Ντένις φαν Άλσλοοτ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ντένις φαν Άλσλοοτ
Γέννηση 1570[1][2][3]
Μέχελεν
Θάνατος 1626[2][3]
Βρυξέλλες
Χώρα πολιτογράφησης Νότιες Κάτω Χώρες
Ιδιότητα ζωγράφος
Είδος τέχνης τοπιογραφία
Commons page Πολυμέσα σχετικά με τον καλλιτέχνη
Τοπίο με τον Κέφαλο και την Πρόκριδα, σε συνεργασία με τον Χέντρικ ντε Κλερκ

Ο Ντένις φαν Άλσλοοτ (φλαμανδικά:Denis van Alsloot, γνωστός επίσης και ως Denijs van Alsloot, Denys van Alsloot, Denijs Van Alsloot),[4][5], περ. 1570 - περ. 1626) ήταν Φλαμανδός ζωγράφος τοπίων και σκηνών της καθημερινότητας και σχεδιαστής, ο οποίος προσλήφθηκε ως αυλικός ζωγράφος και εργάστηκε για την τοπική αριστοκρατία στις Βρυξέλλες.

Βίος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Άλσλοοτ γεννήθηκε είτε στο Μέχελεν είτε, πιθανόν, στις Βρυξέλλες.[4][6] Ο πατέρας του ήταν εργάτης στις κατασκευές ταπισερί.[7] Δεν είναι γνωστό ποιος ήταν ο δάσκαλός του. Καταγράφεται για πρώτη φορά στα αρχεία της Συντεχνίας του Αγίου Λουκά των Βρυξελλών ως μαθητευόμενος το 1599.[4] Δεν υπάρχουν, όμως, λεπτομέρειες για το πότε έγινε "Δάσκαλος" στη Συντεχνία.[6]

Με την αλλαγή του αιώνα η σταδιοδρομία του απογειώνεται: Ονομάζεται ζωγράφος της Αυλής του Αλβέρτου Ζ΄, Αρχιδούκα της Αυστρίας και της Ισαβέλλας της Ισπανίας, τότε κυβερνητών των ισπανικών Κάτω Χωρών.[6] Έγινε ο ζωγράφος της αριστοκρατίας και ανελάμβανε παραγγελίες από πρίγκηπες, αυλικούς και σημαίνοντες κρατικούς αξιωματούχους.

Το 1626 ήταν ακόμη εν ζωή, όπως μαρτυρείται από πίνακά του με αυτή τη χρονολογία. Πρέπει να απεβίωσε κατά ή λίγο πριν το 1628, καθώς δύο έργα του, που είχε αφήσει κληρονομιά στην ανεψιά του αγοράστηκαν το 1628 από την Αρχιδούκισσα Ισαβέλλα.[4]

Έργο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χειμερινό τοπίο με το κάστρο του Tervuren, 1614, Βασιλικά Μουσεία Καλών Τεχνών του Βελγίου

Ο φαν Άλσλοοτ ζωγράφιζε κυρίως τοπία και σκηνές από τοπικές εορτές και τελετές. Τα έργα του μπορούν να θεωρηθούν ως μεταβατικά στην εξέλιξη της τοπιογραφίας στις αρχές του 17ου αιώνα. Όλα τα γνωστά του έργα δημιουργήθηκαν στις Βρυξέλλες κατά την περίοδο μεταξύ 1606 και 1626.[4]

Το ύφος της τοπιογραφίας του εμφανίζει συγγένεια με τα έργα του Xίλλις φαν Κόνινξλοο (Gillis van Coninxloo). Συγκριτικά με αυτόν, τα έργα του φαν Άλσλοοτ είναι πιο ήπια και περισσότερο στατικά, χρησιμοποιεί μια πιο απαλή παλέτα, είναι πιο ακριβή και περισσότερο ρεαλιστικά. Έτσι, εμφανίζονται σαν σύνθεση μεταξύ των έργων του Κόνινξλοο και του Γιαν Μπρίγκελ του πρεσβύτερου. Όπως πολλοί μεταγενέστεροι τοπιογράφοι στις Βρυξέλλες, όπως οι Λούκας Αχτσχέλινκ (), Λοντεβάικ ντε Φάντερ () και Ζακ ντ' Αρτουά (), ο φαν Άλσλοοτ αντλεί έμπνευση από το δάσος Σουάν (Zoniënwoud) κοντά στις Βρυξέλλες.[6]

