Πορεία Γυναικών στις Βερσαλλίες

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Η πορεία των γυναικών προς τις Βερσαλλίες στις 5 Οκτωβρίου 1789

Η πορεία των γυναικών στις Βερσαλλίες, γεγονός που αναφέρεται και ως Ημέρες της 5ης και 6ης Οκτωβρίου 1789 ή Ημέρες του Οκτωβρίου, ήταν ένα από τα πρώτα και σημαντικά γεγονότα της Γαλλικής Επανάστασης. Αυτό το περιστατικό λαϊκής εξέγερσης ξεκίνησε από γυναίκες της αγοράς του Παρισιού, οι οποίες, το πρωί της 5ης Οκτωβρίου 1789, συγκεντρώθηκαν για να διαμαρτυρηθούν για την υψηλή τιμή και τη σπανιότητα του ψωμιού. Στη διαδήλωση σύντομα προσχώρησαν δημοκρατικοί επαναστάτες, οι οποίοι επιδίωκαν φιλελεύθερες πολιτικές μεταρρυθμίσεις και συνταγματική μοναρχία για τη Γαλλία. Όταν προτάθηκε να υποβληθούν οι διαμαρτυρίες απευθείας στον βασιλιά και στη Συντακτική Εθνοσυνέλευση, το πλήθος των διαδηλωτριών, με την υποστήριξη των επαναστατών, επιτέθηκαν το οπλοστάσιο της πόλης για όπλα και πήγαν στο παλάτι των Βερσαλλιών. Το πλήθος πολιόρκησε το παλάτι και, σε μια δραματική και βίαιη αντιπαράθεση, επέδωσαν με επιτυχία τα αιτήματά τους στον βασιλιά Λουδοβίκο ΙΣΤ'. Την επόμενη μέρα, το πλήθος υποχρέωσε τον βασιλιά, την οικογένειά του και το μεγαλύτερο μέρος της Συντακτικής να επιστρέψουν μαζί τους στο Παρίσι.

Αυτά τα γεγονότα τερμάτισαν την ανεξαρτησία του βασιλιά και σηματοδότησαν την αλλαγή ισχύος στη Γαλλία. Οι ημέρες του Οκτωβρίου αποδείχθηκαν μια καθοριστική στιγμή της Επανάστασης και συμβόλιζε μια νέα ισορροπία δυνάμεων που ανέτρεπε τις παλαιές προνομιούχες τάξεις της γαλλικής αριστοκρατίας και ευνοούσε τον κοινό λαό, την Τρίτη τάξη.

Τα αιτήματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα αιτήματα των διαδηλωτών αφορούσαν θέματα επιβίωσης (η ζήτηση για ψωμί, στην οποία ο βασιλιάς ανταποκρίθηκε ευνοϊκά) αλλά και πολιτικά θέματα: ζητούσαν την επικύρωση των διαταγμάτων σχετικών με το Σύνταγμα και τη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη, σ'αυτό το αίτημα ο βασιλιάς υποχώρησε το βράδυ, [1] και την αντικατάσταση των φρουρών του βασιλιά από την εθνοφρουρά και τιμωρία τους επειδή είχαν δείξει ασέβεια προς την επανάσταση. Ζητούσαν επίσης να εγκατασταθεί ο βασιλιάς με την οικογένειά του στο Παρίσι.

5 Οκτωβρίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ημέρα της 5ης Οκτωβρίου άρχισε με μία συγκέντρωση στην πλατεία του Δημαρχείου του Παρισιού, για διαμαρτυρία, κυρίως για την έλλειψη και την αύξηση της τιμής του ψωμιού που βασάνιζε την πρωτεύουσα. Συγχρόνως επικρατούσαν φήμες ότι ο βασιλιάς ήταν απρόθυμος να συνεργαστεί με την Εθνοσυνέλευση. [2]Το δημαρχείο είχε καταληφθεί μέχρι την άφιξη της Εθνοφρουράς του Παρισιού, υπό την ηγεσία του Λα Φαγιέτ. Στη συνέχεια, προτάθηκε να υποβληθούν οι διαμαρτυρίες και τα αιτήματα απευθείας στον Βασιλιά και στην Εθνοσυνέλευση.

