Πολιορκία της Πάτρας (805)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Πολιορκία της Πάτρας
Χρονολογία 805 ή 807
Τόπος Κάστρο της Πάτρας
Έκβαση Νίκη των Βυζαντινών
Εμπλεκόμενες πλευρές
Κάτοικοι της Πάτρας
Σλάβοι της Πελοποννήσου & Σαρακηνοί πειρατές

Η πολιορκία της Πάτρας διεξήχθη το 805 ή το 807 μ.Χ. από τα σλαβικά φύλα της Πελοποννήσου, με τη βοήθεια, σύμφωνα με κάποιες πηγές, και αραβικού στόλου. Η αποτυχία της πολιορκίας, που αποδόθηκε στην θαυματουργή παρέμβαση του πολιούχου Αγίου Ανδρέα, σήμανε την εκ νέου στερέωση της βυζαντινής εξουσίας επί της Πελοποννήσου μετά από δυο αιώνες σλαβικής κυριαρχίας στο δυτικό της κομμάτι. Επίσης σήμανε την αρχή της ανόδου της Μητροπόλεως Πατρών σε κυρίαρχη θέση στην εκκλησιαστική ιεραρχία της Πελοποννήσου.

Ιστορικό υπόβαθρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι συνοριακή άμυνα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας στα Βαλκάνια κατέρρευσε ολοκληρωτικά στις αρχές του 7ου αιώνα ως επακόλουθο των καταστροφικών πολέμων στην ανατολή εναντίων των Περσών και έπειτα κατά των Αραβικών κατακτήσεων. Οι συγκρούσεις αυτές είχαν ως αποτέλεσμα την ουσιαστική εγκατάλειψη του οχυρωμένου συνόρου (limes) του Δούναβη, και άνοιξαν τον δρόμο στη μεγάλης κλίμακας διείσδυση και εγκατάσταση σλαβικών φύλων στα ενδότερα των Βαλκανίων. Οι Σλάβοι επέδραμαν ως την νότια Ελλάδα και τις ακτές της Μικράς Ασίας. Οι περισσότερες πόλεις της περιοχής αλώθηκαν ή εγκαταλείφθηκαν, και ελάχιστες, μεταξύ των οποίων και η Θεσσαλονίκη, έμειναν σταθερά κατοικημένες και υπό αυτοκρατορική κυριαρχία.[1][2]

Η βυζαντινή Ελλάδα κατά τον 9ο/10ο αιώνα

Στην Ελλάδα, η ανατολική ακτή της Πελοποννήσου και της Στερεάς παρέμειναν σε βυζαντινά χέρια ως το «θέμα» της Ελλάδος, ενώ στην ενδοχώρα εγκαταστάθηκαν διάφορες σλαβικές ομάδες. Ένα μεγάλο κομμάτι του γηγενούς πληθυσμού μάλλον παρέμεινε στις εστίες του, είτε ανάμικτα με τους Σλάβους είτε σχηματίζοντας δικές του αυτόνομες κοινότητες. Όπως συνέβη και αλλού, ένα σχετικά ειρηνικό modus vivendi διαμορφώθηκε μεταξύ των Σλάβων και των εναπομεινάντων βυζαντινών φρουρίων, με τους αγρότες Σλάβους να διεξάγουν εμπόριο με τις υπό βυζαντινή εξουσία παράκτιες πόλεις. Πιο βόρεια, στην ηπειρωτική Ελλάδα, περί το τέλος του 7ου αιώνα άρχισαν να εμφανίζονται μικρές σλαβικές ηγεμονίες ή «σκλαβηνίες» στις παρυφές των αυτοκρατορικών εδαφών, υπό τους δικούς τους «άρχοντες» που λάμβαναν βυζαντινούς τίτλους και αναγνώριζαν κάποια μορφή αυτοκρατορικής επικυριαρχίας. Η βυζαντινή εξουσία στην Ελλάδα ενισχύθηκε σημαντικά με την εκστρατεία, το 783, του λογοθέτη Σταυράκιου, ο οποίος εκστράτευσε δια ξηράς από την Κωνσταντινούπολη στη Θεσσαλονίκη και από εκεί νότια ως την Πελοπόννησο, υποτάσσοντας τους Σλάβους των περιοχών αυτών.[3][4]

Σύμφωνα με το «Χρονικό της Μονεμβασίας» - ένα έργο εξαιρετικά αμφισβητούμενης χρονολογίας και ακρίβειας, εντούτοις αναντικατάστατη πηγή για την περίοδο[5][6] - η Πάτρα, στην βορειοδυτική ακτή της Πελοποννήσου, ήταν μια από της πόλεις που εγκαταλείφθηκαν ήδη περί το 587/8 εξαιτίας των σλαβικών επιδρομών, και οι κάτοικοί της κατέφυγαν στο Ρήγιο της Καλαβρίας. Σύμφωνα με το «Χρονικό», ακολούθησαν 218 χρόνια όπου η Πελοπόννησος βρισκόταν υπό ανεξάρτητη σλαβική κυριαρχία, ως το 804/5.[7][8] Η σύγχρονη αρχαιολογική έρευνα όμως εμφανίζει την Πάτρα να παραμένει σταθερά σε βυζαντινά χέρια την περίοδο αυτή, χωρίς να αποκλείεται μέρος του πληθυσμού της όντως να κατέφυγε στην Ιταλία.[9][10]

