Ομότιμη παραγωγή

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

O όρος ομότιμη παραγωγή ή βασισμένη στα Κοινά ομότιμη παραγωγή πρωτοπαρουσιάστηκε από τον καθηγητή του Πανεπιστημίου Xάρβαρντ Yochai Benkler[1] . Eίναι ένας τρόπος παραγωγής αγαθών και υπηρεσιών που βασίζεται στις αυτό-οργανωμένες κοινότητες ανθρώπων οι οποίοι συνεργάζονται για την επίτευξη ενός κοινού σκοπού[2] [3] . Aντιπροσωπευτικά παραδείγματα ομότιμης παραγωγής αποτελούν το Ελεύθερο λογισμικό GNU/Linux και η εγκυκλοπαίδεια Wikipedia.

Πλαίσιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τη στιγμή που οι πιο προηγμένες οικονομικά χώρες υιοθετούν μοντέλα ανάπτυξης βασισμένα στην παραγωγή πληροφορίας[4] [5] , το κόστος απόκτησης και χρήσης των Tεχνολογιών Πληροφορικής και Eπικοινωνίας (π.χ. ο προσωπικός υπολογιστής και το διαδίκτυο) όλο και μειώνεται, κάνοντάς τες προσβάσιμες σε όλο και περισσότερους ανθρώπους[6] . Έτσι όλο και περισσότεροι έχουν τα μέσα για να δημιουργήσουν πληροφορία. Αυτές οι αλλαγές διαμορφώνουν ένα νέο πλαίσιο επικοινωνίας, αλληλεπίδρασης και δικτύωσης μέσα από το οποίο αναδύεται ένα νέο μοντέλο παραγωγής, ριζικά διαφορετικό από το κυρίαρχο βιομηχανικό[6]. Ο νέος αυτός τρόπος παραγωγής διαμορφώνει και ταυτόχρονα διαμορφώνεται από αξίες όπως η συνεργασία, η συμμετοχικότητα, η αλληλεγγύη, ο διαμοιρασμός, η κοινοκτημοσύνη, η κοινωνική καινοτομία[6][2] [3].

Τυπολογία[7][Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Benkler[8] παρουσιάζει την ομότιμη παραγωγή ως ένα νέο παραγωγικό φαινόμενο, όπως προέκυψε από τη μελέτη των πρώτων πρακτικών που παρατηρήθηκαν στο χώρο του ελεύθερου λογισμικού και λογισμικού ανοικτού κώδικα (ΕΛ/ΛΑΚ) και στο χώρο του διαδικτύου. Ο ορισμός της ομότιμης παραγωγής αφορά περισσότερο τη διεργασία της μετατροπής μίας εισροής (input) σε ένα αποτέλεσμα (output), εστιάζοντας στην αποκεντρωμένη δομή και συμμετοχική μέθοδο εργασίας. Αντίστοιχα στο «The Wealth of Networks» (2006) ο Benkler εισάγει την έννοια της «βασισμένης στα κοινά ομότιμης παραγωγής» (commons-based peer production – CBPP). Η διαφορά σε αυτήν την προσέγγιση είναι η εστίαση στους πόρους και τα αποτελέσματα της διεργασίας και κυρίως η σχέση των συμμετεχόντων με αυτά.

Το επαναστατικό στοιχείο της βασισμένης στα κοινά ομότιμης παραγωγής είναι ότι τα μέσα και τα αποτελέσματα της δεν αποτελούν αντικείμενα αποκλειστικής ιδιοκτησίας. Αντίθετα, διαμοιράζονται μεταξύ των συμμετεχόντων στο πλαίσιο μίας θεσμικής δομής η οποία διαθέτει τους πόρους ισότιμα σε όλους ανάλογα με την κρίση τους. Ανήκουν δηλαδή στη σφαίρα αυτών που ονομάζονται «κοινά» (commons), ή αλλιώς δημόσια, ελεύθερα αγαθά. Παραδοσιακά, ο χώρος των κοινών θεωρούταν ότι βρίσκεται εκτός της παραγωγικής οικονομίας. Οι κοινοί πόροι αντιμετωπίζονταν ως εν δυνάμει παραγωγικοί πόροι, που θα μπορούσαν να παράγουν αξία εφόσον υπεισέλθουν υπό κάποιο καθεστώς διαχείρισης ή ιδιοκτησίας, από το κράτος ή τον ιδιωτικό τομέα. Ωστόσο, ένας νέος τύπος σχέσεων συνεργασίας και παραγωγής αναδεικνύει την προοπτική των κοινών πόρων στην παραγωγή αξίας, παραμένοντας στη σφαίρα των κοινών, μέσα από μία διεργασία η οποία τα προστατεύει και τα ανατροφοδοτεί. Για το λόγο αυτό η βασισμένη στα κοινά ομότιμη παραγωγή αναφέρεται συχνά και ως ένας τύπος «κοινωνικής παραγωγής».