Η πορεία των γυναικών

Περίπου στις 10 το πρωί, και ενώ έβρεχε από το ξημέρωμα, ένα πλήθος χιλιάδων ανθρώπων, κυρίως γυναικών, ξεκίνησε την πορεία για τις Βερσαλλίες, για να δει τον βασιλιά και να επιδώσει επίσημα τα αιτήματα. Συμμετείχαν δημοκρατικοί επαναστάτες, οι οποίοι επιδίωκαν φιλελεύθερες πολιτικές μεταρρυθμίσεις και συνταγματική μοναρχία για τη Γαλλία, και άλλες ένοπλες ομάδες. Λίγες ώρες αργότερα, προστέθηκαν 15.000 έως 20.000 άνδρες της εθνικής πολιτοφυλακής.

Ο αριθμός τους στην αρχή είναι άγνωστος, αλλά εκτιμάται σε αρκετές χιλιάδες κατά την άφιξη. Πολλές από αυτές τις γυναίκες «στρατολογήθηκαν» καθ' οδόν. Έσερναν μαζί τους δύο ή τρία κανόνια που είχαν πάρει από την πλατεία του Δημαρχείου. Μετά από πορεία 6 ωρών έφθασαν εξαντλημένες στις Βερσαλλίες, σε απόσταση 22 περίπου χιλιομέτρων από το Παρίσι[3] , γύρω στις 4.

Το βράδυ της 5ης Οκτωβρίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πλήθος εισβάλλει στο ανάκτορο των Βερσαλλιών

Φτάνοντας στις Βερσαλλίες, η πλειοψηφία αυτών των εξαντλημένων γυναικών εγκαταστάθηκαν στην πλατεία έξω από τα ανάκτορα. Μια ομάδα γυναικών (τουλάχιστον 20 στην αρχή) εισήλθε στην Εθνοσυνέλευση και άρχισε να κυκλοφορεί στις αίθουσες, ανάμεσα στα έδρανα των βουλευτών, ενώ μερικές μάλιστα κάθισαν στην έδρα του Προέδρου της Συνέλευσης, προκαλώντας το θυμό και αγανάκτηση των λίγων βουλευτών που εξακολουθούσαν να είναι εκείνη την ώρα εκεί. Καθώς το βράδυ προχωρούσε, από το Παρίσι έφτασαν νέες ομάδες, κυρίως άνδρες και ένοπλοι.

Εκπρόσωπος των γυναικών ήταν ο Στανισλάς Μαγιάρ, επαναστάτης συμβολαιογράφος που συμμετείχε σε αρκετές επαναστατικές ημέρες. Τα αιτήματά του ήταν ψωμί για το Παρίσι και να τιμωρηθούν εκείνοι που προκάλεσαν τη σιτοδεία, νόμους για τα τρόφιμα και το σεβασμό της εθνικής κονκάρδας. Η ομιλία του έγινε δεκτή από τον Μουνιέ, τότε πρόεδρο της Συνέλευσης, ο οποίος ψήφισε ένα διάταγμα για τα τρόφιμα που έπρεπε να υπογράψει ο βασιλιάς και ζήτησε τρόφιμα και ποτά να επιδοθούν άμεσα στους διαδηλωτές.

Στις 7 μ.μ. περίπου, μια αντιπροσωπεία, στην οποία συμμετείχαν και 5 γυναίκες, με επικεφαλής τον Μουνιέ πήγε να δει τον βασιλιά για να τον κάνει να υπογράψει το διάταγμα για τα τρόφιμα και να του ζητήσει την άμεση λήψη μέτρων για να αποσταλεί ψωμί στο Παρίσι. Ο Μουνιέ σχεδίαζε επίσης να επωφεληθεί από αυτή την επίσκεψη στο βασιλιά για να τον αναγκάσει να υπογράψει το Σύνταγμα και τη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη. Ο βασιλιάς υπέγραψε το διάταγμα για τα τρόφιμα και διέταξε να σταλούν κάρα με ψωμί στο Παρίσι (πράγμα που αποδεικνύει επίσης ότι η έλλειψη του ψωμιού επικεντρωνόταν μόνο στο Παρίσι.)

