές πεποιθήσεις του Αριστοτέλη. «Αφού το είπε ο Αριστοτέλης, έτσι θα είναι».
  • Παραθέσεις από θρησκευτικά βιβλία, όπως η Βίβλος. «Η Βίβλος κάνει την Χ δήλωση, άρα η δήλωση Χ είναι σωστή».
  • Ο ισχυρισμός ότι ένα έγκλημα είναι ηθικά εσφαλμένο επειδή είναι παράνομο. «Είναι παράνομο τα μαγαζιά να ανοίγουν την Κυριακή, άρα δεν είναι ηθικά αρμόζον να ανοίγουν». Σε αυτήν την περίπτωση, τον ρόλο της αυθεντίας έχουν οι νομοθέτες, η κρίση των οποίων εκλαμβάνεται ως ορθή ασυζητητί.
  • Οι παραθέσεις επιστημονικών ερευνών που έχουν δημοσιευτεί σε έγκριτα περιοδικά. «Η επιστήμη (υπό την μορφή άρθρου σε έγκριτο περιοδικό) λέει το Χ, άρα το Χ είναι ορθό».
  • Η πίστη σε ό,τι λέει κάποιος εκπαιδευτικός. «Το είπε ο δάσκαλος, άρα πρέπει να είναι αλήθεια».
  • Όταν θεωρείται πως κάτι είναι αληθές επειδή αναφέρθηκε στα νέα.
  • Όταν θεωρείται πως κάτι είναι αληθές επειδή αναφέρεται σε ένα εγχειρίδιο.
  • Όταν θεωρείται πως κάτι είναι αληθές επειδή αναφέρεται σε μία εγκυκλοπαίδεια.
  • Όταν θεωρείται πως κάτι είναι αληθές επειδή αναφέρεται στην Βικιπαίδεια.

Πληροφορίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τον Μεσαίωνα, από τον 12ο αιώνα μέχρι και τον 15ο, η φιλοσοφία του Αριστοτέλη είχε γίνει το επικρατέστερο δόγμα και οι αριστοτελικές πεποιθήσεις αποτελούσαν σημαντικό μέρος κάθε αντιπαράθεσης. Η σκέψη του Αριστοτέλη είχε γίνει τόσο καίρια για την φιλοσοφία του ύστερου Μεσαίωνα, ώστε είχε καταλήξει να αποκαλείται στα λατινικα: Ille Philosophus, δηλαδή «ο Φιλόσοφος», ενώ οι παραθέσεις από κείμενα του Αριστοτέλη ονομάζονταν ipse dixit (το είπε ο ίδιος). Σε αυτό το παράδειγμα, ο Αριστοτέλης αποτελεί παράδειγμα κάποιου ο οποίος είναι αυθεντία στην φιλοσοφία, αλλά, επειδή στην φιλοσοφία δεν υπάρχουν πολλά άμεσα αποδεικτικά στοιχεία, οι ιδέες του αποκτούν μεν βάρος αλλά δεν καθορίζουν και το συμπέρασμα. Από την άλλη μεριά, εάν κάποιος πει ότι επειδή όλοι οι αστρονόμοι πιστεύουν ότι ο πλανήτης Ποσειδώνας υπάρχει αυτό είναι και απόδειξη ότι υπάρχει, τότε η δήλωσή του γίνεται περισσότερο καθοριστική, διότι οι αστρονόμοι γνωρίζουν περισσότερα για το ζήτημα και βρίσκονται σε καλύτερη θέση επιχειρηματολογίας σε ό,τι αφορά τις άμεσες αποδείξεις και όχι γιατί απλώς το πιστεύουν.

Η Ηθική της Αυθεντίας αποτελεί μετα-ηθικιστική θεωρία, σύμφωνα με την οποία κάποιος μπορεί να αποκτήσει γνώσεις μέσω μίας αυθεντίας όπως ο Θεός ή ο Νόμος. Η προσφυγή στην πλειοψηφία είναι μία ειδική περίπτωση προσφυγής στην αυθεντία, όπου αυθεντία είναι η κοινή γνώμη.

