Παιχνίδια στην αρχαία Ελλάδα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Τα παιχνίδια στην Αρχαία Ελλάδα (αρχαία ελληνικά: αθύρματα) ήταν ποικίλα. Παίζονταν είτε σε εσωτερικούς χώρους είτε στις αυλές από αγόρια και κορίτσια.

Παιχνίδια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πλαταγή (κουδουνίστρα)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένα από τα πρώτα παιχνίδια που έπαιζαν τα μωρά στην αρχαιότητα ήταν «η πλαταγή», μια πήλινη κουδουνίστρα, που την έβαζαν στο χέρι του και με τον ήχο που έκαναν τα πετραδάκια που είχε μέσα, το έκαναν να ξεχνιέται και να σταματά τα κλάματα.

Άθυρμα, Κύλιντρο, Απόρραξις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αγαπημένο παιχνίδι των μεγαλύτερων σε ηλικία αγοριών ήταν «το άθυρμα», ένα πήλινο αλογάκι πάνω σε ρόδες, που το έσερναν σε όλο το σπίτι. Το παιχνίδι όμως που λαχταρούσαν όλα τα αγόρια ήταν ένα «αμαξάκι με ρόδες». Συνήθως το έσερναν τα αγαπημένα τους σκυλιά κι όταν αυτά κουράζονταν το έσερναν τα παιδιά μόνα τους.

Συνηθισμένο παιχνίδι ήταν «ο τροχός». Το "κύλιντρο" των Λεριών. Άλλο παιχνίδι ήταν «η απόρραξις». Παιζόταν από κορίτσια με τη «σφαίρα», μπάλα από δέρμα ή κομμάτια ύφασμα, ραμμένα και παραγεμισμένα με αλογότριχες, άχυρο ή μαλλί.Τα αγόρια, πετώντας την μπάλα με τα χέρια, προσπαθούσαν να την περάσουν στο στόμιο ενός αγγείου, κάτι σαν τη σημερινή καλαθοσφαίριση. Ο νικημένος έπρεπε να πάρει στην πλάτη το νικητή. Αυτό ονομαζόταν «εφεδρισμός», η "μπέτσα" των Λεριών.

Χαλκή Μυία (Τυφλόμυγα)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κανόνες του παιχνιδιού από τα αρχαία χρόνια:Δένανε με ένα μαντίλι τα μάτια ενός παιδιού και έλεγε: "χαλκή μύγα θα κυνηγήσω" και οι άλλοι αποκρίνονταν: "θα κυνηγήσεις μα δεν θα την πιάσεις" και τον χτυπούσαν με τις ζώνες τους μέχρι να πιάσει ένα παιδί.Αλλιώς το παιχνίδι λεγόταν, μυίνδα, δραπετίνδα, ψηλαφίνδα. [1]. Στη Βισαλτία παιζόταν σε ανοιχτούς χώρους με το όνομα «Τύφλα βουβάλα» και ο χώρος του παιχνιδιού περιοριζόταν με ένα μεγάλο σκοινί που ήταν δεμένο στις άκρες. Οι συνεχείς μετακινήσεις των παιδιών άλλαζαν τα όρια του παιχνιδιού, πράγμα που δυσκόλευε τον ρόλο της μάνας. [2]

Ακινητίνδα (Αγαλματάκια)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το αρχαίο παιχνίδι ακινητίνδα παίζεται και σήμερα με το όνομα αγαλματάκια, μόνο που υπάρχουν κάποιες διαφορές. Στην ακινητίνδα, οι παίκτες μόλις δοθεί το σύνθημα πρέπει να μείνουν ακίνητοι σε όποια στάση βρίσκονται. Εκείνος που θα κουνηθεί βγαίνει από το παιχνίδι. Στα αγαλματάκια, βρίσκονται όλα τα παιδιά στη γραμμή εκτός από ένα. Αυτό το παιδί βρίσκεται περίπου πέντε μέτρα μακριά από τα άλλα παιδιά και με γυρισμένη πλάτη λέει: "Αγαλματάκια ακούνητα, αμίλητα, αγέλαστα, μέρα ή νύχτα.Τα υπόλοιπα παιδιά όταν μιλάει κουνιούνται, όταν όμως ρωτάει απαντούν "μέρα" ή "νύχτα". Αν πουν "νύχτα" συνεχίζεται το παιχνίδι και αν πουν "μέρα" γυρνάει και μένουν όλοι αγάλματα. Τότε όποιος κουνηθεί μπαίνει στη θέση του παιδιού και ξαναρχίζει το παιχνίδι.