Δημιούργησε, επίσης, μερικά σχέδια τοπίων, τα οποία προόριζε ως ανεξάρτητα έργα τέχνης. Παράδειγμα τέτοιου σχεδίου είναι το "Τοπίο δάσους με ένα κάστρο στο βάθος", έργο του 1608, που σήμερα βρίσκεται στο Μουσείο Γκεττύ και είναι μια πλήρης και ραφινάτη σύνθεση ενός δασικού τοπίου με θέα μερικών κτηρίων στο βάθος. Οι σκηνές στα τοπία του συχνά απεικονίζουν κάποια πραγματική τοποθεσία, με τοπογραφική ακρίβεια και ορθότητα.[8] Είχε, επίσης, αναλάβει, για λογαριασμό της Αυλής του Αλβέρτου και της Ισαβέλλας, να απεικονίσει απόψεις των κτημάτων τους στο Μαριμόντ, το Τερφούρεν και το μοναστήρι του Χρούνεντάελ.[6]

Τοπίο δάσους με ένα κάστρο στο βάθος

Συνεργαζόταν συχνά με τον Χέντρικ ντε Κλερκ, ο οποίος ζωγράφιζε το "σταφάζ" (γαλλ. staffage)[9] Στα τοπία αυτά εμφανίζονται μυθολογικές ή βιβλικές μορφές και, συνήθως, τα υπέγραφαν και οι δύο καλλιτέχνες. Υπάρχουν τοπία του φαν Άλσλοοτ που δεν υπογράφονται και από τους δύο, στα οποία είναι εξίσου πιθανόν το "σταφάζ" να έχει γίνει από τον ντε Κλερκ.[4] Οι μορφές του ντε Κλερκ είναι ντυμένες με ρούχα που έχουν έντονα χρώματα, που έρχονται σε αντίθεση με την καστανοπράσινη τονικότητα του τοπίου που έχει φτιάξει ο φαν Άλσλοοτ.[6]

Έλαβε, επίσης, παραγγελίες για να δημιουργήσει πίνακες τοπικών εορτών και τελετών. Η πιο γνωστή ανάθεση τέτοιου τύπου έγινε από την Αρχιδούκισσα Ισαβέλλα, μια σειρά οκτώ πινάκων που απαθανατίζουν την "Ommeganck" (περιφορά) που έγινε στις Βρυξέλλες στις 31 Μαΐου 1615, παραγγελία για την οποία έλαβε το ποσόν των 10.000 γκίλντερς. Η παραγγελία έγινε πριν τον Σεπτέμβριο του 1615 και είναι πιθανόν να δημιουργήθηκαν μόνον έξι από τους αρχικά οκτώ πίνακες της παραγγελίας. Αυτοί εκτέθηκαν στο ανάκτορο του Τερφούρεν, που βρίσκεται σε ένα χωριό στα βορειοανατολικά των Βρυξελλών.[10]

Από τους έξι αυτούς πίνακες της "Ommeganck" διασώθηκαν μόνον τέσσερις. Δύο βρίσκονται στο Μουσείο Πράδο της Μαδρίτης και δύο στο Μουσείο Βικτωρίας και Αλβέρτου στο Λονδίνο. Ένας από αυτούς χωρίστηκε στα δύο σε άγνωστη ημερομηνία. Ένα ακέραιο αντίγραφό του βρίσκεται στα Βασιλικά Μουσεία Καλών Τεχνών του Βελγίου στις Βρυξέλλες, ενώ αντίγραφο ενός από τους πίνακες υπάρχει στο Μουσείο Πράδο.[10] Καλλιτεχνικά, τα έργα αυτά δεν είναι ιδιαίτερα αξιοσημείωτα, καθώς προορίζονταν περισσότερο για σκοπούς τεκμηρίωσης και όχι ως καλλιτεχνήματα.[6] Παρέχουν, ως τέτοια, στους ιστορικούς ενδιαφέροντα στοιχεία επί του συγκεκριμένου τύπου εορτασμού.[11]

