Οι μικρές αλεπούδες

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Οι μικρές αλεπούδες
LittleFoxes.jpeg
Σκηνοθεσία Γουίλιαμ Γουάιλερ
Παραγωγή Σάμιουελ Γκόλντγουιν
Σενάριο Λίλιαν Χέλμαν
Πρωταγωνιστές Μπέτι Ντέιβις
Χέρμπερτ Μάρσαλ
Πατρίσια Κόλιντζ
Τερέζα Ράιτ
Μουσική Μέρεντιθ Γουίλσον
Φωτογραφία Γκρεγκ Τόλαντ
Πρώτη προβολή Country flag 21/8/1941
Διάρκεια 115 λεπτά
Προέλευση Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής
Γλώσσα Aγγλικά
Σελίδα IMDb
Σελίδα Cine.gr

Οι μικρές αλεπούδες (αγγλ. The Little Foxes) είναι δραματική ταινία παραγωγής 1941 σε σκηνοθεσία Γουίλιαμ Γουάιλερ. Η ταινία αποτελεί κινηματογραφική μεταφορά του ομώνυμου θεατρικού έργου της Λίλιαν Χέλμαν, το οποίο διασκεύασε για τη μεγάλη οθόνη η ίδια η Χέλμαν, με τη βοήθεια του πρώην της συζύγου και του Αλάν Κάμπελ που συνέγραψαν κάποιες πρόσθετες σκηνές[1]. Πρωταγωνιστές της ταινίας είναι οι Μπέτι Ντέιβις, Χέρμπερτ Μάρσαλ, Πατρίσια Κόλιντζ και Τερέζα Ράιτ.

Η ταινία παρά τις 9 υποψηφιότητες που έλαβε για βραβείο όσκαρ, δεν κατάφερε να κερδίσει κανένα.

Υπόθεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ιστορία εστιάζει στην αριστοκράτισσα του Νότου Ρετζίνα Χάπαρντ Γκίντενς, που αγωνίζεται για πλούτο και ελευθερία μέσα στους περιορισμούς μιας κοινωνίας των αρχών του 20ού αιώνα όπου μόνο οι αρσενικοί απόγονοι θεωρούντο νόμιμοι κληρονόμοι από τον πατέρα μιας οικογένειας. Ακολούθως, οι άπληστοι αδελφοί της Μπέντζαμιν και Όσκαρ είναι ανεξάρτητοι και πλούσιοι, ενώ η ίδια πρέπει να βασίζεται για οικονομική υποστήριξη στον εύθραυστο σύζυγό της Χόρας, ο οποίος υπόκειται σε αγωγή θεραπείας για οξεία καρδιακά προβλήματα.

Έχοντας παντρευτεί την κακόβουλη, αλκοολική γυναίκα του Μπέρντι μόνο για να αποκτήσει την οικογενειακή της βαμβακοφυτεία, ο Όσκαρ τώρα θέλει να ενώσει τις δυνάμεις του με τον Μπέντζαμιν για να κατασκευάσουν έναν cotton mill. Προσεγγίζουν την αδελφή τους έχοντας ανάγκη επιπλέον $75.000 για να επενδυθούν στην επιχείρηση. Ο Όσκαρ αρχικά προτείνει γάμο του γιου του Λίο με την κόρη της Ρετζίνα, Αλεξάντρα - δύο πρώτων εξαδέλφων - ως μέσο για να πάρουν τα λεφτά του Χόρας, αλλά ο Χόρας και η Αλεξάντρα απεχθάνονται την ιδέα αυτή. Όταν η Ρετζίνα και ο Χόρας ζητά ξεκάθαρα τα λεφτά από τον Χόρας, εκείνος αρνείται. Του λέει ότι η άρνησή του δεν έχει σημασία αφού θα πεθάνει σύντομα και εκείνη περιμένει την ημέρα που θα συμβεί αυτό.