Απόρροια του ως άνω είναι και η περίφημη έκφραση «επειδή το λέω εγώ»/«γιατί έτσι», που χρησιμοποιούν συχνά οι γονείς και απεχθάνονται τα παιδιά. Αποτελεί λογική πλάνη με την έννοια ότι ο γονέας είναι η αυθεντία και επομένως διαθέτει την αντίστοιχη γνώση ώστε οι δηλώσεις του να είναι αληθείς. Ωστόσο, όπως και άλλες τέτοιου είδους πλάνες, η εγκυρότητα των δηλώσεών του πηγάζει αποκλειστικά από τις προσωπικές του πεποιθήσεις και όταν υφίσταται πίεση για να αποκαλύψει την λογική συνέχεια πίσω από την δήλωσή του, αδυνατεί να το κάνει ικανοποιητικά. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, η πλάνη συνίσταται στο ότι επειδή αποτελούν αυθεντιάζουσες/εξουσιαστικές μορφές στα μάτια των παιδιών, τα παιδιά αναγκάζονται να δεχθούν την δήλωση των γονέων τους ως καθ' αυτή επεξήγηση του εαυτού της.

Προϋποθέσεις ώστε ένα επιχείρημα από αυθεντίας να είναι έγκυρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένα ιδανικό επιχείρημα βασίζεται αποκλειστικά και μόνο σε άμεσα αποδεικτικά στοιχεία καθώς και στην ίδια του την δομή και όχι στην αυθεντία κάποιου ο οποίος έχει στα χέρια του τα στοιχεία. Ωστόσο, σε μία μέση διαλογική συζήτηση είναι μάλλον απίθανο να παρασχεθούν όλα τα άμεσα αποδεικτικά στοιχεία. Έτσι η προσφυγή στην αυθεντία χρησιμοποιείται ως συντομότερος δρόμος. Σε αυτές τις περιπτώσεις:

  • Η αυθεντία πρέπει να διαθέτει διαπιστευμένες ικανότητες στον τομέα της, και όχι απλώς φήμη, κύρος, θέση ή δημοσιότητα. Παράδειγμα αθέμιτης προσφυγής στην αυθεντία αποτελεί η παράθεση από άνθρωπους που ανήκουν στον χώρο του αθλητισμού ή της ψυχαγωγίας για την θέση τους σε ό,τι αφορά, π.χ., την εξωτερική πολιτική.
  • Το συμπέρασμα/επιχείρημα θα πρέπει να βρίσκεται στα πλαίσια του τομέα ειδικότητας της επικαλούμενης αυθεντίας. Π.χ. ο Linus Pauling κέρδισε το βραβείο Νόμπελ χημείας αλλά αργότερα ισχυρίστηκε ότι η λήψη βιταμίνης C σε μεγάλες ποσότητες αποτελούν προληπτικό μέσο ενάντια στον καρκίνο. Αυτός ο ισχυρισμός εμπίπτει στα πλαίσια της ιατρικής και έτσι εκτός του πεδιού ειδίκευσης του Linus.
  • Η πηγή θα πρέπει να υπόκειται σε θεμιτή ερμηνεία. Αυτό αποτελεί πρόβλημα κυρίως στην θεολογία, όπου το Κοράνι, η Βίβλος, η Τορά, κ.τ.λ. ερμηνεύονται ποικιλότροπα και συχνά με αντιφατική συμπερασματική.
  • Τα αποδεικτικά στοιχεία θα πρέπει να είναι διαθέσιμα, αν όχι άμεσα, τουλάχιστον έμμεσα.
  • Ο ειδικός θα πρέπει να είναι απροκατάληπτος (ανεπηρέαστος απο παράγοντες όπως τα χρήματα, οι πολιτικές πεποιθήσεις ή τα θρησκευτικά πιστεύω του). Εξαιτίας αυτής της προϋπόθεσης, η προσφυγή κάποιου στην ίδια του την αυθεντία είναι αθέμιτη. Για παράδειγμα, ο Γαλιλαίος δικάστηκε[1] από την Καθολική εκκλησία εξαιτίας του ηλιοκεντρικού μοντέλου του για το ηλιακό σύστημα. Το δικαστήριο δεν τον καταδίκασε[2] ακολουθώντας την επιστημονική μέθοδο. Απεναντίας καταδικάστηκε επειδή[3] το μοντέλο του διαφωνούσε με την άποψη της εκκλησιαστικής εξουσίας, η οποία τύγχανε να είναι και η επικρατούσα επιστημονική θεώρηση της εποχής.
  • Το συμπέρασμα/επιχείρημα θα πρέπει να εκπροσωπεί ένα σύνολο απόψεων ειδικών επί του ζητήματος. Οι δικηγόροι ορισμένες φορές βρίσκουν έναν "ειδικό", η γνώμη του οποίου δεν είναι αντιπροσωπευτική των ειδικών του πεδίου του προκειμένου να εκφράσει μία θεωρία η οποία δεν είναι γενικώς αποδεκτή προκειμένου να κερδίσουν τη δίκη.
  • Θα πρέπει να υφίσταται κάποια μέθοδος με την οποία να επιδικάζονται διαφωνίες μεταξύ δύο αυθεντιών που διαθέτουν ισότιμα διαπιστευτήρια. Αν η επιστημονική εξακρίβωση του ισχυρισμού μέσω δοκιμής δεν είναι δυνατή, τότε ορισμένες φορές ως ομοφωνία γίνεται δεκτή η πλειοψηφία των ειδικών.

Υποσημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. "...παράδοση...διαδίδει επί αιώνες ότι το διωγμό εναντίον του Γαλιλαίου τον προκάλεσε...η δυτική εκκλησιαστική εξουσία. Όμως η ερευνά απέδειξε ότι πρωτογενώς ο διωγμός εξυφάνθηκε στο χώρο των αριστοτελικών επιστημόνων του Πανεπιστημίου της Πάδοβας" (Ματσούκας Α. Νίκος, Δογματική και Συμβολική θεολογία, τόμ. Γ', Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1997, σελ. 329-330)
  2. "...κηρύχθηκε ένοχος, ενώ τρεις από τους δέκα καρδινάλιους δικαστές αρνήθηκαν να υπογράψουν." (Grombie C. Α., Απο τον Αυγουστίνο στον Γαλιλαίο-Η Επιστήμη στον Όψιμο Μεσαίωνα και στις αρχές των νέων χρόνων, 13ος-17ος αιώνας, τόμ. Β', ΜΙΕΤ, Αθήνα 1992, σελ. 214)
  3. "Μετά τήν κατασκευή του τηλεσκοπίου από τον Γαλιλαίο, το 1609, και τα ανώμαλα ουράνια φαινόμενα που σύντομα αποκάλυψε, οι σχέσεις του με τους περιπατητικούς —τους λάτρεις του Αριστοτέλη— στο Πανεπιστήμιο της Πάδοβας έγιναν πολύ εχθρικές. Μολονότι για ένα διάστημα συνάντησε υποστήριξη και ενθάρρυνση από υψηλά πρόσωπα ακόμη και στην ίδια τη Ρώμη, η έντονη αντιδικία οδήγησε στην καταδίκη...από...την εκκλησιαστική λογοκρισία το 1616." (Butterfield Herbert, Η Καταγωγή της Σύγχρονης Επιστήμης (1300-1800), ΜΙΕΤ, Αθήνα 1983, σελ. 71)

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Adcock, Frank Ezra, «Ἡ προέλευση τοῦ ὅρου “αὐθεντία” » , Δευκαλίων, 22 (1978), σσ. 206-207


Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]