Ο Μουνιέ σε μια δεύτερη ακρόαση με το βασιλιά στις 10 το βράδυ ζήτησε την επικύρωση του Συντάγματος και των άρθρων της Διακήρυξης, γεγονός που επετεύχθη μετά από μακρές συζητήσεις του βασιλιά με το συμβούλιο του. Ο Λουδοβίκος ΙΣΤ' δέχθηκε επίσης και ένα άλλο αίτημα των διαδηλωτών, την αντικατάσταση της φρουράς του από εθνοφρουρούς, και έτσι η εξωτερική επιτήρηση του παλατιού των Βερσαλλιών και η ασφάλειά του δεν θα παρέχονταν πλέον από τους Ελβετούς φρουρούς του αλλά από την Εθνοφρουρά, υπό την ηγεσία του Λα Φαγιέτ.

Κατά τη διάρκεια των συζητήσεων στη Συνέλευση και στα διαμερίσματα του βασιλιά, περίπου στις 6, ξέσπασαν αψιμαχίες μεταξύ των σωματοφυλάκων, των διαδηλωτών που είχαν συγκεντρωθεί έξω από το παλάτι και της εθνικής φρουράς των Βερσαλλιών.

Η Εθνοφρουρά του Παρισιού, με επικεφαλής τον Λα Φαγιέτ έφτασε στις 10 το βράδυ. Ο στρατηγός πήγε κατευθείαν στον βασιλιά και του υποσχέθηκε ότι παρά τις απογευματινές ταραχές, η νύχτα θα περάσει χωρίς προβλήματα.

6 Οκτωβρίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Λουδοβίκος ΙΣΤ' και η Μαρία Αντουανέτα, με τον Λαφαγιέτ, αντιμετωπίζουν το πλήθος από το μπαλκόνι τους στις Βερσαλλίες, 6 Οκτωβρίου 1789

Στις 6 Οκτωβρίου, γύρω στις 6 το πρωί, οι διαδηλωτές, εισήλθαν στην αυλή του παλατιού. Ο Λα Φαγιέτ δεν μπόρεσε να αποτρέψει την εισβολή και στη συμπλοκή δύο σωματοφύλακες των διαμερισμάτων της βασίλισσας Μαρίας Αντουανέτας, η οποία ήταν ο κύριος στόχος της εισβολής στο παλάτι, σκοτώθηκαν. Τα κεφάλια τους τα κάρφωσαν στην άκρη πασσάλων και όρμησαν στα βασιλικά διαμερίσματα. Η Μαρία Αντουανέτα για να σωθεί κατέφυγε στα διαμερίσματα του βασιλιά. Η Εθνοφρουρά του Παρισιού παρενέβη στη συνέχεια για να προστατεύσει τους σωματοφύλακες και τη βασιλική οικογένεια. Ο Λα Φαγιέτ ηρέμησε τα πνεύματα ανάμεσα στους σωματοφύλακες και τους Εθνοφρουρούς. Το πλήθος έξω ζητούσε να δει τον βασιλιά στο μπαλκόνι, ο οποίος παρουσιάστηκε μαζί με τη Μαρία Αντουανέτα με τον δελφίνο στην αγκαλιά της ενώ στην αυλή το πλήθος φώναζε «Στο Παρίσι! Στο Παρίσι!». Ο βασιλιάς αναγκάστηκε να δεχθεί τη μετεγκατάσταση.