Βασικά χαρακτηριστικά[7][Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρά την πληθώρα των εγχειρημάτων που παρατηρούνται σε ένα μεγάλο εύρος τομέων και δραστηριοτήτων, ο Benkler[8] διακρίνει τρεις βασικές αρχές που αποτελούν κοινά χαρακτηριστικά σε αυτά τα εγχειρήματα, καθώς και κρίσιμους παράγοντες για την επιτυχή υλοποίηση και ολοκλήρωση τους:

  1. Αρθρωτή δομή (modularity): Τα ομότιμα έργα αποτελούνται από πολλά μικρότερα, διακριτά συστατικά μέρη (modules), το καθένα από τα οποία μπορεί να παραχθεί αυτόνομα. O διαχωρισμός αυτός επιτρέπει πολλούς ανεξάρτητους συμμετέχοντες να εργάζονται με ασύγχρονο τρόπο, χωρίς να εξαρτάται η εργασία του ενός από την εργασία του άλλου.
  2. Διαφορετικός βαθμός ανάλυσης (granularity) των συστατικών μερών: Διαφορετικά επίπεδα ανάλυσης των συστατικών μερών, και συνεπώς μεγαλύτερα και μικρότερα συστατικά μέρη, κινητοποιούν άτομα με μεγαλύτερα ή μικρότερα κίνητρα, αντίστοιχα, στο να συνεισφέρουν, ανάλογα με το ενδιαφέρον τους, αλλά και τις ικανότητές τους. Έτσι σε ένα ομότιμο έργο διακρίνονται μεγαλύτερα μέρη με ιδιαίτερες απαιτήσεις σε χρόνο και ικανότητες των συμμετεχόντων, έως πολύ μικρά μέρη, η υλοποίηση των οποίων δεν απαιτεί περισσότερο από 5 λεπτά ενασχόλησης κάποιου, ακόμη και στο πλαίσιο ενός καθημερινού ψυχαγωγικού «ξεφυλλίσματος» στο ίντερνετ (browsing).
  3. Χαμηλού κόστους ολοκλήρωση: Ως ολοκλήρωση (integration) εννοείται η ενσωμάτωση όλων των συστατικών μερών στο τελικό αποτέλεσμα. Στη διαδικασία της ολοκλήρωσης, εμπεριέχεται τόσο ο μηχανισμός της ενσωμάτωσης όλων των συνεισφορών σε ένα ολοκληρωμένο προϊόν, όσο και ο ποιοτικός έλεγχος του κάθε συστατικού μέρους ξεχωριστά, αποφεύγοντας σφάλματα που προκύπτουν από τη λανθασμένη αντίληψη του κάθε συμμετέχοντα, σχετικά με τις ικανότητές του, τους στόχους του έργου κ.α.

Τα πλεονεκτήματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ομότιμη παραγωγή είναι ένα πιο παραγωγικό σύστημα για τη δημιουργία πνευματικής αξίας από αυτό της ελεύθερης αγοράς ή του γραφειοκρατικού κράτους[6][2] . Παράγει πλεόνασμα ελευθερίας καθώς υποκινείται από τις υψηλότερες ανάγκες του ανθρώπου για έκφραση, συνεργασία και επικοινωνία. Η ομότιμη παραγωγή ανατρέπει την κυρίαρχη πίστη ότι ο άνθρωπος, ως ορθολογικό ον, προσπαθεί αποκλειστικά για τη μεγιστοποίηση του προσωπικού του χρηματικού κέρδους[9] . Στις ομότιμες πλατφόρμες εκατοντάδες χιλιάδες χρήστες –οι ομότιμοι– συνεργάζονται, συνεισφέροντας ο καθένας κάτι από τις δυνατότητές τους προς έναν κοινό στόχο. Το αποτέλεσμα αυτής της προσπάθειας ανήκει στη δημόσια σφαίρα και διατίθεται ελεύθερα πίσω στην κοινότητα και σε όλον τον κόσμο[6][2] [9].

Aναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Johnson, Steven (Σεπτέμβρη 21, 2012). «The Internet? We Built That». The New York Times. http://www.nytimes.com/2012/09/23/magazine/the-internet-we-built-that.html?src=dayp&_r=0. Ανακτήθηκε στις 11 Δεκέμβρη 2012. 
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 Bauwens, Michel (2005). «The political economy of peer production». Ctheory Journal. http://www.ctheory.net/articles.aspx?id=499. 
  3. 3,0 3,1 Kostakis, Vasilis (2012). «The political economy of information production in the social web: Chances for reflection on our institutional design». Contemporary Social Science 7: 305-319. 
  4. Castells, Manuel (2000). The rise of the network society. Oxford: Blackwell. 
  5. Perez, Carlota (2002). Technological revolutions and financial capital: The dynamics of bubbles and golden ages. Cheltenham: Edward Elgar Pub. 
  6. 6,0 6,1 6,2 6,3 6,4 Benkler, Yochai (2006). The wealth of networks: How social production transforms markets and freedom. New Haven/London: Yale University Press. 
  7. 7,0 7,1 Παζαΐτης, Αλέξανδρος (2015). «Ομότιμη Παραγωγή». P2P Foundation. http://p2pfoundation.net/%CE%9F%CE%BC%CF%8C%CF%84%CE%B9%CE%BC%CE%B7_%CE%A0%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%AE. 
  8. 8,0 8,1 Benkler, Yochai (2001). «Coase’s Penguin, or, Linux and the Nature of the Firm». Yale Law Journal, 112: 369.. http://www.yale.edu/yalelj/112/BenklerWEB.pdf. Ανακτήθηκε στις 13.02.2016. 
  9. 9,0 9,1 Kωστάκης, Bασίλης (2012). Tο ομότιμο μανιφέστο. Iωάννινα: Bορειοδυτικές εκδόσεις. http://issuu.com/voreiodytikes/docs/omotimomanifesto. 

Eξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]