Ναός του Απόλλωνα (Δελφοί)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ναός του Απόλλωνα στους Δελφούς
Delfi Apollons tempel.jpg
Είδοςναός και Δελφίνιον
Γεωγραφικές Συντεταγμένες38°28′56″N 22°30′5″E
Διοικητική υπαγωγήΔήμος Δελφών
ΧώραΕλλάδα
Προστασίακηρυγμένος αρχαιολογικός χώρος στην Ελλάδα

Ο ναός του Απόλλωνα στους Δελφούς ήταν ένας αρχαίος ελληνικός ναός στους Δελφούς της Φωκίδας

Ναός του Απόλλωνα στους Δελφούς

Απαρχές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ναός, θεωρούνταν κατοικία του Θεού Απόλλωνα και έδρα του μαντείου του και ως εκ τούτου κατείχε περίοπτη θέση μέσα στο ιερό.[1] Με την εξάπλωση της φήμης του μαντείου των Δελφών σε όλο τον τότε γνωστό κόσμο, η μορφή του όφειλε να είναι αντάξια της οικουμενικής του αίγλης και ακτινοβολίας. Σύμφωνα με τη μυθολογία, ο πρώτος ναός του Απόλλωνα που κτίσθηκε στην περιοχή ήταν μία πρόχειρη κατασκευή από κλαδιά δάφνης, ο δεύτερος ήταν φτιαγμένος από κερί μελισσών και φτερά, ο τρίτος φτιάχτηκε από χαλκό, ενώ ο τέταρτος κτίσθηκε από τους μυθικούς αρχιτέκτονες Τροφώνιο και Αγαμήδη με τη βοήθεια του ίδιου του Απόλλωνα.[1] και ήταν κατασκευασμένος από πέτρα. Ο συγκεκριμένος ναός καταστράφηκε το 548 π.Χ. από πυρκαγιά και στη θέση του ανοικοδομήθηκε νέος, πολυτελέστατος και μεγαλοπρεπέστερος.

Ο νέος ναός συνδέθηκε στενά με το όνομα των Αλκμεωνιδών, μιας αριστοκρατικής οικογένειας της Αθήνας η οποία είχε εξοριστεί από την εστία της έπειτα από σχετική απόφαση του τυράννου της Αθήνας Πεισίστρατου. Οι συγκεκριμένοι, ανέλαβαν γύρω στο 510 π.Χ., έπειτα από απόφαση των Αμφικτύονων την αποπεράτωση και τη διακόσμηση του ναού. Μάλιστα, έχοντας ως στόχο να κερδίσουν την εύνοια του θεού Απόλλωνα και την υποστήριξη των Αμφικτυόνων κατά των πολιτικών τους αντιπάλων έκαναν την πρόσοψη του ναού από μάρμαρο, αντί του πωρόλιθου που προέβλεπε η σύμβαση της εργολαβίας.[1][2]

Τον γλυπτό διάκοσμο ανέθεσαν πιθανότατα στον πολιτικό τους σύμμαχο και ονομαστό γλύπτη Αντήνορα, ο οποίος μετά την πτώση των Πεισιστρατιδών και την αποκατάσταση των Αλκμεωνιδών φιλοτέχνησε το περίφημο σύμπλεγμα των Τυραννοκτόνων.

Το ανατολικό αέτωμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο ανατολικό αέτωμα, το οποίο ήταν και το σπουδαιότερο, οι Αλκμεωνίδες επέλεξαν το θέμα της εγκατάστασης του Απόλλωνα στους Δελφούς μαζί με την αδελφή του Άρτεμη και τη μητέρα τους Λητώ[1], συνοδεία των Αθηναίων με στόχο να προπαγανδίσουν και να ενισχύσουν την παράδοση που ήθελε την δική τους πόλη να πρωτοστατεί στην ίδρυση του ιερού. Στο μέσο της παράστασης εικονιζόταν το άρμα με τους συγκεκριμένους θεούς ενώ δεξιά και αριστερά τους, μορφές ανδρών και γυναικών.[1]

Το δυτικό αέτωμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πώρινο δυτικό αέτωμα αναπαριστά τη γιγαντομαχία.[1] Στο αριστερό τμήμα της σύνθεσης διακρίνουμε τη μορφή ενός Γίγαντα, ο οποίος έχει πέσει στα πόδια της Αθηνάς. Η θεά με τη σειρά της κινείται ορμητικά φορώντας την ασπίδα της. Διακρίνουμε επίσης το κάτω μέρος ενός άνδρα, πιθανότατα του Διονύσου, καθώς και τμήματα δύο αλόγων από το άρμα του Δία που κοσμούν το κέντρο του αετώματος. Στο μαρμαροκονίαμα που καλύπτει τον πωρόλιθο των μορφών διατηρούνται τα υπολείμματα πλούσιας έγχρωμης διακόσμησης. Η δυτική σύνθεση του αετώματος χαρακτηρίζεται από πολύ έντονη και ζωηρή κινητικότητα.[2]

Ο νέος ναός του Απόλλωνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξαιτίας ενός ισχυρού σεισμού το 373 π. Χ., ο ναός καταστράφηκε. Ύστερα από πανελλήνιο έρανο συγκεντρώθηκε ένα σημαντικό χρηματικό ποσό για την ανοικοδόμησή του, η οποία όμως καθυστέρησε λόγω του Γ' Ιερού Πολέμου.[1] Ο νέος περίπτερος ναός δωρικού ρυθμού, εγκαινιάστηκε μόλις το 330 π.Χ. και ήταν έργο των αρχιτεκτόνων ο Σπίνθαρου, ο Ξενόδωρου και Αγάθωνα[1] Στα αετώματά του στήθηκαν οι γλυπτές παραστάσεις με τον Απόλλωνα να περιβάλλεται από τις Μούσες στην ανατολική πλευρά και τον Διόνυσο ανάμεσα στις Θυιάδες (Μαινάδες) στη δυτική πλευρά.

