Μέγαρο Καταλανικής Μουσικής

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Συντεταγμένες: 41°23′15″N 2°10′30″E / 41.38750°N 2.17500°E / 41.38750; 2.17500

Μνημείο Παγκόσμιας
Κληρονομιάς της UNESCO
Μέγαρο Καταλανικής Μουσικής και Νοσοκομείο του Σαν Πάου, Βαρκελώνη
Επίσημο όνομα στον κατάλογο μνημείων Π.Κ.
Palau de la Música Catalana, the Catalan Concert Hall.jpg
Το εσωτερικό του μεγάρου
Χώρα μέλοςFlag of Spain.svg Ισπανία
ΤύποςΠολιτισμικό
Κριτήριαi, ii, iv
Ταυτότητα804
ΠεριοχήΕυρώπη και Βόρεια Αμερική
Ιστορικό εγγραφής
Εγγραφή1997 (21η συνεδρίαση)

Το Μέγαρο Καταλανικής Μουσικής (καταλανικά: Palau de la Música Catalana) είναι αίθουσα συναυλιών στη Βαρκελώνη, Ισπανία. Σχεδιάστηκε σε καταλανικό ρυθμό μοντερνίστα από τον αρχιτέκτονας Λιουίς Ντομένεκ ι Μοντανέρ. Το 1997, το Μέγαρο Καταλανικής Μουσικης ανακηρύχθηκε Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς από την UNESCO, μαζί με το νοσοκομείο του Σαν Πάου.

Κατασκευάστηκε τη περίοδο 1905-1908 για το Ορφεό Καταλά, μια χορωδιακή κοινότητα που ιδρύθηκε το 1891 και ήταν ηγετική δύναμη στο καταλανικό πολιτιστικό κίνημα το οποίο έγινε γνωστό ως Renaixença (καταλανική αναγέννηση). Εγκαινιάστηκε στις 9 Φεβρουαρίου 1908. Το έργο χρηματοδοτήθηκε κυρίως από την κοινότητα, αλλά σημαντικές οικονομικές εισφορές έγιναν από πλούσιους βιομήχανους και αστούς της Βαρκελώνης. Το Παλάου κέρδισε ένα βραβείο από το δημοτικό συμβούλιο της Βαρκελώνης το 1909, το οποίο δίνεται στο καλύτερο κτίριο που κατασκευάστηκε τον προηγούμενο χρόνο. Ανάμεσα στο 1982 και το 1989, το κτίριο ανακαινίστηκε και επεκτάθηκε υπό την επίβλεψη των αρχιτεκτόνων Όσκαρ Τουσκέτς και Κάρλες Ντίαζ. Σήμερα, περισσότερο από μισό εκατομμύριο άνθρωποι παρακολουθούν μουσικά δρώμενα στο μέγαρο, τα οποίο κυμαίνονται από συμφωνική μουσική μέχρι τζαζ και κανσό (καταλανικό τραγούδι).

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ορφεό Καταλά διόρισε τον αρχιτέκτονα Λιουίς Ντομένεκ για να κατασκευάσει ένα κτίριο το οποίο θα χρησιμοποιούνταν ως τα γραφεία της.[1] Το έργο και ο σχετικός προϋπολογισμός εγκρίθηκε τις 31 Μαΐου 1904. Πριν από το τέλος του χρόνου, αγοράστηκε τμήμα του μοναστηριού του Σαν Φρανσίσκο, το οποίο είχε έκταση 1370,75 m² στην τελική τιμή των 240.332,6 πεσετών, ώστε σε αυτήν να κατασκευαστεί το κτίριο.[2] Το επόμενο χρόνο, τις 23 Απριλίου 1905, τοποθετήθηκε ο θεμέλιος λίθος. Ο Ντομένεκ ι Μοντανέρ ήταν τότε μία από τις ηγετικές μορφές της Καταλονίας και πέρα από αρχιτέκτονας, είχε καλλιτεχνική και πολιτική δραστηριότητα. Ανάμεσα στα έργα του περιλαμβάνεται το κάστρο των τριών δράκων. Επίσης, συμμετείχε στην ίδρυση της λίγκας της Καταλονίας, ως πρόεδρος της πρώτης συνάντησης. Επίσης ήταν πρόεδρος της ακαδημίας καλών γραμμάτων της Βαρκελώνης, των ανθικών αγώνων ποίησης και του Ατενέου Μπαρσελονές.[3]

