Ο κήπος των διχαλωτών μονοπατιών (διήγημα)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ο κήπος των διχαλωτών μονοπατιών
Borges el jardín.gif
ΣυγγραφέαςΧόρχε Λουίς Μπόρχες
ΤίτλοςEl jardín de senderos que se bifurcan
ΓλώσσαΙσπανικά
Ημερομηνία δημοσίευσης1941
Είδοςcrime fiction short story
φαντασία

Το σύγγραμμα με τίτλο Ο κήπος των διχαλωτών μονοπατιών (ισπανικά: El jardín de senderos que se bifurcan) είναι διήγημα του Αργεντινού συγγραφέα Χόρχε Λουίς Μπόρχες το οποίο δημοσιεύτηκε αρχικά το 1941 εντός της ομώνυμης συλλογής διηγημάτων, και κατόπιν όλη η συλλογή μαζί με το διήγημα έγινε τμήμα της συλλογής διηγημάτων Μυθοπλασίες το 1944. Το διήγημα είναι αφιερωμένο στην Αργεντινή συγγραφέα Βικτώρια Οκάμπο.[1]

Σύνοψη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ιστορία εμφανίζεται στην μορφή υπογεγραμμένης δήλωσης από κάποιον Κινέζο καθηγητή αγγλικών ο οποίος ονομάζεται Δόκτωρ Γιου Τσουν, και ο οποίος ζει στο Ηνωμένο Βασίλειο κατά την περίοδο του Α´ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Τσουν είναι κατάσκοπος της Γερμανικής Αυτοκρατορίας και έχει μόλις συνειδητοποιήσει πως η βρετανική αντικατασκοπία τον έχει ανακαλύψει και ο λοχαγός Ρίτσαρντ Μάντεν βρίσκεται στα ίχνη του. Συνειδητοποιώντας πως ο Μάντεν έχει ήδη συλλάβει τον συνεργό του, ο Τσουν είναι σχεδόν βέβαιος ότι έρχεται η σειρά του, έτσι πριν συλληφθεί προσπαθεί να βρει κάποιον τρόπο να στείλει στους Γερμανούς τις τελευταίες πληροφορίες που διαθέτει.

Η ανάγνωση της δήλωσης συνεχίζεται, και ο Τσουν εξηγεί πως ο λόγος για τον οποίο κατασκοπεύει δεν είναι για την Γερμανία, την οποία θεωρεί μια βάρβαρη χώρα, αλλά γιατί ήταν δυσαρεστημένος από την ρατσιστική αντιμετώπιση που είχε στην Βρετανία και ήθελε να αποδείξει πως κάποιος Ασιάτης είναι αρκετά έξυπνος ώστε να μπορέσει να τους ξεγελάσει. Παράλληλα, υποψιάζεται πως παρόμοιο κίνητρο έχει και ο Μάντεν, ο οποίος είναι ιρλανδικής καταγωγής και έχει έχουν αφεθεί υπόνοιες εναντίον του στο παρελθόν για χαλαρότητα και πιθανώς και για προδοσία και θέλει να αποδείξει τις ικανότητες του.

Αφότου συγκεντρώνει τα λιγοστά υπάρχοντα του, ο Τσουν επιβιβάζεται σε ένα τραίνο, και αφότου φτάνει στον προορισμό του μετά βίας καταφέρνει να ξεφύγει από τον Μάντεν στον σιδηροδρομικό σταθμό. Επισκέπτεται το σπίτι του Δόκτωρ Στήβεν Άλμπερτ, ο οποίος είναι διακεκριμένος σινολόγος. Ο Άλμπερτ τον υποδέχεται θερμά καθώς ο Τσουν είναι απόγονος του Τσούι Πεν, ευρυμαθή και διάσημου λογίου ο οποίος είχε αφοσιωθεί στην κατασκευή ενός τεράστιου και δαιδαλώδους μυθιστορήματος και την κατασκευή ενός επίσης γιγαντιαίου και πολύπλοκου λαβυρίνθου αλλά το έργο του έμεινε ανολοκλήρωτο και είναι άγνωστο τι συνέβει. Ο Άλμπερτ αναφέρει στον Τσουν πως είναι μακροχρόνιος μελετητής του μυθιστορήματος του Τσούι Πεν. Συνεχίζοντας την συζήτηση του αποκαλύπτει πως κατόρθωσε να λύσει και τα 2 μυστήρια, του μυθιστορήματος και του λαβυρίνθου, με μια κίνηση. Το βιβλίο είναι ο ίδιος ο λαβύρινθος, και ο λαβύρινθος είναι το ίδιο το βιβλίο. Ο Τσούι Πεν είχε περιγράψει το μυθιστόρημα του ως τον κήπο των διχαλωτών μονοπατιών, και ο Άλμπερτ συνειδητοποίησε πως οι διακλαδώσεις δεν υπήρχαν στον χώρο αλλά στον χρόνο. Με τον τρόπο αυτό, όταν ο χαρακτήρας επιλέγει να ακολουθήσει μια από τις κατευθύνσεις σε ένα σταυροδρόμι τότε οι υπόλοιπες δυνατές κατευθύνσεις της άλλης διακλάδωσης δεν υπάρχουν πλέον. Στο μυθιστόρημα του ο Τσούι Πεν προσπάθησε να περιγράψει έναν κόσμο όπου όλα τα πιθανά αποτελέσματα ενός γεγονότος συμβαίνουν ταυτόχρονα, με το κάθε ένα να οδηγεί σε περαιτέρω πιθανότητες. Ο Άλμπερτ συνεχίζει εξηγώντας πως μερικές φορές τα συνεχώς διακλαδόμενα μονοπάτια ξαναενώνονται μετά από καιρό, ως το αποτέλεσμα διαφορετικών αλυσίδων γεγονότων. Ως παράδειγμα αναφέρει, πως σε κάποια άλλη εκδοχή των γεγονότων, ο Τσουν έχει έρθει ως εχθρός στο σπίτι του και σε μια άλλη ως φίλος.