Εκείνο το έτος ο εορτασμός "Ommeganck" ήταν ιδιαίτερα λαμπρός, καθώς δύο εβδομάδες πριν, στην τελετή της συντεχνίας των τοξοτών για το "τοξοβόλημα της κίσσας" η Ισαβέλλα είχε πετύχει την κίσσα που είχε προσδέσει στο κωδωνοστάσιο του ναού της Παναγίας του Σαμπλόν. Μετά από αυτή την επιτυχία της, αναγορεύθηκε σε "βασίλισσα της συντεχνίας".[6]

Η Ommegang στις Βρυξέλλες

Έχει διατυπωθεί η υπόθεση ότι η Ισαβέλλα είχε πολιτικό κίνητρο κατά την παραγγελία αυτής της σειράς πινάκων της "Ommegang": Επειδή ο σύζυγός της ήταν άρρωστος και αναμενόταν να πεθάνει σύντομα, ήθελε να δείξει στην Αυλή της Ισπανίας ότι οι κάτοικοι των ισπανικών Κάτω Χωρών την θεωρούσαν ως την "εκ φύσεως πριγκίπισσα" και συνεπώς όφειλαν να την αφήσουν να κυβερνά τις ισπανικές Κάτω Χώρες και μετά τον θάνατο του συζύγου της. Γι' αυτό τον λόγο έστειλε μερικές εικόνες της "Ommegang" στην ισπανική Αυλή. Την ίδια στιγμή, η αριστοκρατία των Βρυξελλών χρησιμοποιούσε την "Ommegang" για τους δικούς της σκοπούς: Αποτελούσε επίδειξη στις άλλες κοινωνικές ομάδες των Βρυξελλών ότι είχε την υποστήριξη της Αρχιδούκισσας. Η πόλη των Βρυξελλών και ο ναός της Παναγίας του Σαμπλόν, γύρω από τον οποίο διεξαγόταν η "Ommegang", παράγγειλαν αντίγραφα των πινάκων.[11]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. ECARTICO. 546. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  2. 2,0 2,1 Athenaeum. 7626. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  3. 3,0 3,1 Consortium of European Research Libraries. cnp00566488. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  4. 4,0 4,1 4,2 4,3 4,4 4,5 Denis van Alsloot στο Ολλανδικό Ίδρυμα Ιστορίας της Τέχνης (Dutch)
  5. Ο βιογράφος του 17ου αιώνα Κορνέλις ντε Μπιέ (Cornelis de Bie) εσφαλμένα τον αναφέρει "Daniel van Alsloot" στο: Cornelis De Bie, Het gulden Cabinet vande edel vry schilder const, inhoudende den lof vande vermarste schilders, architecte, beldthowers ende plaetsnyders van dese eeuw, Jan Meyssens, 1661 (Dutch)
  6. 6,0 6,1 6,2 6,3 6,4 6,5 6,6 6,7 Hans Devisscher. "Alsloot, Denijs van." Grove Art Online. Oxford Art Online. Oxford University Press. Web. 21 Sep. 2014
  7. Μουσείο J.P. Getty
  8. Denis van Alsloot - Forest Landscape with a Distant Castle in: George R. Goldner, Lee Hendrix, Kelly Pask, European Drawings 2: Catalogue of the Collections, Getty Publications, 8 October 1992
  9. Ο όρος "staffage" αναφέρεται στις μορφές ανθρώπων και ζώων που απεικονίζονται σε ένα τοπίο ή άλλο τύπο πίνακα, αλλά δεν αποτελούν το κύριο θέμα του.
  10. 10,0 10,1 The Ommeganck in Brussels on 31 May 1615: The Senior Guilds στο Μουσείο Βικτωρία και Αλβέρτου
  11. 11,0 11,1 Robert Stein, Judith Pollmann, Networks, Regions and Nations: Shaping Identities in the Low Countries, 1300-1650, BRILL, 2010, p. 145-146

Περαιτέρω ανάγνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Van Sprang, Sabine, Denijs Van Alsloot (Vers 1568? - 1625/26): Peintre Paysagiste Au Service De La Cour Des Archiducs Albert Et Isabelle, Brepols Publishers, 31 Oct, 2014
  • Schilderkunst van A tot Z. MPI Books, Amstelveen. 1997 (Ολλανδικά)