Τρία χρόνια αργότερα, στις 9 Φεβρουαρίου 1908, το κτίριο εγκαινιάστηκε. Το ωδείο σχεδιάστηκε για συναυλίες με ορχήστρα και συμφωνική μουσική, καθώς και για παραστάσεις χορωδιών και ρεσιτάλ τραγουδιστών. Όμως, το Παλάου έχει φιλοξενήσει και άλλα πολιτιστικά γεγονότα, πολιτικά γεγονότα, θεατρικές παραστάσεις και διάφορες μουσικές παραστάσεις. Η ακουστική της αίθουσας είναι εξαιρετική. Παραστάσεις έχουν δώσει πολλοί από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες του προηγούμενου αιώνα (από τον Ρίχαρντ Στράους μέχρι τον Ντάνιελ Μπαρενμπόιμ).

Το 1960, το μέγαρο φιλοξένησε μια σειρά παραστάσεων που αποκαλούνταν πράξεις του Παλάου δε λα Μούζικα (Els fets del Palau στα καταλανικά), οι οποίες συνέπιπταν με μια επίσκεψη του Φρανθίσκο Φράνκο στην Καταλονία. Πήρε την άδεια να ερμηνεύσει το Cant de la Senyera στο Παλάου, για να σηματοδοτήσει την εκατονταετία του ποιητή Ζοάν Μαραγάλ, ο οποίος έγραψε το ποίημα. Η κυβερνητική απαγόρευση την τελευταία στιγμή οδήγησε τους παρευρισκόμενους να σηκωσούν και να το τραγουδήσουν και να ρίξουν φυλάδια στον επικεφαλής του ισπανικού κράτους. Γι'αυτό το λόγο συνελεήφθησαν, μεταξύ άλλων και ο μελλοντικός κυβερνητής της Καταλονίας Ζόρδι Πουζόλ, ο οποίος πέρασε από πολεμικό δικαστήριο.[4] Μέχρι το 1967 ήταν παράνομο κάποιος να ερμηνεύσει το Cant de la Senyera.

Το μέγαρο καταλανικής μουσικής ανακυρήχθηκε εθνικό μνημείο το 1971. Γι' αυτό το λόγο έλαβε εκτεταμένη ανακαίνιση υπό την καθοδήγηση των αρχιτεκτόνων Ζοάν Μπασεγόδα και Ζόρδι Βιλαρδάγα. Μια ακόμη σημαντική ανακαίνιση έλαβε χώρα τη δεκαετία του 1980. Επικεφαλής της ανακαίνησης ήταν ο Όσκαρ Τουσκέτς. Οι εργασίες διήρκησαν εφτά χρόνια και για το έργο ο Τουσκέτς βραβεύτηκε το 1989 με το πρώτο βραβείο FAD για αρχιτεκτονικές ανακαινίσεις και αποκαταστάσεις. Επίσης, το 1983 άλλαξε και το νομικό καθεστώς του κτιρίου, το οποίο εξακολουθούσε να ανήκει στην Ορφεό Καταλά, αλλά πλέον μπορούσαν να παρέμβουν ο δήμος της Βαρκελώνης, η κυβέρνηση της Καταλονίας και το υπουργείο πολιτισμού της Ισπανίας.

Αρχιτεκτονική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Παλάου βρίσκεται στη οδό Carrer de Sant Francesc de Paula, σε ένα τμήμα της παλιάς Βαρκελώνης το οποίο είναι γνωστό ως λα Ριμπέρα. Τα άλλα εξέχοντα μοντερνίστα κτίρια, τα οποία σχεδιάστηκαν από τον Αντόνι Γκαουντί, για παράδειγμα, βρίσκονται στο ακριβό τμήμα της πόλης που δημιουργήθηκε τον 19ο αιώνα, το Εσάμπλε.