Μπάλα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αυτό το παιχνίδι παίζεται ως εξής: το ένα παιδί πετά με δύναμη, τη μπάλα και εκείνη σκάει στο έδαφος και τη πιάνει ένα άλλο παιδί. Αυτό γίνεται συνεχώς και έτσι συνεχίζεται το παιχνίδι. Η μπάλα τους ήταν φτιαγμένη από δέρματα ζώων.

Πεντέλιθα (Πεντόβολα)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Πεντόβολα

Τα πεντέλιθα (σήμερα πεντόβολα) είναι ένα αρχαίο παιχνίδι. Παίζεται όμως ακόμα και σήμερα. Στο παιχνίδι αυτό μπορούσαν να παίξουν όσα παιδιά ήθελαν. Το κάθε παιδί είχε συγκεντρωμένα πέντε βοτσαλάκια κοντά στα πόδια του. Ο κάθε παίκτης πετούσε ένα βοτσαλάκι ψηλά και έπρεπε να το ξαναπιάσει αφού πρώτα είχε πάρει από κάτω ένα ακόμα βοτσαλάκι.

H αποδιδρασκίνδρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένας παίκτης κλείνει τα μάτια του και οι άλλοι τρέχουν να κρυφτούν σε ορισμένο χρόνο. Ο παίκτης ανοίγει τα μάτια του και ψάχνει να τους βρει. Κάθε φορά που βρίσκει έναν, πρέπει να προλάβει να τρέξει πρώτος στη θέση του, αλλιώς χάνει.

Το κολλαβίζειν[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένας παίκτης στέκεται όρθιος και με το χέρι του σκεπάζει τα μάτια του. Ένας άλλος τον κτυπά και συγχρόνως τον ρωτά με ποιο χέρι τον κτύπησε.

Ασκωλιασμός (Ασκί)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην αρχαιότητα το παιχνίδι αυτό ήταν ένα είδος ακροβασίας και παιζόταν κατά κύριο λόγο στις γιορτές του Διονύσου: Οι παίκτες ανέβαιναν με το ένα πόδι πάνω σε ένα φουσκωμένο ασκί αλειμμένο με λάδι και ο καθένας φανέρωνε την επιδεξιότητά του στην ισορροπία και στην ευλυγισία. Τις περισσότερες φορές ο παίκτης έπεφτε κάτω, πράγμα που διασκέδαζε τους άλλους παίκτες, οι οποίοι αδιαφορούσαν για το αν θα γελούσαν το ίδιο και οι άλλοι μ’ αυτούς, όταν σε λίγο, που θ’ ανέβαιναν κι΄αυτοί στο λαδωμένο ασκί θα πάθαιναν τα ίδια. Το παιχνίδι αυτό παίζεται και σήμερα στην Ήπειρο με την ονομασία Ασκί.

Παραλλαγές του παιχνιδιού Ένας παίκτης πηδώντας στο ένα πόδι καταδιώκει τους άλλους παίκτες που τρέχουν και με τα δύο πόδια ή μόνο με το ένα πόδι. Στις περιοχές όπου παίζεται έχει τις ιδιαίτερες ονομασίες του: κουτσαλωνάκι, κουτσοκαλόγερος.

Βοιωτικό ερυθρόμορφο πηνίο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο βοιωτικό ερυθρόμορφο πηνίο (σημερινό γιο-γιο), οι παίκτες σκαλίζουν στο ξύλο δυο δίσκους που ενώνονται στο κέντρο με έναν κυλινδρικό άξονα, πάνω στον οποίο στερεώνουν την αρχή μιας κλωστής την οποία στη συνέχεια τυλίγουν γύρω-γύρω. Το πηνίο αφήνεται από τον παίκτη να πέσει και η κλωστή ξετυλίγεται, ενώ με μια κίνηση του χεριού ξαναμαζεύεται γύρω από τον άξονα. Η κίνηση μπορεί να επαναλαμβάνεται.