Στις 11 το πρωί η Εθνοσυνέλευση συνεδρίασε υπό την προεδρία του Μουνιέ και αποφάσισε, μετά από πρόταση των Μιραμπώ και Αντουάν Μπαρνάβ, ότι ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με το βασιλιά και ως εκ τούτου θα τον ακολουθούσε στο Παρίσι.

Ο Λουδοβίκος ΙΣΤ' επιστρέφει στο Παρίσι

Στη 1 μ.μ., ο βασιλιάς έφυγε από τις Βερσαλλίες για το Παρίσι συνοδευόμενος από όλη την βασιλική οικογένεια. Επικεφαλής της τεράστιας πομπής που περιλάμβανε άνω των 30.000 ανδρών της Εθνοφρουράς, ήταν στρατιώτες που κρατούσαν ένα καρβέλι καρφωμένο στις ξιφολόγχες τους. Ακολουθούσαν οι γυναίκες που συνόδευαν κάρα με σιτάρι και τα κανόνια και οι σωματοφύλακες της Ελβετικής φρουράς αφοπλισμένοι. Τη βασιλική άμαξα συνόδευε ο Λαφαγιέτ, ακολουθούσαν άλλες άμαξες που μετέφεραν κάποιους βουλευτές. Ακολουθούσαν οι υπόλοιποι εθνοφρουροί και οι διαδηλωτές που φώναζαν «Φέρνουμε τον φούρναρη, τη φουρνάρισσα και το φουρναρόπουλο! ».

Στην είσοδο του Παρισιού, ο δήμαρχος Ζαν-Σιλβαίν Μπαγί υποδέχτηκε τον βασιλιά στις 8 μ.μ. υπό το χειροκρότημα του πλήθους και μετά από σύντομη στάση στο Δημαρχείο του Παρισιού όπου στον βασιλιά παραδόθηκαν τα κλειδιά της πόλης υπό τις επευφημίες του πλήθους «Ζήτω ο βασιλιάς, ζήτω το έθνος!», η βασιλική άμαξα έφτασε τελικά στο παλάτι του Κεραμεικού στις 10 μ.μ.[4]

Επακόλουθα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πορεία των γυναικών ήταν ένα σημαντικό γεγονός της Γαλλικής Επανάστασης, η επίδρασή του ήταν ισότιμη με την άλωση της Βαστίλης. Για τα μεταγενέστερα γεγονότα, η πορεία αποτέλεσε ένα εμπνευσμένο παράδειγμα, εμβληματικό για τη δύναμη των λαϊκών κινημάτων. Η απίστευτα αποφασιστική εισβολή στο παλάτι απομάκρυνε για πάντα την αύρα που κάποτε κάλυπτε τη μοναρχία. Σηματοδότησε το τέλος της αντίστασης του βασιλιά στις μεταρρυθμίσεις, ο οποίος δεν έκανε πλέον άλλες ανοιχτές προσπάθειες να παρεμποδίσει την Επανάσταση.[5] Όπως δηλώνει ένας ιστορικός, ήταν «ένα από τα χτυπήματα κατά της βασιλείας, από το οποίο ποτέ δεν συνήλθε».[6]

Η επιστροφή του βασιλιά στο Παρίσι κατά τη διάρκεια των «Ημερών του Οκτωβρίου» επικύρωσε τις μεταρρυθμίσεις που είχαν ήδη αρχίσει και έδωσε εγγυήσεις περαιτέρω φιλελευθεροποίησης, σύμφωνα με τις κατευθύνσεις που είχαν διακηρυχθεί από την αστική πλειοψηφία της Εθνοσυνέλευσης.[2]