Το σχέδιο του Παλάου είναι τυπικό του καταλανικού μοντερνισμού, με τις καμπύλες να κυριαρχούν, τα δυναμικά σχέδια να προτιμόνται έναντι των στατικών μορφών και την πλούσια διακόσμηση να βασίζεται κυρίως σε φυτικά και άλλα οργανικά μοτίβα. Σε αντίθεση με άλλα κτίρια του κινήματος του μοντερνισμού, όμως, θεωρείται ότι ο σχεδιασμός του Παλάου δίνει έμφανση στη λειτουργικότητα. Ο σχεδιασμός επίσης περιλαμβάνει τη χρήση των πιο σύγχρονων υλικών και τεχνολογιών που ήταν διαθέσιμες στην αρχή του 20ού αιώνα (πχ. ατσάλινο πλαίσιο). Οι τοίχοι ήταν ένα από τα πρώτα παράδειγμα χρήσης μη φέρουσας πλίθινας τοιχοποίας στις κατασκευές. Η χρήση ατσάλινου πλαισίου επιτρέπει τη χρήση γιαλού στον ελεύθερο όροφο και την τοποθέτηση γλυπτών αρχιτεκτονικών στοιχείων.[5] Δύο άλλα χαρακτηριστικά που δείχνουν την καινοτομία του κτιρίου είναι η χρήση αυλής για το διαχωρισμό της εκκλησίας και του μεγάρου ώστε να διατηρηθεί η συμμετρία και ο φωτισμός. Μια δεύτερη ήταν η τοποθέτηση της αίθουσας συναυλιών στον πρώτο όροφο, προσβάσιμη από το ισόγειο μέσω διαφόρων τμηατικών κλιμακοστασίων ώστε να είναι πιο εύκολη η ανάβαση. Το ισόγειο έτσι χρησιμοποιήθηκε ως γραφεία της χορωδίας.

Οι πλούσιοι πολίτες της Βαρκελώνης, οι οποίοι γίνονταν όλο πιο φιλικοί στην Renaixença την εποχή της κατασκευής του Παλάου, ζήτησαν από τον αρχιτέκτονα να χρησιμοποιήσει υλικά και τεχνικές που συμβόλιζαν τον καταλανικό χαρακτήρα. Σε απάντηση, ζήτησε από πολλούς ντόπιους καλλιτέχνες και τεχνίτης να δημιουργήσουν τη διακόσμηση του κτιρίου, τα αγάλματα και τα διακοσμητικά δομικά στοιχεία για τα οποία είναι διάσημο το Παλάου. Τα αγάλματα έχουν χαρακτήρα μοντέρνο και μπαρόκ. Μέσα, έχουν συνδυαστεί διάφορα κεραμικά δομικά υλικά και γιαλί. Πίσω από τη σκηνή κυριαρχεί ένα εκκλησιαστικό όργανο, το οποίο με τη σειρά του έγινε διακοσμητικό στοιχείο και σύμβολο του Παλάου. Η είσοδος της σκηνής πλαισιώνεται από εντυπωσιακά γλυπτά αλληλογοριών της κλασσικής και λαϊκής μουσικής: στα δεξία βρίσκεται μια προτομή του Λούντβιγκ φαν Μπετόβεν πάνω σε δωρικούς κίονες που υποστηρίζουν μια ομάδα από έφιππες βαλκυρίες, αναφορά στο έργο του Ρίχαρντ Βάγκνερ και αριστερά μερικοί άνθρωποι στις ρίζες μιας ιτιάς η οποία υποστηρίζει την προτομή του Ζοζέπ Ανσέλμ Κλαβέ.

Ανάμεσα στο 1982 και το 1989, έλαβε χώρα μια εκτεταμένη αποκαταστάση και επέκταση του Παλάου υπό τη διεύθυνση του Όσκαρ Τουσκέτς και Κάρλες Ντίαζ, ενώ το δεύτερο μέρος των κατασκευών άρχισε το 2000, όταν προστέθηκε ένα εξαόροφο κτίριο όπου βρίσκονται τα βεστιάρια, το αρχείο, η βιβλιοθήκη και η αίθουσα συσκέψεων. Στη δεύτερη φάση των κατασκευών έλαβαν χώρα εσωτερικές μετατροπές και στη νέα επέκταση βρίσκεται η αίθουσα των οντισιόν και ένα εστιατόριο.[6]

Πρόσοψη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αρχική πρόσοψη

Η πλούσια διακόσμηση της πρόσοψης του Παλάου περιλαμβάνει στοιχεία από διάφορες πηγές, συμπεριλαμβανομένης παραδοσιακής ισπανικής και αραβικής αρχιτεκτονικής. Το εκτεθειμένο κόκκινο τούβλο και σίδηρος, τα μωσαϊκά, το βιτρό και τα υαλοποιημένα πλακάκια επιλέχθηκαν και τοποθετήθηκαν για να δώσουν αίσθηση χώρου και διαφάνειας. Ακόμη και το μεγάλο σύμπλεγμα γλυπτών του Μιγέλ Μπλάι που συμβολίζει την καταλανική μουσική στη γωνία του κτιρίου δεν εμποδίζει την ορατότητα από και προς το εσωτερικό του κτιρίου.