Σκαπέρδα (διελκυστίνδα)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην σκαπέρδα, οι παίκτες καρφώνουν στο χώμα ένα δοκάρι, το οποίο έχει μια τρύπα στο κέντρο του, από όπου περνούν ένα σκοινί. Στις δύο άκρες του, δένεται από ένας παίκτης, έτσι ώστε ο ένας να μην κοιτά τον άλλο, και προσπαθούν τραβώντας με δύναμη, να φέρουν ο ένας τον άλλον κοντά στη δοκό. Το παιχνίδι αυτό παίζεται και με ισάριθμους σε κάθε πλευρά παίκτες.

Ατραγαλίζειν[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το αστραγαλίζειν, το παιχνίδι δηλαδή με τους αστράγαλους ή αλλιώς τα κότσια, ήταν από τα αγαπημένα παιχνίδια των αγοριών και των κοριτσιών. Οι αστράγαλοι προέρχονταν από τα πίσω πόδια των κατσικιών και των αρνιών. Κάποιες φορές, αντί για αστράγαλους χρησιμοποιούνταν μικρές πέτρες ή καρύδια και αμύγδαλα. Τα παιδιά έπαιζαν και τους «αρτιάζειν αστραγάλους», τα μόνα ζυγά. Σε αυτά, ο ένας έκρυβε τους αστραγάλους στο χέρι του, και ο άλλος προσπαθούσε να μαντέψει αν ο αριθμός των αστράγαλων ήταν μονός ή ζυγός, δηλαδή περιττός ή άρτιος.

Απόρραξις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι παίκτες κτυπούν τη μπάλα με δύναμη στο έδαφος ώστε να αναπηδήσει. Έπειτα την πιάνουν και την ξανακτυπούν. Όποιος παίκτης πετύχει τα πιο πολλά κτυπήματα κερδίζει. Άλλοτε πάλι πετούν τη μπάλα στον τοίχο και πρέπει να την πιάσουν πριν πέσει στο έδαφος. Το παιχνίδι αυτό μπορούν να παίζουν μόνοι τους ή ανά δυο.

Εις ώμιλλαν[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα παιδιά μεγαλύτερης ηλικίας έπαιζαν το εις ώμιλλαν, τις ομάδες. Σε αυτό, χάραζαν έναν κύκλο στο χώμα και προσπαθούσαν, σημαδεύοντας από ένα ορισμένο σημείο, να στείλουν τον αστράγαλο του ζώου μέσα στον κύκλο. Ο κάθε παίκτης είχε δέκα βολές. Ο νικητής σχεδίαζε τον κύκλο και καθόριζε τη διάμετρο, καθώς και το σημείο βολής.

Ίυγξ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ανάμεσα στα παιχνίδια που προτιμούσαν τα παιδιά, ήταν η ίυγξ. Σε έναν ξύλινο, συνήθως, τροχίσκο, άνοιγαν δυο τρύπες, περνούσαν διπλή κλωστή και αφού την περίστρεφαν, την τραβούσαν και την χαλάρωναν. Ο ήχος που παραγόταν θύμιζε το πουλί ίυγγα, δηλαδή τον μυρμηγκοφάγο, από τον οποίο πήρε και το όνομα του το παιχνίδι. Λέγεται πως ανάλογα με τον παραγόμενο ήχο μπορούσαν να κάνουν διάφορες προβλέψεις.

Τροχός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι τροχοί είναι συνήθως χάλκινοι και υπάρχουν μεγαλύτεροι και μικρότεροι. Η διάμετρος τους κυμαίνεται ανάμεσα στα 80 και 130 εκατοστά. Ο τροχός δεν είναι όμως μόνο παιχνίδι. Τον χρησιμοποιούσαν και στις παλαίστρες, όπου γυμνάζονταν οι νέοι. Ο Ιπποκράτης μάλιστα, ο φημισμένος γιατρός, στο βιβλίο του «Περί Διαίτης», τον συστήνει σε όσους θέλουν να κρατηθούν σε καλή φυσική κατάσταση.