Η πολιορκία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με το Κεφάλαιο 49 του De administrando imperio του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ζ΄ του Πορφυρογέννητου (913-959), κατά την βασιλεία του Νικηφόρου Α΄ (802-811), οι Σλάβοι της Πελοποννήσου εξαπέλυσαν πόλεμο εναντίων του ελληνικού πληθυσμού, λεηλάτησαν την ύπαιθρο και πολιόρκησαν την Πάτρα, «μεθ´ ἑαυτῶν ἔχοντες καὶ Ἀφρικοὺς Σαρακηνούς».

Όψη του κάστρου της Πάτρας σε φωτογραφία του 19ου αιώνα. Η κατασκευή των τειχών χρονολογείται από τα μέσα του 6ου αιώνα.

Η πόλη αντιστάθηκε για μακρό διάστημα, αλλά καθώς άρχισαν να τελειώνουν οι προμήθειες, οι κάτοικοι άρχισαν αν σκέφτονται τη συνθηκολόγηση. Πρώτα όμως έστειλαν έναν έφιππο αγγελιοφόρο στην πρωτεύουσα του θέματος και έδρα του τοπικού στρατηγού, την Κόρινθο, για να μάθουν εάν ερχόταν να τους βοηθήσει. Είχαν δε παραγγείλει στον αγγελιοφόρο, εάν η βοήθεια ήταν καθ' οδόν, στην επιστροφή του να κρατάει χαμηλά το φλάμπουρο που έφερε, αλλιώς να το κρατήσει ψηλά. Ο αγγελιοφόρος έμαθε ότι ο στρατηγός είτε δεν ερχόταν είτε ότι θα καθυστερούσε - ο Πορφυρογέννητος αναφέρει απλά ότι έφτασε στην Πάτρα τρεις μέρες μετά τη λήξη της πολιορκίας - αλλά, καθώς επέστρεφε στην πόλη, το άλογό του γλίστρησε και ο ίδιος και το φλάμπουρο πέσαν στο έδαφος. Οι κάτοικοι το ερμήνευσαν ως σημάδι ότι βοήθεια ήταν κοντά, και διενήργησαν έξοδο, σύμφωνα με τον Πορφυρογέννητο με τον Αγ. Ανδρέα έφιππο επικεφαλής. Οι Σλάβοι πανικοβλήθηκαν και σκόρπισαν, ενώ αρκετοί κατέφυγαν στον εκτός των τειχών ναό του Αγ. Ανδρέα. Ο Πορφυρογέννητος γράφει ότι οι αιχμάλωτοι Σλάβοι με τις οικογένειές τους δόθηκαν ως ιδιοκτησία στην μητρόπολη Πατρών, ενώ ως τιμωρία, οι Σλάβοι της περιοχής υποχρεώθηκαν κατόπιν να αναλαμβάνουν τη διατροφή όλων των αξιωματούχων που πέρναγαν από την Πάτρα, ένα καθήκον που ως τότε βάρυνε την τοπική εκκλησία.[11][12]

Ο Πορφυρογέννητος δεν δίνει ακριβή ημερομηνία για τα γεγονότα, αλλά συνήθως τοποθετείται από σύγχρονους ερευνητές είτε το 805, όταν η πόλη των Πατρών «επανιδρύθηκε» σύμφωνα με το «Χρονικό της Μονεμβασίας», είτε το 807, όταν ένας στόλος Σαρακηνών επέδραμε στα παράλια της νότιας Ελλάδας.[13][14] Η συμμετοχή των Αράβων στην πολιορκία μπορεί βέβαια να είναι προϊόν αργότερης παρένθεσης, που συνδύασε την σλαβική εξέγερση με την ύστερη αραβική επιδρομή.[15] Το «Χρονικό της Μονεμβασίας» από την άλλη δεν αναφέρει καμία πολιορκία της πόλης, αλλά ότι ένας Αρμένιος στρατηγός της Κορίνθου, ονόματι Σκληρός, νίκησε τους Σλάβους της Πελοποννήσου, και ότι η νίκη αυτή (είτε το έτος 804/5 είτε το 805/6) σήμανε το τέλος των «218 ετών» της σλαβικής κυριαρχίας επί της χερσονήσου. Ο αυτοκράτορας Νικηφόρος κατόπιν διέταξε τον επανοικισμό της Πάτρας, φέρνοντας τους απογόνους των κατοίκων της από το Ρήγιο, καθώς και τον εκτενή εποικισμό και εκχριστιανισμό ολόκληρης της Πελοποννήσου, με την εγκατάσταση ελληνικών πληθυσμών από την Ιταλία και τη Μικρά Ασία. Το πρόγραμμα εποικισμού του Νικηφόρου επιβεβαιώνεται και από το χρονικό του Θεοφάνη του Ομολογητή, ο οποίος το τοποθετεί λίγο αργότερα, το 810/1.[5][16][17]