Δύο κιονοστοιχίες έχουν κεντρική θέση στο μπαλκόνι του δεύτερου επιπέδου της κύριας πρόσοψης. Κάθε κολώνα είναι καλυμμένη μοναδικά με πολύχρωμα υαλοποιημένα πλακάκια, κυρίως σε φυτικά μοτίβα και στην κορυφή τους έχουν ένα πολύφωτο το οποίο λάμπει τη νύκτα. Πάνω από τις κολώνες είναι μεγάλες προτομές του Τζιοβάννι Πιερλουίτζι ντα Παλεστρίνα, Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ και Λούντβιχ βαν Μπετόβεν στην κύρια πρόσοψη και του Ρίχαρντ Βάγκνερ στο πλάι. Στην κορυφή της πρόσοψης βρίσκεται ένα μεγάλο αλληγορικό μωσαϊκό από τον Λιουίς Μπρου, το οποίο αναπαριστά τα μέλη του Ορφεό Καταλά, αλλά δεν είναι εύκολα ορατό από τον στενό δρόμο από κάτω.

Αρχικά, οι επισκέπτες εισέρχονταν στο Παλάου μέσω των δύο αψίδων που υποστηρίζονται από χοντρούς κιόνες που οδηγούσαν στον προθάλαμο. Τα αρχικά εκδοτήρια εισητηρίων, τα οποία βρίσκονταν στον κεντρικό κιόνα αποτελούνται από ομόκεντρες αψίδες διακοσμημένες με φυτικά μοτίβα από διάφορ υλικά, έργο του Λιουίς Μπρου.

Τμήμα της νέας πρόσοψης του μεγάρου

Η αρχική πρόσοψη του κτιρίου έπαψε το χρησιμοποιείται το 1989 και από τότε χρησιμοποιείται μια άλλη, η οποία είναι προσβάσιμη από ένα δρόμο ο οποίος από το 2006 είναι γνωστός ως Palau de la Música. Η πρόσοψη του Ντομένεκ ι Μοντανέρ είναι κατασκευασμενή σαν να ήταν ορατή, όμως αποκρύπτεται πλήρως από την εκκλησία του αγίου Φρανσίσκου δε Πάουλα. Για να εισέρχεται μέσα στο κτίριο αρκετό φως από αυτήν την πρόσοψη, ο αρχιτέκτονας κατασκεύασε μια αυλή περίπου 3 μέτρα πλατειά, η οποία σηματοδοτούσε το όριο ανάμεσα στο μέγαρο και την εκκλησία. Αν και κρυμμένη, η πρόσοψη είναι πλούσια διακοσμημένη, με σχέδιο από κόκκινο τούβλο, σιδεριές, γείσο και λαξευμένα κιονόκρανα με βιτρό, όπως και το υπόλοιπο κτίριο. Σύμφωνα με δεδομένα που παρείχε ο Περέ Αρτίς, ο αρχικός προϋπολογισμός για την κατασκευή του κτιρίου διπλασιάστηκε, με τριβές να υπάρχουν ανάμεσα στον πελάτη και τον αρχιτέκτονα, εξαιτίας της επιμονής του δεύτερου να διακοσμήσει και την αθέατη πλευρά, αυξάνοντας τον φόρτο εργασίας.[7]

Στην αριστερή πλευρά της πρόσοψης βρίσκεται το κτίριο υπηρεσιών, σχεδιασμένο από τους αρχιτέκτονες Όσκαρ Τουσκέτς, Λιουίς Κλοτέτ και Κάρλες Ντίαζ τις δύο τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα, με τη βάση του πύργου να είναι διακοσμημένη με ένα μεγάλο φοίνικα. Επίσης, εκεί βρίσκεται η είσοδος της σκηνής.