Ο Λουδοβίκος ΙΣΤ' και η οικογένειά του εγκαταστάθηκαν στο παλάτι του Κεραμεικού. Εκεί προσπάθησε να εργαστεί στο πλαίσιο των περιορισμένων εξουσιών του, αλλά είχε μικρή υποστήριξη και αυτός και η βασιλική οικογένεια παρέμειναν ουσιαστικά κρατούμενοι. Απελπισμένος, έκανε την αποτυχημένη απόπειρα φυγής στη Βαρέν τον Ιούνιο του 1791. Προσπάθησε να δραπετεύσει για να ενωθεί με τα βασιλικά στρατεύματα αλλά για άλλη μια φορά συνελήφθη από πολίτες και εθνοφρουρούς που τον ανάγκασαν να επιστρέψει στο Παρίσι. Αναγκάστηκε να δεχθεί το Σύνταγμα του 1791 χωρίς όμως αυτό να βελτιώσει την προσωπική του κατάσταση. Ο Λουδοβίκος ΙΣΤ' καταδικάστηκε και εκτελέστηκε στη γκιλοτίνα στις 21 Ιανουαρίου 1793. Εννέα μήνες αργότερα, η Μαρία Αντουανέτα καταδικάστηκε επίσης για προδοσία και αποκεφαλίστηκε στις 16 Οκτωβρίου.

Ο δούκας της Ορλεάνης και η «οργάνωση» της πορείας των γυναικών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι οι ημέρες του Οκτωβρίου ήταν οργανωμένη εξέγερση, ότι πράκτορες πληρώθηκαν για να προκαλέσουν τα γεγονότα ή ότι ο δούκας της Ορλεάνης είχε οποιαδήποτε συμμετοχή στην εκδήλωση. Παρόλο που για το θέμα της «οργάνωσης» υπήρχαν φήμες ήδη από εκείνη την εποχή, αυτές στηρίζονταν μόνο σε αναξιόπιστες μαρτυρίες. Όσον αφορά τη συμμετοχή του Δούκα της Ορλεάνης, απορρίφθηκε από την έκθεση της Εθνοσυνέλευσης, με την αιτιολογία ότι οι μαρτυρίες ήταν ανεπαρκείς.

Εδώ θα πρέπει να εξηγηθεί ο ρόλος του δούκα της Ορλεάνης στα πλαίσια της Επανάστασης. Ήδη από το 1787 έδειξε έντονα τις δημοκρατικές του ιδέες και πολλοί τον κατηγόρησαν ότι επεδίωκε να γίνει ο νέος συνταγματικός βασιλιάς. Ήταν εχθρός της βασιλικής οικογένειας και πίστευε ότι θα ανέλθει στο θρόνο, γεγονός που τον καθιστούσε ορκισμένο εχθρό όλων των οπαδών των Βουρβόνων, ειδικά επειδή ήταν αγαπητός στο λαό. Στην πραγματικότητα θεωρούνταν από μερικούς ως μια πιθανή εναλλακτική λύση αντί για τον Λουδοβίκο ΙΣΤ'.

Κατείχε μία από τις μεγαλύτερες περιουσίες στη Γαλλία, γεγονός που τον καθιστούσε ικανό να οργανώσει μία εξέγερση, αλλά δεν αποδεικνύει ότι το έκανε. Ωστόσο, είναι γνωστό ότι η κερδοσκοπία σχετικά με το σιτάρι που προκάλεσε τη σιτοδεία στο Παρίσι εκείνη την εποχή ήταν συνέπεια της αγοράς σίτου από μια βρετανική τράπεζα, η οποία συνδέονταν άμεσα με τις επαφές του Δούκα της Ορλεάνης στο Λονδίνο.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Archives nationales, C31 (263)-10
  2. 2,0 2,1 Ευρωπαϊκή Ιστορία, E. Burns, τομ Α, σελ. 308
  3. . «Paris/Versailles». 
  4. Βάλτερ Μαρκόφ-Αλμπέρ Σομπούλ, 1789 Η Μεγάλη Επανάσταση Των Γάλλων, Εκδ. Σύγχρονη εποχή, σελ. 104
  5. Doyle, William (1990). The Oxford History of the French Revolution (3 ed.). Oxford, UK: Oxford University Press. ISBN 0-19-285221-3, p. 123
  6. Kropotkin, Peter (1909). The Great French Revolution 1789–1793. G.P. Putnam & Sons. ISBN 1-4179-0734-7, p. 156