Λυκόσουρα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 35°23′23″N 22°1′51.67″E / 35.38972°N 22.0310194°E / 35.38972; 22.0310194

Το ιερό της Δέσποινας

Η Λυκόσουρα ήταν αρχαία αρκαδική πόλη.

Ιδρύθηκε από τον Λυκάονα [1] πρώτο βασιλιά των Αρκάδων και γιο του Πελασγού και ήταν η πρωτεύουσα των Αρκάδων μέχρι ο Κλείτωρ να την μεταφέρει στον Κλείτορα. Θεωρούταν η ιερότερη και παλιότερη πόλη της Αρκαδίας, μάλιστα όπως αναφέρει ο Παυσανίας ήταν η πρώτη πόλη που είδε ο ήλιος, παλιότερη όλων των πόλεων σε γη και νησιά, δηλαδή η πρώτη πόλη που ιδρύθηκε στον πλανήτη[2].

Σύμφωνα με τον Παυσανία, πριν τον Λυκάονα και την ίδρυση της Λυκόσουρας οι άνθρωποι ζούσαν στην ύπαιθρο και σε σπήλαια αφού ο πατέρας του Λυκάονα, Πελασγός, τους έμαθε να φτιάχνουν καλύβες και να φοράνε δέρματα ζώων ως ρούχα[3]. Ήταν από τις αρκαδικές πόλεις που εποίκησαν την Μεγαλόπολη[4]. Στην Λυκόσουρα υπήρχε ναός της Δέσποινας στον οποίο λατρεύονταν πολλοί θεοί και όχι ένας όπως συνηθιζόταν, και ομώνυμο άλσος, επίσης ιερό του Πανός και της Αθηνάς.

Σήμερα η αρχαία πόλη ανασκάπτεται και ο αρχαιολογικός χώρος βρίσκεται 12 χιλιόμετρα από την Μεγαλόπολη. Έχουν βρεθεί το αρχαίο τείχος, το ιερό της Δέσποινας, λείψανα λουτρών και πολλών κτιρίων.

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
  1. II. Λυκάων δὲ ὁ Πελασγοῦ τοσάδε εὗρεν ἢ ὁ πατήρ οἱ σοφώτερα: Λυκόσουράν τε γὰρ πόλιν ᾤκισεν Παυσανία, Αρκαδικά
  2. [8,38] (1) ἀνωτέρω δὲ ὀλίγον τείχους τε περίβολος τῆς Λυκοσούρας ἐστὶ καὶ οἰκήτορες ἔνεισιν οὐ πολλοί. πόλεων δέ, ὁπόσας ἐπὶ τῇ ἠπείρῳ ἔδειξε γῆ καὶ ἐν νήσοις, Λυκόσουρά ἐστι πρεσβυτάτη, καὶ ταύτην εἶδεν ὁ ἥλιος πρώτην· ἀπὸ ταύτης δὲ οἱ λοιποὶ ποιεῖσθαι πόλεις μεμαθήκασιν ἄνθρωποι. Παυσανία, Αρκαδικά
  3. [5] Πελασγὸς δὲ βασιλεύσας τοῦτο μὲν ποιήσασθαι καλύβας ἐπενόησεν, ὡς μὴ ῥιγοῦν τε καὶ ὕεσθαι τοὺς ἀνθρώπους μηδὲ ὑπὸ τοῦ καύματος ταλαιπωρεῖν: τοῦτο δὲ τοὺς χιτῶνας τοὺς ἐκ τῶν δερμάτων τῶν οἰῶν, Παυσανία, Αρκαδικά
  4. Παυσανία, Αρκαδικά XXVII [4] .