Ο Μπεν και ο Όσκαρ, ενήμεροι της άρνησης του Χόρας, πιέζουν τον Λίο να κλέψει τα ομόλογα σιδηροδρόμων του Χόρας από τη θυρίδα του στην τράπεζα για να συμπληρωθεί το ποσό για την κατασκευή του μύλου. Αφότου επσιτρέφει σπίτι από ένα ξαφνικό έλεγχο της θυρίδας του, ο Χόρας λέει στη Ρετζίνα για την κλοπή των ομολόγων. η Ρετζίνα, συνειδητοποιώντας ότι τα αδέλφια της έκλεψαν τα ομόλογα μέσω του Λίο που εργάζεται στην τράπεζα, συνωμοτεί για να αποκτήσει μεγαλύτερο μερίδιο στο μύλο εκβιάζοντας τους αδελφούς της για την κλοπή. Αμέσως, ο Χόρας δηλώνει ότι αλλάζει τη διαθήκη του για να αφήσει τα πάντα στην Αλεξάντρα εκτός από τα ομόλογα των σιδηροδρόμων, τα οποία ισχυρίζεται ότι ελεύθερα δάνεισε στο Λίο. Αυτό θα εμποδίσει τη Ρετζίνα να εκβιάσει τους αδελφούς της και να αποκτήσει μερίδιο στο μύλο.

Η Ρετζίνα τότε φιλονικεί με τον Χόρας και του εκφράζει την αποστροφή της και όταν εκείνος παθαίνει καρδιακή προσβολή εκείνη δεν προσπαθεί να τον βοηθήσει να πάρει τα φάρμακα του που είναι στον επάνω όροφο. Ο Χόρας ανεβαίνει τις σκάλες αλλά καταρρέει στη διαδρομή. Οι τελευταίες σκηνές της ταινίας περιλαμβάνουν τον Χόρας στις τελευταίες του στιγμές περιτριγυρισμένο από την οικογένειά του, έναν γιατρό και υπηρέτες που αναμένουν ότι ίσως επιζήσει. Τελικά, ο Χόρας πεθαίνει, μη αφήνοντας μάρτυρες για να αντιταχθούν στη Ρετζίνα σε περίπτωση που κατηγορήσει τα αδέλφια της για κλοπή. Τότε εκβιάζει τα αδέλφια της, απαιτώντας το 75% της επιχείρησης για τον εαυτό της και δεν έχουν άλλη επιλογή από το να δεχθούν.

Η Αλεξάντρα ακούει αυτή τη συζήτηση και αφού οι θείοι της φεύγουν, αντιμετωπίζει τη μητέρα της σχετικά με το πως πέθανε ο πατέρας της στη σκάλα. Η Αλεξάντρα προτάσσει τη σημασία του να μην παρακολουθεί κανείς απαθώς το κακό να συμβαίνει και η Ρετζίνα λέει ότι δεν μπορεί να την εμποδίσει να φύγει από το σπίτι. Η Αλεξάντρα φεύγει με τον εφημεριδοπώλη Ντέιβιντ. Η Ρετζίνα μένει πλούσια, αλλά εντελώς μόνη.

Τίτλος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο τίτλος προέρχεται από το Άσμα Ασμάτων, βιβλίου της Παλαιάς Διαθήκης του βασιλιά Σολομώντα, στο οποίο αναφέρεται:

Πιάσατε εις ημάς τας αλώπεκας, τας μικράς αλώπεκας, αίτινες αφανίζουσι τας αμπέλους· διότι αι άμπελοι ημών ανθούσιν[2].

Πληροφορίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μεταφορά του θεατρικού της μεγάλης Αμερικανίδας δραματουργού Λίλιαν Χέλμαν σηματοδότησε την τρίτη και τελευταία συνεργασία της Μπέτι Ντέιβις με τον αγαπημένο της σκηνοθέτη Γουίλιαμ Γουάιλερ, είχαν προηγηθεί οι ταινίες Ζέζεμπελ (Jezebel, 1938) και Το γράμμα (The Letter, 1940). Το πρώτο μάλιστα είχε χαρίσει στη Ντέιβις, που διένυε την πιο παραγωγική περίοδο στην καριέρα της, το δεύτερό της όσκαρ Α' γυναικείου ρόλου.

Η θεατρική παράσταση "Οι μικρές αλεπούδες" είχε κάνει πρεμιέρα το 1939 στο Μπρόντγουεϊ με πρωταγωνίστρια την Ταλούλα Μπάνκχεντ όταν ο Σάμιουελ Γκόλντγουιν αποφάσισε να προτείνει στη Λίλιαν Χέλμαν να διασκευάσει το έργο της για τη μεγάλη οθόνη. Ως πρωταγωνίστρια για τη διασκευή του θεατρικού ο Γουάιλερ επέμεινε στο όνομα της Μπέτι Ντέιβις, η οποία άνηκε στο δυναμικό της εταιρίας Warner. Ο διευθυντής της εταιρίας Τζακ Γουόρνερ, που φημιζόταν για το γεγονός ότι δε συνήθιζε να δανείζει τους ηθοποιούς της εταιρίας του σε άλλες εταιρίες, αρχικά διέθεσε τη Μύριαμ Χόπκινς, αντί της Ντέιβις[3]. Όταν ο Γουάιλερ αρνήθηκε να συνεργαστεί με τη Χόπκινς, ο Γουόρνερ αναγκάστηκε να δανείσει τη Ντέιβις στη MGM, για να ξεπληρώσει χρέος, από ήττα στα χαρτιά, στον Γκόλντγουιν. Ήταν η δεύτερη και τελευταία φορά που η Ντέιβις, κατά τη διάρκεια της θητείας της στη Warner, δανειζόταν για να πρωταγωνιστήσει σε ταινία άλλης εταιρίας παραγωγής. Η αμοιβή της Ντέιβις ανερχόταν στα 3.000 δολάρια την εβδομάδα, όταν όμως έμαθε πόσα χρήματα εισέπραξε ο Τζακ Γουόρνερ για τη συμμετοχή της στην ταινία απαίτησε ποσοστό από τις εισπράξεις, το οποίο τελικά της παραχωρήθηκε[2] .

Η Ντέιβις υποδυόταν για δεύτερη φορά στη μεγάλη οθόνη ρόλο που είχε πρωτοερμηνεύσει η Μπάνκχεντ στο Μπρόντγουεϊ, μετά "Το λυκόφως μιας ζωής" (Dark Victory) το 1939. Ο Γουάιλερ την ώθησε, παρά τις αρχικές της αντιρρήσεις, να δει την Μπάνκχεντ να ερμηνεύει τη Ρετζίνα στο Μπρόντγουεϊ. Η Ντέιβις αργότερα μετάνοιωσε που το έκανε, καθώς ένοιωσε ότι η δική της ερμηνεία θα έπρεπε να είναι εντελώς διαφορετική από εκείνη της Μπάνκχεντ. Η Μπάνκχεντ ερμήνευσε τη Ρετζίνα, ως θύμα που έπρεπε να αγωνιστεί για την επιβίωσή της, ενάντια στα αδέλφια της που την περιφρονούσαν. Η Ντέιβις, αντιθέτως, την υποδύθηκε ως μοχθηρή, πανούργα, μηχανορράφο και υπολογίστρια. Ζήτησε επίσης από το μακιγιέρ Περκ Γουέστμοτ να της φτιάξει μια μάσκα από πούδρα, που συμβόλιζε το θάνατο και σύμφωνα με τη Ντέιβις, τον εσωτερικό κόσμο της Ρετζίνα[3]. Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων η Ντέιβις και ο Γουάιλερ καυγάδιζαν συχνά για τα πάντα και κυρίως για το γεγονός ότι ο Γουάιλερ πίστευε ότι η Ντέιβις υποδυόταν τη Ρετζίνα, χωρίς να της δίνει καμία ανθρώπινη υπόσταση. Η Ντέιβις αποχώρησε από τα γυρίσματα της ταινίας και επέστρεψε όταν έμαθε ότι σκόπευαν να την αντικαταστήσουν με την Κάθριν Χέπμπορν[2]. Τα γυρίσματα τελείωσαν με τη γνώμη της Ντέιβις να επικρατεί και την θετική υποδοχή της ταινίας απ' τους κριτικούς να τη δικαιώνει. Η Ντέιβις δεν συνεργάστηκε ποτέ ξανά με το Γουάιλερ. Οι δυο τους μοιράζονταν αμοιβαία εκτίμηση για τα χρόνια που ακολούθησαν. Χρόνια αργότερα η Ντέιβις έγραψε στην αυτοβιογραφία της:

