Παναγιώτης Γαργαλίδης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση


Παναγιώτης Γαργαλίδης
GARGALIDIS-1.jpg
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Παναγιώτης Γαργαλίδης (Ελληνικά)
Γέννηση1870
Μεσσήνη
Θάνατος1942
Καλαμάτα
ΕθνικότηταΈλληνες
Χώρα πολιτογράφησηςΕλλάδα
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΝέα ελληνική γλώσσα
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταστρατιωτικός
Στρατιωτική σταδιοδρομία
Βαθμός/στρατόςυποστράτηγος
Πόλεμοι/μάχεςΕλληνοτουρκικός πόλεμος του 1897
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Παναγιώτης Γαργαλίδης (1870-1942) ήταν Έλληνας στρατιωτικός και κινηματίας.

Γεννήθηκε το 1870 στη Μεσσήνη. Ακολούθησε στρατιωτική σταδιοδρομία φοιτώντας στη Σχολή Υπαξιωματικών του Στρατού. Έλαβε μέρος στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 ως υπαξιωματικός και ως αξιωματικός στους Βαλκανικούς πολέμους. Διακρίθηκε ιδιαίτερα στη μάχη της Νιγρίτας και στη μάχη του Ογνιάρ Μαχαλά.

Τα πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Απόφοιτος της Σχολής Ευελπίδων (1887) ο υπολοχαγός Π. Γαργαλίδης σπούδασε εν-συνεχεία στη Στρατιωτική Ακαδημία του Παρισιού. Το 1892 εισηγήθηκε την καθιέρωση του βαθέως "γαιόχρου" χρώματος για τις στολές εκστρατείας, έχοντας παρατηρήσει ότι τα χρώματα που χρησιμοποιούνταν στις εμφανίσεις των στρατιωτών (μπλε χιτώνια, γκρίζο ή μαύρο παντελόνι και κόκκινα ή βυσσινόχρωμα "παραράμματα") επέτρεπαν την επισήμανσή τους από μακρινές αποστάσεις, ενώ οι στολές λερώνονταν εύκολα και φθείρονταν σε σύντομο χρόνο. Η εισήγησή του αγνοήθηκε από τις αρμόδιες ελληνικές υπηρεσίες, ωστόσο η επίσημη αναφορά-πρότασή του που είχε υποβληθεί προς τον υπουργό Στρατιωτικών, συνταγματάρχη του Μηχανικού, Ν. Τσαμαδό, έτυχε του ενδιαφέροντος του στρατιωτικού ακολούθου της Βρετανικής Πρεσβείας στην Αθήνα. Ο τελευταίος, ζήτησε μεταφρασμένο αντίγραφό της και την προώθησε στο Βρετανικό Βασιλικό Επιτελείο Στρατού, το οποίο υιοθέτησε τη χρήση αυτού του είδους των στολών εκστρατείας. Μετά τη γνωστοποίηση στην Αθήνα, της απόφασης των Βρετανών, μαζί με τις ευχαριστίες τους προς τον Έλληνα αξιωματικό, ο Γαργαλίδης επανήλθε εκ νέου, προτείνοντας τη χρήση των στολών για τους άνδρες της Ελληνικής Αστυνομίας, όμως και πάλι η πρότασή του απορρίφθηκε, με απόφαση του τότε πρωθυπουργού, Δημήτριου Ράλλη. Εν τω μεταξύ και ενώ οι Βρετανικές δυνάμεις συμμετείχαν στον πόλεμο των Μπόερς (1901-1902) με τις νέες στολές, αυτές κίνησαν το ενδιαφέρον του Ιάπωνα στρατιωτικού ακολούθου που παρακολουθούσε τις μάχες εκ του σύνεγγυς. Η πρότασή του προς την κυβέρνηση της χώρας του έγινε δεκτή και έτσι οι στολές (υπό την επωνυμία "κάκι") υιοθετήθηκαν από τον Ιαπωνικό Αυτοκρατορικό Στρατό, για να γίνουν, ακολούθως, δεκτές προς χρήση και από τη Γερμανική κυβέρνηση. Τελικά, το 1906 ο τότε διάδοχος του ελληνικού θρόνου Κωνσταντίνος, παλαιός συμφοιτητής του Γαργαλίδη στη Σχολή Ευελπίδων, αφού τον συγχάρηκε, του δήλωσε ότι, μετά την έγκριση και των Γερμανών, που είχε πληροφορηθεί, αποφάσισε να καθιερώσει τη στολή ("χακί") και για τον ελληνικό στρατό, ως την αποκλειστική για εκστρατείες αλλά και ασκήσεις[1].