Ορισμένοι ερευνητές προσπάθησαν να συμφιλιώσουν τις δυο αφηγήσεις του «Χρονικού» και του Πορφυρογέννητου, προτείνοντας μια πρώτη ανάκτηση της Πάτρας περί το 805 από τον Σκληρό, πιθανότατα σε συνδυασμό με την απόσπαση του νέου Θέματος Πελοποννήσου από το Θέμα Ελλάδος, εάν αυτό δεν είχε γίνει νωρίτερα. Σύμφωνα με αυτή την ερμηνεία, η σλαβική εξέγερση και επίθεση στην Πάτρα έλαβαν χώρα ως αντίδραση μερικά χρόνια αργότερα, μεταξύ του 807 και του 811.[18]

Επακόλουθα γεγονότα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σόλιδος του Νικηφόρου Α´ (802 - 811), βυζαντινού αυτοκράτορα κατά την περίοδο της σλαβικής εξέγερσης

Όποια και αν ήταν τα ακριβή γεγονότα που έλαβαν χώρα τη δεκαετία του 800, η αποτυχία της σλαβικής εξέγερσης στερέωσε την βυζαντινή κυριαρχία στην Πελοπόννησο, και η πολιτική εποικισμού του Νικηφόρου Α΄ οδήγησαν στον επιτυχή επανεκχριστιανισμό και εξελληνισμό της χερσονήσου.[19] Η επιτυχής άμυνα της Πάτρας επίσης διασφάλισε την βασική ναυτική οδό που συνέδεε το Βυζάντιο με την Ιταλία και τη Δύση, επιτρέποντας τη χρήση του Κορινθιακού Κόλπου για τη ναυσιπλοΐα στη θέση της μακρύτερης και πιο επικίνδυνης διαδρομής γύρω από τα νότια παράλια της Πελοποννήσου, που ήταν επιπλέον εκτεθειμένη σε αραβικές επιθέσεις.[20][21]

Σύμφωνα με τον Κωνσταντίνο τον Πορφυρογέννητο, οι Σλάβοι εξεγέρθηκαν ξανά τη δεκαετία του 840, αλλά ηττήθηκαν από τον στρατηγό Θεόκτιστο Βρυέννιο. Μόνο στα νότια, οι δυο φυλές των Εζεριτών και Μηλιγγών αντιστάθηκαν για κάμποσο καιρό ακόμα, ώσπου υποτάχθηκαν. Διατήρησαν όμως την αυτονομία τους σε αντάλλαγμα πληρωμής ετήσιου φόρου. Το 921, οι δυο αυτές φυλές εξεγέρθηκαν και πάλι. Ο τότε στρατηγός Πελοποννήσου, Κρηνίτης Αροτράς, κατέστειλε την επανάσταση γρήγορα, αλλά οι Εζερίτες και οι Μηλιγγοί κατάφεραν να διατηρήσουν την αυτονομία τους και την ξεχωριστή τους ταυτότητα μέχρι και την περίοδο της Φραγκοκρατίας.[22][23][24]

Η επιτυχής κατάληξη της πολιορκίας δια της «επέμβασης» του Αγ. Ανδρέα σήμανε και την απότομη άνοδο της επισκοπής Πατρών, από υποκείμενη της Μητροπόλεως Κορίνθου σε ξεχωριστή μητρόπολη, που εν καιρώ απέκτησε μεγάλη πολιτική και οικονομική ισχύ και επιρροή. Από τότε η δυο μητροπόλεις, Κορίνθου και Πατρών, θα φιλονικούσαν για τα πρωτεία επί των άλλων επισκοπών της Πελοποννήσου.[10]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Curta (2006), σ. 70–75
  2. Whittow (1996), σ. 266–270
  3. Curta (2006), σ. 106–110
  4. Fine (1991), σ. 60–64, 79
  5. 5,0 5,1 Curta (2006), σ. 114–115
  6. Charanis (1950), σ. 141–166
  7. Αβραμέα (2012), σ. 141–142, 220
  8. Charanis (1946), σ. 80–81
  9. Αβραμέα (2012), σ. 157–158, 220
  10. 10,0 10,1 Gregory (1991), σ. 1597–1598
  11. Moravscik & Jenkins (1967), σ. 228-231
  12. Curta (2006), σ. 111
  13. Charanis (1946), σ. 83–84
  14. Toynbee (1973), σ. 99
  15. Curta (2006), σ. 111 σημ. 1
  16. Charanis (1946), σ. 81–83
  17. Toynbee (1973), σ. 95–97
  18. Fine (1991), σ. 80–81
  19. Fine (1991), σ. 81–82
  20. Αβραμέα (2012), σ. 220–221
  21. Curta (2006), σ. 112
  22. Moravscik & Jenkins (1967), σ. 232-235
  23. Curta (2006), σ. 115–116, 202–203
  24. Toynbee (1973), σ. 100–101

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]