Νεκρομαντείο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η λέξη Νεκρομαντείο προέρχεται από την αρχαία ελληνική Νεκυομαντείο η οποία αποτελείται από τις: νέκυς (=νεκρός) και μαντεία δηλώνοντας τη μαντεία από τους νεκρούς.

Τα νεκρομαντεία της αρχαιότητας ιδρύονταν συνήθως σε μέρη τα οποία θύμιζαν είσοδο προς τον κάτω κόσμο, τον Άδη, τον κόσμο των νεκρών. Έτσι, σπηλιές, χάσματα γης, ποτάμια ή λίμνες (Αχερουσία λίμνη) που θεωρούνταν πύλες εισόδου στον του Άδη αλλά και σημεία από τα οποία ο νεκρός ανέβαινε στον πάνω κόσμο για να απαντήσει στα ερωτήματα που του έθεταν, ήταν ιδανικοί χώροι για τα νεκρομαντεία. Η ύπαρξή τους στηρίζεται στην πίστη του αρχαίου ελληνικού κόσμου, ότι η ψυχή κατά την απελευθέρωσή της από το σώμα, αποκτούσε μαντικές ικανότητες.

Στα νεκρομαντεία προσέρχονταν οι πιστοί για να συμβουλευτούν τις ψυχές των νεκρών μέσω της μαντικής (νεκρομάντεις) με σκοπό τη γνώση του μέλλοντος ή την αποκάλυψη κρυμμένων αντικειμένων (παραπλήσια μορφή: πνευματισμός). Η ψυχή του νεκρού ανέβαινε από τον κάτω κόσμο, κάτι που επιτυγχάνονταν με την τήρηση ενός συγκεκριμένου τελετουργικού.

Το πιο διάσημο νεκρομαντείο της αρχαιότητας ήταν το Νεκρομαντείο του Αχέροντα.