Ολόκληρη η καινούργια πρόσοψη έχει καλυφθεί με γιαλί, στο οποίο είναι χαραγμένο η φράση Palau de la Música Catalana.

Προθάλαμος, σκάλες και φουαγιέ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Άποψη του προθάλαμου

Το ταβάνι του προθάλαμου είναι διακοσμημένο με υαλοποιημένα κεραμικά, το οποία είναι διατεταγμένα σε σχήμα αστεριού. Από τον προθάλαμο, αριστερά και δεξία, μεγάλες μαρμάρινες σκάλες ανεβαίνουν ανάμεσα σε στεφανομένες λάμπες στις κολώνες στο δεύτερο όροφο. Τα μαρμάρινα κιγκλιδώματα των κλιμάκων, επίσης μαρμάρινα, υποστηρίζονται από διάφανα κίτρινα γυάλινα κιγκλιδώματα. Το κάτω μέρος της σκάλας είναι καλυμμένο με πλακάκια.

Σήμερα, οι επισκέπτες εισέρχονται στο Παλάου μέσω του φουαγιέ, το οποίο δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια της ανακαίνισης από τους Τουσκέτς και Ντίας απ'ότι ήταν τα γραφεία του Ορφεό Καταλά. Ο μεγάλος χώρος του φουαγιέ είναι πιο αυστηρά διακοσμημένος σε σχέση με το υπόλοιπο κτίριο. Σε αυτό λειτουργεί αναψυκτήριο. Το μπαρ βρίσκεται ανάμεσα σε δύο τεράστιους πλίθινους κίονες, οι οποίοι είναι φωτισμένοι από πίσω από κρεμαστά φωτιστικά. Σε μια γιάλινη προθήκη εικονίζεται το έμβλημα της Ορφεό Καταλά.

Αίθουσα Λιουίς Μιλιέτ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αίθουσα Λιουίς Μιλιέτ βρίσκεται στο δεύτερο όροφο του Παλάου και πήρε το όνομά της από έναν από τους ιδρυτές του Ορφεό Καταλά. Η αίθουσα χρησιμοποιείται ως αίθουσας ενημέρωσης για τους επισκέπτες του κτιρίου. Από το πάτωμα μέχρι την οροφή έχει ύψος δύο ορόφων. Είναι διακοσμημένη με αρκετές μπρούτζινες προτομές μουσικών που σχετίζονται με το Παλάου, όπως οι Λιουίς Μιλιέτ, Αμαδέου Βίβες, Πάμπλο Κασάλς, Εδουάρδ Τολδρά και ο πιανίστας Ρόσα Σαμπατέρ.

Αίθουσα συναυλιών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο φωταγωγός της αίθουσας συναυλιών

Η αίθουσα συναυλιών του Παλάου, το οποίο έχει χωρητικότητα 2.200 ατόμων, είναι η μόνη αίθουσα στην Ευρώπη η οποία φωτίζεται κατά τη διάρκεια της μέρας αποκλειστικά από φυσικό φως. Οι τοίχοι στις δύο πλευρές αποτελούνται κυρίως από πανώ από βιτρώ τοποθετημένα σε αψίδες και πάνω από την αίθουσα βρίσκεται ένας τεράστιος φωταγωγός από χρωματισμένο γυαλί, σχεδιασμένος από τον Αντόνι Ριγάλτ, του οποίου το κεντρικό χαρακτηριστικό είναι ένας ανάστροφος θόλος με αποχρώσεις του χρυσού περιστριγυρισμένες από μπλέ, σαν να απεικόνιζει τον ουρανό και τον Ήλιο.

Το κύριο θέμα του γλυπτού διάκοσμου της αίθουσας είναι η χορωδιακή μουσική. Μια χορωδία που αποτελείται από νεαρές γυναίκες περιβάλλει τον «Ήλιο» στον φωταγωγό, και μία προτομή του Ανσέλμ Κλαβέ, διάσημου διευθυντή χορωδιών ο οποίος βοήθησε στην αναγέννηση της καταλανικής λαϊκής μουσικής, βρίσκεται στα αριστερά της σκηνής, κάτω από ένα πέτρινο δέντρο. Κάτω από το άγαλμα είναι λαξευμένα κορίτσια τα οποία τραγουδούν το καταλανικό τραγούδι «Les Flors de Maig». Ολόκληρη η αψίδα πάνω από το μπροστινό τμήμα της σκηνής είναι έργο του Ντιέγο Μασάνα και του Πάμπλο Γκαργάγιο. Στη δεξιά πλευρά βρίσκεται μια προτομή του Λούντβιγκ φαν Μπετόβεν πάνω σε δωρικούς κίονες που υποστηρίζουν μια ομάδα από έφιππες βαλκυρίες, αναφορά στο έργο του Ρίχαρντ Βάγκνερ το οποίο περιλαμβάνει γυναικεία χορωδία. Οπότε στα δεξία της αψίδας βρίσκεται η κλασσική και στα αριστερά η λαϊκή, οι οποίες ενώνονται στην κορυφή της αψίδας.