Όντας θαυμάστρια της Μπάνκχεντ, δεν ήθελα να επηρεαστώ από τη δουλειά της. Ήταν απόφαση του Γουίλι να δοθεί μια διαφορετική ερμηνεία στο ρόλο. Επέμεινα ότι η Ταλούλα είχε υποδυθεί τη Ρετζίνα με το μοναδικό τρόπο που θα μπορούσε να ερμηνευτεί. Η δις Χέλμαν είχε γράψει το ρόλο της Ρετζίνα με τόση ακρίβεια, που δε θα μπορούσε να παιχτεί διαφορετικά[4].

Τέσσερις από τους ηθοποιούς της παράστασης του Μπρόντγουεϊ (οι Νταν Ντιουρέα, Τσαρλς Ντινγκλ, Καρλ Μπέντον Ριντ και Πατρίσια Κόλιντζ) επανέλαβαν τους ρόλους του και στη μεγάλη οθόνη, ενώ στο ρόλο της Αλεξάντρα Γκίντενς, έκανε το ντεμπούτο της η Τερέζα Ράιτ. Ο ρόλος αυτός εξασφάλισε στη Ράιτ την πρώτη της υποψηφιότητα για όσκαρ. Ο χαρακτήρας του δημοσιογράφου Ντέιβιντ Χιούιτ δεν υπάρχει στο θεατρικό και προστέθηκε από την Χέλμαν για να υπάρχει ακόμη ένας συμπαθής ανδρικός ρόλος, πέρα από εκείνο του Όρας Γκίντενς στην ταινία. Για το ρόλο αυτό επελέγη ο Ρίτσαρντ Κάρσον, ενώ το ρόλο του Όρας ερμήνευσε ο Χέρμπερτ Μάρσαλ, ο οποίος υποδύθηκε για δεύτερη φορά το σύζυγο της Ντέιβις, όπως και στην ταινία Το γράμμα του 1940.

Η ταινία έκανε τεράστια εισπρακτική επιτυχία και οι κινηματογράφοι την πρόβαλλαν μαζί με την ταινία του Όρσον Γουέλς Πολίτης Κέιν (Citizen Kane, 1941), προκειμένου να δώσουν ώθηση στην ταινία του Γουέλς, η οποία δεν έκανε υψηλές εισπράξεις στην πρώτη της προβολή.

Ένα άλλο μέρος του δάσους[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Χέλμαν έγραψε και θεατρικό prequel των μικρών αλεπούδων με τίτλο "Ένα άλλο μέρος του δάσους" (Another Part Of The Forest), το οποίο επίσης μεταφέρθηκε από το Μπρόντγουεϊ στη μεγάλη οθόνη το 1948.