Κερητίζειν[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παιχνίδι που παιζόταν από δύο παίχτες, οι οποίοι προσπαθούσαν να κατευθύνουν μία σφαίρα με ραβδιά. Υπάρχει ανάγλυφη παράσταση του παιχνιδιού στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας. [3]. Ήταν ο πρόδρομος του σημερινού χόκεϋ. Το παιχνίδι διασώθηκε στη Βισαλτία με το όνομα «Γρούνα»/ γουρούνα. Ήταν παιχνίδι μιας ολιγάριθμης ομάδας παιδιών. Άρχιζε με την διαδικασία ανάθεσης του ρόλου της μάνας, που ήταν και ανεπιθύμητος ρόλος. Η μάνα προσπαθούσε με ένα ραβδί να βάλει ένα μικρό μεταλλικό κουτί, τη γρούνα, σε μια μικρή λακκούβα, ενώ οι άλλοι παίχτες επιδίωκαν το αντίθετο. Πάντα όμως η προσπάθεια γινόταν από τη μάνα και αντίπαλο έναν άλλον παίχτη της ομάδας. Λεπτομερής περιγραφή του παιχνιδιού «γρούνα» δίνεται στο βιβλίο «Τότε που παίζαμε». [4]

Η μετά ράβδων παιγνική συμβολή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το παιχνίδι είναι γνωστό κυρίως από βυζαντινές πηγές. Ανήκει στα παιχνίδια ασκήσεις, παιχνίδια με αγωνιστικό περιεχόμενο και οι ρίζες του πιθανότατα να βρίσκονται στα αρχαία παιχνίδια με ραβδιά, ίσως στους ακοντισμούς. «Βέβαιον είναι … ότι κατά τους βυζαντινούς χρόνους υπήρξεν αγωνιστική παιδιά δια ράβδων γινομένη». Και αναφέρεται ότι το παιχνίδι παιζόταν στην Κύπρο με το όνομα «Τζιρίτιν». [5]. Ένα αγωνιστικό παιχνίδι με ραβδιά, διαφορετικό από το «Τζιρίτιν» της Κυπρου διασώθηκε μέχρι στις αρχές του περασμένου αιώνα στην Τερπνή Σερρών με το όνομα «Πάντα». Ήταν παιχνίδι που παιζόταν από μια ολιγάριθμη ομάδα παιδιών σε ανοιχτωσιές, όπως οι επίπεδοι βοσκότοποι ή οι φαρδείς δρόμοι. Ήταν ένα παιχνίδι που εξασκούσε τα παιδιά στο να ρίχνουν εύστοχα και αποτελεσματικά το ραβδί, που ήταν απαραίτητο εργαλείο στην καθημερινή ζωή για το βόσκημα μικρών ή μεγάλων ζώων. Η δυσκολία στο παιχνίδι ήταν ότι τα ραβδιά έπρεπε να ρίχνονται σε βολές παράλληλες με το έδαφος χωρίς να περιστρέφονται, όπως τα ακόντια. Λεπτομερής περιγραφή του παιχνιδιού δίνεται στο βιβλίο «Τότε που παίζαμε». [6].

Στρόμβος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αλλιώς: βέμβυξ, κώνος, ρόμβος, στρόβιλος. Είναι η γνωστή σβούρα. Στην αρχαία Ελλάδα έπαιζαν τη σβούρα, δίνοντας μόνο την αρχική κίνηση ή συντηρούσαν την αρχική της κίνησή της με χτυπήματα την κατά διαστήματα με ένα μαστίγιο. Υπάρχει εικόνα σε αγγείο με νεαρή γυναίκα να παίζει τη σβούρα με μαστίγιο. Ο Μ. Βασίλειος, στα χρόνια του οποίου το παιχνίδι ήταν πολύ κοινό, σημειώνει ότι ο στρόβιλος στροβιλιζόταν μόνο μία φορά, την αρχική, και μετά αφηνόταν ώσπου να σταματήσει. [7] Σε μερικά χωριά της Βισαλτίας η συντήρηση της κίνησης στη σβούρα με μαστίγιο επέζησε μέχρι τα μέσα του περασμένου αιώνα. Λεπτομερής περιγραφή για την κατασκευή και το παίξιμο της σβούρας υπάρχει στο βιβλίο «Τότε που παίζαμε». [8].