Το ανατολικό αέτωμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εδώ, παριστάνεται ο Απόλλων ανάμεσα στις Μούσες με τη συνοδεία της μητέρας του Λητώς και της αδερφής του Άρτεμης. Στο κέντρο απεικονίζεται ο θεός να φορά ιμάτιο που αφήνει ακάλυπτο το στήθος και να κάθεται πάνω σε τρίποδα κρατώντας κλαδί δάφνης και φιάλη. Παριστάνεται όχι ως ηγέτης των Μουσών αλλά ως κυρίαρχος του μαντείου του. Οι Μούσες, άλλες όρθιες και άλλες καθιστές σ’ ένα τοπίο με βράχους, προωθούν τη συμβολική σύνδεση του θεού με τον κόσμο του πνεύματος και των τεχνών.[1]

Το δυτικό αέτωμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εδώ, παριστάνεται ο θεός Διόνυσος, στον μη συνήθη τύπο του κιθαρωδού, ανάμεσα στις Θυιάδες. Σύμφωνα με την παράδοση, επρόκειτο για γυναίκες της ακολουθίας του οι οποίες διέσχιζαν χορεύοντας τον Παρνασσό. Ο θεός απεικονίζεται να φοράει χιτώνα ζωσμένο κάτω από το στήθος, ιμάτιο ριγμένο στους ώμους και να φέρει στο μέτωπο τη χαρακτηριστική ταινία των μυημένων. Η κιθάρα που κρατάει στο αριστερό του χέρι, σύμβολο της μουσικής τέχνης, τον εξομοιώνει με το θεό της μουσικής τον Απόλλωνα και συμβιβάζει αρμονικά τους διαφορετικούς κόσμους των δύο θεών που απεικονίζονται έντεχνα στον ίδιο ναό.[1]

Η σημασία της συνύπαρξης Απόλλωνα και Διονύσου στα αετώματα του ναού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η συνύπαρξη και ο συγκερασμός των δύο θεών στον ίδιο ναό παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς η σύμπλευση στον ίδιο χώρο, από τη μια του θεού του μέτρου, της λογικής και της αρμονίας και από την άλλη του θεού της μέθης, των ξέφρενων παθών και του παραλόγου εκ πρώτης φαντάζει αταίριαστη και προβληματική.

Τα δυο αετώματα του 4ου αιώνα π.Χ., έργα των Αθηναίων γλυπτών Πραξία και Ανδροσθένη, δεν έχουν την μεγαλοπρέπεια και την δύναμη των προηγούμενων αρχαϊκών αετωμάτων, παρουσιάζουν ωστόσο αυτήν την ενδιαφέρουσα εικονογραφική καινοτομία. Η συνύπαρξη αυτή είναι δείγμα της ευρύτητας και της δεκτικότητας του ελληνικού πνεύματος. Η παρουσίαση των δύο θεών στο ίδιο μνημείο και η μοναδική παράσταση του Διονύσου ως κιθαρωδού φέρει συμβολικό περιεχόμενο. Ο Απόλλωνας, κυρίαρχος θεός του ιερού, παραχωρεί το δυτικό αέτωμα του ναού του και δανείζει το αγαπημένο του όργανο, την κιθάρα, στο Διόνυσο, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που του παραχωρεί την κυριότητα του ιερού του κατά τους τρεις χειμερινούς μήνες, όταν φεύγει από τους Δελφούς και πηγαίνει στη χώρα των Υπερβορείων. Ο νεωτερισμός αυτός προφανώς δεν είναι άσχετος με την επίσημη αναγνώριση της διονυσιακής λατρείας στους Δελφούς, που επιτεύχθηκε με την υποστήριξη του ιερατείου κατά την εποχή της κατασκευής των αετωμάτων. Έτσι, οι Δελφοί σε μια μοναδική ισορροπία, ενσωματώνουν τη μυστική συνύπαρξη της γαλήνης και της αρμονίας του Απολλώνιου πνεύματος και την ένθεη μανία του Διονυσιασμού. Πάντως, η τόσο έντονη παρουσία του Διονύσου στους Δελφούς, έχει οδηγήσει τη σύγχρονη έρευνα στην υπόθεση ότι ο Διόνυσος δεν είναι παρά η αποκρυστάλλωση παλαιότερων, προϊστορικών λατρειών της φύσης και της γονιμότητας στην περιοχή, που δεν έπαψαν ποτέ να υφίστανται παράλληλα με τη μεγάλη λατρεία του θεού του φωτός.[2][3]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 1,4 1,5 1,6 1,7 1,8 1,9 Ναός του Απόλλωνα στους Δελφούς.
  2. 2,0 2,1 2,2 Ροζίνα Κολώνια, Το Αρχαιολογικό Μουσείο Δελφών, Αθήνα, Υπουργείου Πολιτισμού – Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων, 2009, 36 – 40.
  3. Πάνος Βαλαβάνης, Ιερά και Αγώνες στην Αρχαία Ελλάδα. Ολυμπία – Δελφοί – Ίσθμια – Νέμεα – Αθήνα, Αθήνα, 2004, 236 – 237.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Πάνος Βαλαβάνης, Ιερά και Αγώνες στην Αρχαία Ελλάδα. Ολυμπία – Δελφοί – Ίσθμια – Νέμεα – Αθήνα, Αθήνα, 2004.
  • Ροζίνα Κολώνια, Το Αρχαιολογικό Μουσείο Δελφών, Αθήνα, Υπουργείου Πολιτισμού – Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων, 2009.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]