Ο Τσουν ευχαριστεί θερμά τον Άλμπερτ για την αποκάλυψη του και του είναι ευγνώμων, ωστόσο βλέπει έξω από το σπίτι τον Μάντεν να πλησιάζει και λέγοντας στον Άλμπερτ πως το μέλλον ήδη υπάρχει και πως είναι φίλος του, του ζητά να του δείξει τις σημειώσεις του και πάλι. Καθώς ο Άλμπερτ γυρνά την πλάτη του για να το πιάσει, ο Τσουν βγάζει ένα περίστροφο και τον δολοφονεί επί τόπου.

Ο Τσουν συλλαμβάνεται, κατηγορείται για τον φόνο του Άλμπερτ, και καταδικάζεται σε θάνατο δια απαγχονισμού. Ωστόσο πέτυχε το αποτέλεσμα που είχε σχεδιάσει, καθώς οι Γερμανοί βομβαρδίζουν το σημείο στρατηγικού ενδιαφέροντος που τους αποκάλυψε ο Τσουν, το οποίο βρισκόταν στην πόλη Αλμπέρ (Albert) στην Γαλλία. Είχε συνειδητοποιήσει πως ο μόνος τρόπος να μεταδώσει στους Γερμανούς την πληροφορία ήταν με το να δολοφονήσει κάποιον που ονομάζεται Άλμπερτ, έτσι ώστε η είδηση που θα κυκλοφορούσε από τις εφημερίδες θα συνδεόταν με το όνομα της περιοχής για την οποία ενδιαφέρονταν οι Γερμανοί.

Επιρροή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρότι επιφανειακά η ιστορία διαβάζεται ως κατασκοπευτικό διήγημα, η κεντρική ιδέα είναι η ύπαρξη ενός μυθιστορήματος το οποίο μπορεί να διαβαστεί με πολλούς τρόπους και να οδηγήσει σε διαφορετικά αποτελέσματα, ενώ παράλληλα όλοι οι δυνατοί προορισμοί εξακολουθούν να υπάρχουν στον χρόνο.[1] Το διήγημα άσκησε μετέπειτα επιρροή σε πολλούς ερευνητές διαδικτυακών και ψηφιακών εφαρμογών κυρίως στον τομέα των υπερκειμένων.[1][2][3] Παρόμοιες ιδέες εξερευνήθηκαν από τον Μπόρχες στα διηγήματα Η βιβλιοθήκη της Βαβέλ και Το βιβλίο της άμμου.[1]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 Wardrip-Fruin, Noah, Nick Montfort, Introduction: The Garden of Forking Paths, eds. The New Media Reader. Cambridge: MIT Press, 2003.
  2. Bolter, Jay David; Joyce, Michael (1987). «Hypertext and Creative Writing». Hypertext '87 Papers. ACM, pp. 41–50. http://portal.acm.org/citation.cfm?id=317431. 
  3. Moulthrop, Stuart (1991). «Reading From the Map: Metonymy and Metaphor in the Fiction of 'Forking Paths'». Στο: Delany, Paul· Landow, George P. Hypermedia and Literary Studies. Cambridge, Massachusetts and London, England: The MIT Press.