Βραβεία Όσκαρ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ταινία έλαβε διθυραμβικές κριτικές[5][6][7], έκανε τεράστια εμπορική επιτυχία και προτάθηκε για εννέα όσκαρ. Το 1941 όμως επίσης η χρονιά των ταινιών: Πολίτης Κέιν (Citizen Kane) του Όρσον Γουέλς, Ο Λοχίας Γιορκ (Sergeant York) του Χάουαρντ Χοκς, Υποψίες (Suspicion) του Άλφρεντ Χίτσκοκ και Η κοιλάδα της κατάρας (How Green Was My Valley) του Τζον Φορντ, με το τελευταίο να παίρνει τη μερίδα του λέοντος στα όσκαρ κερδίζοντας στις κατηγορίες καλύτερη ταινία και σκηνοθεσίας κι αφήνοντας τις Μικρές αλεπούδες με άδεια χέρια. Η Ντέιβις, που εκείνη τη χρονιά είχε γίνει πρόεδρος της ακαδημίας των όσκαρ, αποφάσισε να μην παραβρεθεί στην τελετή, παρά το γεγονός ότι είχε λάβει την 6η της υποψηφιότητα για όσκαρ. Η αποχή της έγινε λόγω διαφωνιών που είχε με τα υπόλοιπα μέλη της ακαδημίας, πάνω στη διεξαγωγή της τελετής. Τελικά έχασε το όσκαρ Α' γυναικείου ρόλου από την Τζόαν Φοντέιν, πρωταγωνίστρια της ταινίας του Χίτσκοκ Υποψίες. Η Πατρίσια Κόλιντζ και Τερέζα Ράιτ που βρέθηκαν αντιμέτωπες για όσκαρ Β' γυναικείου ρόλου για την ίδια ταινία, ακύρωσαν η μια τις ψήφους της άλλης χάνοντας τελικά από τη Μαίρη Άστορ υποψήφια για την ταινία Το μεγάλο ψέμα (The Great Lie).

Βραβεία Ακαδημίας Κινηματογράφου (Όσκαρ)

Υποψηφιότητες:

  • Καλύτερης Ταινίας – Σάμιουελ Γκόλντγουιν
  • Σκηνοθεσίας – Γουίλιαμ Γουάιλερ
  • Α’ Γυναικείου Ρόλου - Μπέτι Ντέιβις
  • Β’ Γυναικείου Ρόλου – Πατρίσια Κόλιντζ
  • Β’ Γυναικείου Ρόλου – Τερέζα Ράιτ
  • Διασκευασμένου Σεναρίου – Λίλιαν Χέλμαν
  • Μουσικής επιμέλειας - Μέρεντιθ Γουίλσον
  • Καλλιτεχνικής επιμέλειας (σκηνικών) - Στίβεν Γκούσομ και Χάουαρντ Μπρίστολ
  • Μοντάζ – Ντάνιελ Μάντελ

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. The Little Foxes at Turner Classic Movies
  2. 2,0 2,1 2,2 Stine, Whitney, and Davis, Bette, Mother Goddam: The Story of the Career of Bette Davis. New York: Hawthorn Books 1974. ISBN 0-8015-5184-6, pp. 148-153
  3. 3,0 3,1 Higham, Charles, The Life of Bette Davis. New York: Macmillan Publishing Company 1981. ISBN 0-025-51500-4, pp. 211-212
  4. Bette Davis, A Lonely Life, London: MacDonald & Co., 1962; p. 207
  5. New York Times review
  6. Variety review
  7. Time Out London review

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Davis, Bette. The Lonely Life: An Autobiography. New York: G. P. Putnam's Sons, 1962.
  • Higham, Charles. The Life of Bette Davis. New York: Macmillan Publishing Company, 1981. ISBN 0-02-551500-4.
  • Jewell, Richard B. RKO Radio Pictures: A Titan is Born. Berkeley, California: University of California Press, 2012. ISBN 978-0-52027-179-1.
  • Stine, Whitney, and Bette Davis. Mother Goddam: The Story of the Career of Bette Davis. New York: Hawthorn Books, 1974. ISBN 0-8015-5184-6.

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα