Ντίξιλαντ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Το ντίξιλαντ (dixieland) είναι είδος της τζαζ μουσικής που αναπτύχθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα, στην Αμερική και κυρίως στη Νέα Ορλεάνη. Έχει χαρακτηριστεί ως το πρώτο είδος της τζαζ που εμφανίστηκε και σήμερα αποτελεί τύπο της παραδοσιακής τζαζ, όπου αυτοσχεδιάζουν μικρά συγκροτήματα και χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει την παραδοσιακή τζαζ που παίζεται όμως κυρίως από λευκούς μουσικούς.

Ετυμολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ετυμολογία του όρου ανάγεται στις αρχές του 19ου αιώνα, όταν μια γαλλική τράπεζα της Νέας Ορλεάνης εξέδωσε ένα καινούργιο χαρτονόμισμα των δέκα δολαρίων όπου αναγραφόταν ο αριθμός στα γαλλικά (dix). Πολύ γρήγορα, οι κάτοικοι των γύρω περιοχών άρχισαν να αποκαλούν την πόλη της Νέας Ορλεάνης και ολόκληρη την πολιτεία της Λουιζιάνα «γη των dix» (land = γη, τόπος) και γενικότερα, dixieland.

Έτσι, καθώς το όνομα Ντίξιλαντ (Dixieland) επικράτησε να λέγεται για τις νότιες πολιτείες, η μουσική που ξεπήδησε από τις πολιτείες αυτές πήρε το ίδιο όνομα.

Ύφος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το στυλ ντίξιλαντ πρωτοεμφανίστηκε στις αρχές του 20ου αιώνα, όταν οι λευκοί μουσικοί άρχισαν να μιμούνται τους νέγρους συναδέλφους τους. Λίγοι όμως κατάφερναν να αφομοιώσουν τον τρόπο ερμηνείας των μαύρων. Οι περισσότεροι πήραν απλώς το μουσικό ρεπερτόριο τους και το έπαιζαν διαφορετικά, επηρεασμένοι από τη δική τους ιδιοσυγκρασία. Επίσης, πολλοί που είχαν μουσική μόρφωση, συχνά αντικαθιστούσαν τον αυτοσχεδιασμό με μουσική γραμμένη από πριν, κάτι πού έκανε τη μουσική τους λιγότερο ευέλικτη από των νέγρων.

Τελικά, η τάση τους να θέσουν σε μουσικές φόρμες τα κομμάτια που έπαιζαν, έγινε αιτία να δημιουργηθεί ένα ορισμένο στυλ εκτέλεσης, με κύρια χαρακτηριστικά τη συγκοπή, τον περιορισμένο αυτοσχεδιασμό, την πλούσια ρυθμική κίνηση, καθώς και τη δημιουργία ενός είδους αντίστιξης. Οι μουσικοί αφού έπαιζαν πρώτα όλοι μαζί τη μελωδία και ακολουθούσαν τα σόλο, στο τέλος αυτοσχεδίαζαν όλοι μαζί πάνω στη σύνθεση, ενώ το πιάνο κρατούσε ρυθμικά τις βασικές συγχορδίες.

Οι μουσικοί του ντίξιλαντ καινοτόμησαν και στο ρυθμό των τεσσάρων τετάρτων. Δεν τόνιζαν μόνο το πρώτο και το τρίτο μέρος, όπως συνηθιζόταν παλαιότερα, αλλά το δεύτερο και το τέταρτο, δημιουργώντας έτσι το δικό τους τρόπο ρυθμικής συγκοπής ενώ αντικαθιστούσαν συχνά τον κανονικό τονισμό του μέτρου προσθέτοντας τεχνικούς και απροσδόκητους τονισμούς. Αυτό ακριβώς αποτελεί ένα κύριο χαρακτηριστικό του στυλ αυτού.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]