Σφαιρία ή σφαιρίδια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ήταν οι σημερινοί βόλοι ή οι μπίλιες. Από τα στοιχεία που υπάρχουν πιθανολογείται ότι στην αρχαία Ελλάδα οι βόλοι παίζονταν όπως και σήμερα. [9], [10]

Ανακρουσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ήταν παιχνίδι με κρούση της σφαίρας σε τοίχο και πιάσιμό της μετά την ανάκρουση. Η βολή και το πιάσιμο επαναλαμβάνονταν από τον ίδιο παίχτη, χωρίς διαφοροποιήσεις μέχρι που έχανε. [11] Σήμερα στο ίδιο παιχνίδι οι λαβές στις διαδοχικές ανακρούσεις διαφοροποιούνται, όπως περιγράφονται στο παιχνίδι «Απλό ακίνητο» του βιβλίου «Τότε που παίζαμε». [12].

Χυτρίνδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παιχνίδι μιας ομάδας παιδιών. Μετά από κλήρωση ένας παίχτης στεκόταν στο κέντρο κρατώντας με το αριστερό χέρι του μια χύτρα στο κεφάλι του. Οι άλλοι γυρνώντας γύρω του προσπαθούσαν να τον χτυπήσουν κάνοντας έναν διάλογο μαζί του, ενώ προσπαθούσε να χτυπήσει με τα πόδια του κάποιον συμπαίκτη του. Όποιον πετύχαινε έπαιρνε τον ρόλο του με τη χύτρα στο κεφάλι. Σε μια δεύτερη παραλλαγή του παιχνιδιού, δεν υπήρχε χύτρα, υπήρχαν όμως στο κέντρο δύο παίχτες με τον έναν στέκεται στο κέντρο, καθιστός ή όρθιος ως «χύτρα», και ο δεύτερος να ακουμπά το χέρι του στο κεφάλι του πρώτου. Ο δεύτερος από το ζευγάρι προσπαθούσε να φυλάξει την «χύτρα» από τους υπόλοιπους της ομάδας που επιχειρούσαν να τον χτυπήσουν η αλλαγή των ρόλων γινόταν ΄όπως στην πρώτη παραλλαγή. [13] Η δεύτερη παραλλαγή του παιχνιδιού παιζόταν στη Βισαλτία με τον προστατευόμενο παίχτη να κάθεται πάνω σε μια πέτρα. [14]

Σχοινοφυλίνδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η περιγραφή αυτού του αρχαίου παιχνιδιού [15] δίνεται χωρίς ουσιώδεις διαφορές από το σύγχρονο παιχνίδι της Βισαλτίας «Κάηκι τ’ παπά αχυρώνα». Το παιχνίδι της Βισαλτίας παιζόταν από μια πολυάριθμη ομάδα μικρών κοριτσιών. Όλα τα κορίτσια εκτός από τη μάνα κάθονταν καταγής, σχηματίζοντας έναν κύκλο, και είχαν μέτωπο προς το εσωτερικό του κύκλου. Τότε η μάνα που επιλεγόταν με κλήρωση, άρχιζε το παιχνίδι γυρνώντας έξω από τον κύκλο των κοριτσιών, επαναλαμβάνοντας τραγουδιστά τη φράση, «κάηκι τ’ παπά αχυρώνα κι κόμα καίιτι». Κρατώντας σταθερό τον ρυθμό της κίνησής της, σε κάποια στιγμή άφηνε, χωρίς να γίνει αντιληπτό, ένα μαντήλι πίσω από κάποιο κορίτσι. Μόλις γινόταν αντιληπτό το γεγονός από τα κορίτσια της ομάδας, αυτά άρχιζαν να επαναλαμβάνουν τα λόγια της μάνας, πράγμα που σήμαινε ότι κάπου έπεσε το μαντήλι και όλα τα κορίτσια άρχιζαν να ψάχνουν πίσω τους για το μαντήλι. Το κορίτσι που εύρισκε το μαντήλι, σηκωνόταν αμέσως και άρχιζε να κυνηγά τη μάνα, γύρω γύρω στον κύκλο, με το μαντήλι στο χέρι. Αν την έφθανε, τη χτυπούσε με τον κόμπο που είχε το μαντήλι. Ο κόμπος δεν περιείχε τίποτε μέσα του, τα χτυπήματα επομένως ήταν ελαφρά, ίσα-ίσα για να δημιουργούν την ατμόσφαιρα του παιχνιδιού. Το κυνηγητό της μάνας, με χτυπήματα ή όχι, κρατούσε μέχρι να φτάσει η μάνα στην κενή θέση, οπότε καθόταν και αναλάμβανε το ρόλο της το κορίτσι που κρατούσε το μαντήλι. Αν μέχρι να ολοκληρώσει τον κύκλο η μάνα δεν γινόταν αντιληπτό ότι είχε πέσει το μαντήλι, τότε το έπαιρνε η μάνα και χτυπούσε με το μαντήλι το κορίτσι που το είχε πίσω του. Το κορίτσι τότε σηκωνόταν και έτρεχε για να αποφύγει τα χτυπήματα. Και στην περίπτωση αυτή το κυνηγητό κρατούσε έναν κύκλο, τώρα όμως δεν άλλαζε η μάνα. [16]

Μοσκίνδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Είναι το παιχνίδι που μας είναι γνωστό με το όνομα «Μακριά γαϊδούρα». [17] Και στη Βισαλτία παιζόταν το παιχνίδι με διάφορα ονόματα, όμως η περιγραφή του είναι λίγο διαφορετική από αυτήν του αρχαίου παιχνιδιού. Ήταν παιχνίδι για μεγάλα αγόρια και παιζόταν από δυο ομάδες των τεσσάρων έως έξι παιδιών. [18]

Ανώνυμο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παιχνίδι για αγόρια, που το έπαιζαν σε ανοιχτωσιές αφού χωρίζονταν σε δυο ολιγομελείς ομάδες. Ως υλικά για το παιχνίδι χρειάζονταν έξι στενόμακρες πέτρες, που χρησιμοποιούνταν ως στόχοι και πολλές μικρές πέτρες ως βολίδες, τουλάχιστο τριπλάσιες από τον αριθμό των παιχτών. Όλες οι πέτρες, στόχοι ή βολίδες, είχαν μέγεθος που καθοριζόταν από τις δυνατότητες των παιχτών. Οι βολίδες έπρεπε να ρίχνονται άνετα από τους παίχτες και να είναι αποτελεσματικές στις κρούσεις με τους στόχους. Οι στόχοι έπρεπε να είναι αρκετά μεγάλες πέτρες, έπρεπε όμως και να ανατρέπονται με τα χτυπήματα των βολίδων. Η κάθε ομάδα έστηνε στην περιοχή της τις δικές της πέτρες-­στόχους πάνω στην ίδια νοητή ευθεία γραμμή με τις πέτρες-­στόχους της άλλης ομάδας. Οι στόχοι της ίδιας ομάδας απείχαν μεταξύ τους δυο έως τρία βήματα, ενώ των δυο ομάδων ήταν σε απόσταση που καθοριζόταν από τις δυνατότητες βολής των παιχτών. Οι παίχτες της κάθε ομάδας, με σειρά προτεραιότητας που καθοριζόταν με διαδικασίες κλήρωσης, εναλλάσσονταν ανά ένας στις βολές και έριχνε ο καθένας από τρεις βολίδες, με στόχο να ανατρέψει τους στόχους της αντίπαλης ομάδας. Η ευστοχία των παιχτών και η δύναμη στις βολές τους ήταν οι παράγοντες που καθόριζαν την εξέλιξη του παιχνιδιού και ξεχώριζαν το νικητή. Νικούσε η ομάδα που πετύχαινε πρώτη να ανατρέψει όλες τους στόχους της αντίπαλης ομάδας. Οι νικητές πέρα από την ικανοποίηση, που τους έδινε η πρωτιά στη δύναμη και στην ευστοχία, απολάμβαναν και το έπαθλο της καβάλας. Τους έπαιρναν στις πλάτες τους οι ηττημένοι και τους πήγαιναν βόλτα σε καθορισμένη από πριν διαδρομή, που συνήθως ήταν από τη θέση της μιας ομάδας έως τη θέση της άλλης. Μετά το παιχνίδι επαναλαμβανόταν με αλλαγή των θέσεων. Εξισορροπούσαν έτσι τυχόν διαφορές που υπήρχαν στο μέγεθος, στο σχήμα και στο στήσιμο των στόχων. Είναι περιγραφή του παιχνιδιού όπως παιζόταν ακριβώς στην αρχαία Ελλάδα. [19] «Τα ρούμπαλα», που αναφέρονται στην Εγκυκλοπαίδεια Ελευθερουδάκη, είναι το ίδιο παιχνίδι, με μικρές διαφορές στην εξέλιξή του.

Άλλα παιχνίδια στην αρχαία Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μερικά από τα άλλα παιχνίδια της αρχαίας Ελλάδας, που σχετίζονται με τα σύγχρονα παιχνίδια είναι τα πιο κάτω: αἰώρα, ἀντισφαίρισις, ἁρπαστόν, ἀρτιάζειν, ἀσίκχιοι, δραπετίνδα, ἐπίσκυρος σφαῖρα, ἐφηβική σφαῖρα, ἰππαστὶ σφαίρισις,•κάλαμον περιβῆναι, κόραι, κρικηλασία, κρυπτίνδα, μυΐνδα, οστρακίνδα, οὐρανία σφαῖρα, πεσσεία, πλαγγόνες, σφαῖρα, σφαίρισις,σφαιρισμός, τρόπα, φαινίνδα. [20]


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Χρήστος Δ. Λάζος «Παίζοντας στο χρόνο», σ. 396.
  2. [1] Νίκος Λ. Πασχαλούδης, «Τότε που παίζαμε», Αθήνα 1η 2001, Θεσσαλονίκη 2η 2008, σ. 173.
  3. Χρήστος Δ. Λάζος «Παίζοντας στο χρόνο», σ. 303.
  4. [2] Νίκος Λ. Πασχαλούδης, «Τότε που παίζαμε» Αθήνα 1η 2001, Θεσσαλονίκη 2η 2008, σ. 91.
  5. Χρήστος Δ. Λάζος «Παίζοντας στο χρόνο», σ. 273-274.
  6. [3] Νίκος Λ. Πασχαλούδης, «Τότε που παίζαμε» Αθήνα 1η 2001, Θεσσαλονίκη 2η 2008, σ. 124.
  7. Χρήστος Δ. Λάζος «Παίζοντας στο χρόνο», σ. 609-610.
  8. [4] Νίκος Λ. Πασχαλούδης, «Τότε που παίζαμε», Αθήνα 12001, Θεσσαλονίκη 22008, σ. 137.
  9. Χρήστος Δ. Λάζος «Παίζοντας στο χρόνο», σ. 609-633.
  10. [5] Νίκος Λ. Πασχαλούδης, «Τότε που παίζαμε», Αθήνα 1η 2001, Θεσσαλονίκη 2η 2008.
  11. Χρήστος Δ. Λάζος «Παίζοντας στο χρόνο», σ. 159.
  12. [6] Νίκος Λ. Πασχαλούδης, «Τότε που παίζαμε», Αθήνα 1η 2001, Θεσσαλονίκη 2η 2008, σ. 89.
  13. Χρήστος Δ. Λάζος «Παίζοντας στο χρόνο», σ. 699.
  14. [7] Νίκος Λ. Πασχαλούδης, «Τότε που παίζαμε», Αθήνα 1η 2001, Θεσσαλονίκη 2η 2008, σ. 46.
  15. Χρήστος Δ. Λάζος «Παίζοντας στο χρόνο», σ. 647.
  16. [8] Νίκος Λ. Πασχαλούδης, «Τότε που παίζαμε», Αθήνα 1η 2001, Θεσσαλονίκη 2η 2008, σ. 57.
  17. Χρήστος Δ. Λάζος «Παίζοντας στο χρόνο», σ. 393.
  18. [9] Νίκος Λ. Πασχαλούδης, «Τότε που παίζαμε», Αθήνα 1η 2001, Θεσσαλονίκη 2η 2008, σ. 135.
  19. [10] Νίκος Λ. Πασχαλούδης, «Τότε που παίζαμε», Αθήνα 1η 2001, Θεσσαλονίκη 2η 2008, σ. 171.
  20. [11] Νίκος Λ. Πασχαλούδης, «Τότε που παίζαμε», Αθήνα 1η 2001, Θεσσαλονίκη 2η 2008, σ. 249.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]