Δράση στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν διοικητής του 35ου Συντάγματος Πεζικού της Β΄ Μεραρχίας. Κατά τη συμμαχική επίθεση του Σεπτεμβρίου 1918 προς διάσπαση του γερμανοβουλγαρικού αμυντικού μετώπου, δια της ορμητικής του επίθεσης που ενήργησε με το σύνταγμά του πέτυχε τη ταχύτατη κατάληψη του ορεινού όγκου Πρεσλάπ. Για την επιτυχία του αυτή του απενεμήθη στο πεδίο της μάχης ο γαλλικός πολεμικός σταυρός μετά επίχρυσου αστέρος και μνημονεύθηκε υπό τον Γάλλο αρχιστράτηγο Ντ΄ Εσπεραί στην ημερήσια διαταγή της στρατιάς. Στη συνέχεια έλαβε μέρος στην Εκστρατεία της Κριμαίας κατά των Μπολσεβίκων. Μετά την ατυχή κατάληξη αυτής, συνέπεια της οποίας ήταν και ο διωγμός των Ελλήνων εκ της περιοχής αυτής, το 1920 μεταφέρθηκε στη Μικρασιατική εκστρατεία όπου και οργάνωσε την 11η Μεραρχία. Με την κατάρρευση του μετώπου και την άτακτη υποχώρηση του ελληνικού στρατού συντάχθηκε με τους κινηματίες της επανάστασης του 1922 όπου και ανέλαβε τη διοίκηση του Γ΄ Σώματος Στρατού της Θράκης προαχθείς σε υποστράτηγο.

Κινηματίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένα χρόνο αργότερα και μετά την αμαχητί παράδοση στους Τούρκους της κατεχόμενης ανατολικής Θράκης οργάνωσε το αποτυχόν Eπαναστατικό Kίνημα της 22ης Οκτωβρίου 1923 μαζί με τον Γεώργιο Λεοναρδόπουλο και άλλους αξιωματικούς όπου τελικά συνελήφθη παρά τον Κιθαιρώνα. Στις 15 Νοεμβρίου το συσταθέν "Στρατοδικείο Εκστρατείας" στην Ελευσίνα, τον καταδίκασε σε θάνατο, παμψηφεί και σε στρατιωτική καθαίρεση μαζί με τους Γεώργιο Λεοναρδόπουλο και τους αντισυνταγματάρχες Αβράμπο και Νικολαρέα. Με την εμπλοκή και του Πάπα της Ρώμης Πίου ΙΑ΄ για χορήγηση αμνηστίας η κυβέρνηση δεν τόλμησε να προχωρήσει σε εκτελέσεις και τελικά του δόθηκε αμνηστία και απομακρύνθηκε από τον Στρατό.

Αποκαταστάθηκε το 1935 αναδρομικά. Απεβίωσε το 1942 στη Καλαμάτα.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • "Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larousse Britannica" τομ.16ος, σελ.193.
  • "Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου" τομ.5ος, σελ.26.
  • Δήμος Βρατσάνος "Ιστορία των Επαναστάσεων" σελ.213.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Εφημερίδα "Εστία", φύλλο της 9 Νοεμβρίου 2021, σελ. 4, αρθρογράφος Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς, στα "Ιστορικά Ντοκουμέντα": "Ο Έλλην που καθιέρωσε το 'χακί' σε όλον τον κόσμο"