Πασοκοποίηση

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Η πτώση του ΠΑΣΟΚ το 2010 δημιούργησε τον διεθνή όρο «πασοκοποίηση» (pasokification)

Με τον όρο Πασοκοποίηση (διεθνώς Pasokification) περιγράφεται η μείωση της εκλογικής επιρροής των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων στην Δυτική Ευρώπη κατά τη δεκαετία του 2010 και η ταυτόχρονη ανάδυση εθνικιστικών, αριστερών ή δεξιών εναλλακτικών[1].

Ο όρος προέρχεται από το ΠΑΣΟΚ, του οποίου η εκλογική δύναμη έπεσε από το 44% στις εθνικές εκλογές του 2009 στο 5% το 2015, εξαιτίας του χειρισμού της κρίσης του ελληνικού δημοσίου χρέους[2] [3]. Στο ίδιο διάστημα, ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. παρουσίασε αύξηση του εκλογικού ποσοστού και της επιρροής του[4]. Έκτοτε, ο όρος χρησιμοποιήθηκε σε παρόμοιες μειώσεις που υπέστησαν πολλά άλλα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα[5].

Γαλλία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πασοκοποίηση θεωρείται ότι υπέστη το Σοσιαλιστικό Κόμμα στη Γαλλία μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 2010, όπως και στις γαλλικές περιφερειακές εκλογές του 2015, οπότε αναδείχθηκε τρίτο με βάση τον αριθμό των ψήφων που έλαβε κατά τη διάρκεια του πρώτου γύρου των εκλογών (μέχρι τότε το κόμμα κατελάμβανε την πρώτη ή δεύτερη θέση σε αριθμό ψήφων). Το κόμμα αυτό έχασε τις περισσότερες έδρες του στις κοινοβουλευτικές εκλογές του 2017, στον πρώτο γύρο των οποίων έλαβε μόλις το 10% των ψήφων[6]. Οι προεδρικές εκλογές του 2017 ήταν επίσης χωρίς προηγούμενο, καθώς κανένας υποψήφιος των δύο παραδοσιακών μεγάλων κομμάτων (Σοσιαλιστικό και Ρεπουμπλικανικό) δεν πέρασε στον δεύτερο γύρο.

Γερμανία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD) πέτυχε το χειρότερο ιστορικό αποτέλεσμά του στις ομοσπονδιακές εκλογές του 2017, αποσπώντας μόνο το 20,5% των ψήφων[5]. Το 2018, αφού το κόμμα εντάχθηκε σε μεγάλο κυβερνητικό συνασπισμό με την Χριστιανοδημοκρατική Ένωση (CDU) της Άνγκελας Μέρκελ, τον τρίτο από το 2005, υπέστη σειρά εκλογικών αποτυχιών στις περιφερειακές εκλογές της Βαυαρίας και της Έσσης, όπου ουσιαστικά έχασε το στάτους του παγγερμανικά δεύτερου μεγαλύτερου κόμματος. Παράλληλα, το κόμμα κυμαινόταν περί το μόλις 14% στις δημοσκοπήσεις που διεξάγονταν σε εθνικό επίπεδο, στις οποίες συχνά βρισκόταν πίσω από τους Πράσινους (Grüne) και την Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD)[7]. Το Ελεύθερο Δημοκρατικό Κόμμα επανήλθε στο ομοσπονδιακό κοινοβούλιο, ενώ η Αριστερά (Die Linke) σημείωσε επίσης μικρά κέρδη.

Ιρλανδία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Εργατικό Κόμμα έπεσε από τις 33 στις 7 έδρες μετά τις γενικές εκλογές του 2016[8].

Ιταλία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Δημοκρατικό Κόμμα έχασε 227 έδρες στη Βουλή των Αντιπροσώπων και 65 έδρες στη Γερουσία στις γενικές εκλογές του 2018[9].

Ολλανδία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Εργατικό Κόμμα έχασε σημαντική επιρροή στις γενικές εκλογές του 2017 με το μερίδιο ψήφων του να μειώνεται από το 25% (στις προηγούμενες εκλογές) στο 6%[10].

Ηνωμένο Βασίλειο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Σκωτικό Εργατικό Κόμμα κατείχε την πλειοψηφία των σκωτσέζικων εδρών του Κοινοβουλίου του Westminster από τις γενικές εκλογές του 1964 έως τις αυτές του 2015, στις οποίες το Εθνικό Κόμμα της Σκωτίας κέρδισε 56 από τις 59 έδρες και στη συνέχεια 35 από τις 59 έδρες στις γενικές εκλογές του 2017.

Το Εργατικό Κόμμα αντέδρασε στην παρακμή των κεντροαριστερών πολιτικών κομμάτων σε ολόκληρη την Ευρώπη εκλέγοντας στην ηγεσία του τον Τζέρεμι Κόρμπιν, σε μια προσπάθεια να συνεχίσει να υπάρχει στην ευρωπαϊκή πολιτική. Η ηγεσία του Κόρμπιν χαρακτηρίστηκε ως πιο αριστερή από αυτή των προκατόχων του της εποχής των «Νέων Εργατικών»[11].

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]