Στο ημικύκλιο στις πλευρές του πίσω μέρος της σκηνής είναι οι μορφές 18 νεαρών γυναικές, γνωστές ως οι μούσες (αν και οι Μούσες στην ελληνική μυθολογία ήταν εννέα). Το άνω τμήμα των κορμιών των γυναικών προβάλλει από τον τοίχο, ένω το κάτω απεικονίζεται σε πολύχρωμα μωσαϊκά τα οποία σχηματίζουν τμήμα του τοίχου. Κάθε μία από τις γυναίκες παίζει διαφορετικό μουσικό όργανο και φοράει διαφορετική φούστα, μπλούζα και φέρει διαφορετικό κούρεμα περίπλοκου σχεδίου. Το πάνω τμήμα των σωμάτων είναι έργο του Εουζέμπι Αρνάου και το μωσαϊκό έργο του Λιουίς Μπρου.

Πετίτ Παλάου και Βιβλιοθήκη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Πετίτ Παλάου

Το Πετίτ Παλάου (μικρό μέγαρο) βρίσκεται 11 μέτρα κάτω από την πλατεία η οποία δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια των εργασιών του 1982-1989 ανάμεσα στο Παλάου και τη γειτονική εκκλησία. Η χωρητικότητά του είναι 538 άτομα και διαθέτει μεταβλητή ακκουστική ώστε να εξυπηρετεί διαοφρετικούς τύπους μουσικής και ομιλία. Σχεδιάστηκε από τον Όσκαρ Τουσκέτς και άνοιξε τις 22 Απριλίου 2004. Φιλοξενεί επίσης διάφορες κοινωνικές και πολιτιστικές εκδηλώσεις.[8] Το 2007 ήταν ένα από τα πέντε πρότζεκτ που βραβεύτηκαν με το πρώτο Uli Award For Excellence ως αναγνώριση για την αρχιτεκτονική του αξία.[9]

Η βιβλιοθήκη ξεκίνησε να λειτουργεί το 1891 με τη συλλογή της χορωδίας και περιλαμβάνει αρκετά χειρόγραφο που χρονολογούνται μέχρι τον 6ο αιώνα και πολλούς τόμους, οι περισσότεροι από τους οποίους είναι τραγούδια. Σήμερα στεγάζεται στην επέκταση του κτιρίου από τον Τουσκέτς.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Roig, Josep L., Historia de Barcelona, 1995, Ediciones Primera Plana, pàg.155, ISBN 84-8130-039-X.
  2. García-Martin, Manuel. Benvolgut Palau de la Música, 1987, Barcelona, Catalana de Gas ISBN 84-404-0431-X.
  3. García-Martin, Manuel. Benvolgut Palau de la Música, 1987, Barcelona, Catalana de Gas ISBN 84-404-0431-X.
  4. Recuerdos de los Sucesos del Palacio por Jordi Pujol.
  5. Volum 15, La Gran Enciclopèdia en català, Barcelona, Edicions 62, ISBN 84-297-5443-1
  6. Cararach, Joan Anton, El Palau de la Música Catalana, Sinfonia d'un segle, 2007, Barcelona, Edicions 62, ISBN 978-84-297-6037-8.
  7. Artís i Benach, Pere, Pedres vives, 1998, Barcelona Barcino, p.32 ISBN 84-7226-682-6.
  8. «Planta del Petit Palau» (PDF). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο (PDF) στις 5 Φεβρουαρίου 2009. Ανακτήθηκε στις 27 Οκτωβρίου 2014. 
  9. Font: Europa press, publicació: 5-06-2007.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]