Λιθουανική Εθνική Αναγέννηση

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η Λιθουανική Εθνική Αναγέννηση, γνωστή επίσης ως Λιθουανική Εθνική Αφύπνιση (λιθουανικά: Lietuvių tautinis atgimimas‎) ήταν μια περίοδος στην λιθουανική ιστορία του 19ου αιώνα. Η εθνική αναγέννηση των Λιθουανών ξεκίνησε όταν μεγάλο μέρος των Λιθουανόφωνων εδαφών ανήκαν στην Ρωσική Αυτοκρατορία (τα οποία προσαρτήθηκαν από την Ρωσία κατά τον διαμελισμό της Πολωνολιθουανικής Κοινοπολιτείας). Η Λιθουανική Εθνική Αναγέννηση εκφράζεται από την άνοδο της αυτοδιάθεσης των Λιθουανών, γεγονός που οδήγησε στη διαμόρφωση του σύγχρονου λιθουανικού έθνους και κορυφώθηκε με την αποκατάσταση του ανεξάρτητου Λιθουανικού κράτους. Μεταξύ των πιο ενεργών συμμετεχόντων της εθνικής αναγέννησης συγκαταλέγονται οι Βίντσας Κουντίρκα και Γιόνας Μπασαναβίτσιους. Παράλληλα, σε πανευρωπαϊκό επίπεδο ο 19ος αιώνας χαρακτηρίστηκε από την άνοδο του ρομαντικού εθνικισμού και διάφορες εθνικές αναγεννήσεις.

Την αναβίωση προηγήθηκε μια σύντομη περίοδος των αρχών του 19ου αιώνα, γνωστή ως "Σαμογιτική αναβίωση". Οι πρωτεργάτες της σαμογιτικής αναβίωσης ήταν φοιτητές του Πανεπιστημίου του Βίλνιους, όπως οι Σιμόνας Νταουκάντας και Σιμόνας Στανεβίτσιους. Η πιο πρόσφατη λιθουανική εθνική αναγέννηση συνδέεται με τα γεγονότα των τελευταίων 20 ετών του 20ού αιώνα, επίσης γνωστά και με τον όρο Τραγουδιστή Επανάσταση.

Καθεστώς της Λιθουανικής γλώσσας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Γιόνας Μπασαναβίτσιους, ένας από τους ηγέτες της εθνικής αναβίωσης

Εξαιτίας δύο παραγόντων, πρώτον λόγω της πολύχρονης ύπαρξης του ενωμένου πολωνολιθουανικού κράτους και έθνους και δεύτερον λόγω της πολιτικής εκρωσισμού της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, πολλοί λιθουανοί ευγενείς του 19ου αιώνα είχαν εκπολωνιστεί και η Λιθουανική ήταν γενικά η γλώσσα της μέσης τάξης και των φτωχών. Μερικοί Λιθουανοί έτειναν να χρησιμοποιούν τα πολωνικά ως σημάδι κοινωνικής προόδου. Η Λιθουανική ήταν γενικά προφορική γλώσσα και δεν θεωρούταν αρκετά έγκυρη για να υπάρξει γραπτή μορφή της. Ωστόσο μερικοί κατώτεροι ευγενείς διατήρησαν την λιθουανική γλώσσα, ειδικά στην Σαμογιτία. Η λιθουανική γλώσσα δεν είχε επισημοποιηθεί και η γραμματική της διέφερε πολύ ανάλογα με τη περιοχή. Συνεπώς, οι διάλεκτοι Αουκσταϊτίγιας και Σαμογιτίας, καθώς και οι υποδιάλεκτοι αυτών, εμφάνιζαν διαφορές τόσο γραμματικά όσο και λεξιλογικά. Υπήρχαν ακόμη και προσδοκίες περί εξαφάνισης της λιθουανικής γλώσσας, καθώς οι ανατολικές περιοχές της σημερινής Λιθουανίας και η βορειοδυτική Λευκορωσία εκσλαβιζόταν όλο και περισσότερο, ενώ πολλοί κάτοικοι χρησιμοποιούσαν την πολωνική ή τη λευκορωσική γλώσσα στην καθημερινή τους ζωή. Στις αρχές του 19ου αιώνα, η χρήση της λιθουανικής γλώσσας περιορίστηκε σε μεγάλο βαθμό στις αγροτικές περιοχές της Λιθουανίας, ενώ η μόνη περιοχή όπου τα λιθουανικά θεωρούνταν κατάλληλα για χρήση ως λογοτεχνική γλώσσα ήταν η γερμανοκρατούμενη Μικρή Λιθουανία στην Ανατολική Πρωσία. Ακόμα και εδώ, μια εισροή γερμανών μεταναστών απείλησε τη μητρική γλώσσα και τον πρωσολιθουανικό πολιτισμό.

Αρκετοί παράγοντες συνέβαλαν στην μετέπειτα αναβίωση της λιθουανικής γλώσσας. Πρώτον, η γλώσσα προσέλκυσε την προσοχή μελετητών κατά την ανάδυση της συγκριτικής γλωσσολογίας. Δεύτερον, το 1861 η Ρωσία κατήργησε την δουλεία, αυξάνοντας την κοινωνική κινητικότητα. Ως εκ τούτου εμφανίστηκαν αρκετοί Λιθουανοί διανοούμενοι με καταγωγή από αγροτικές περιοχές. Συνέδεσαν την Λιθουανία με την ταυτότητα τους.[1] Εντός της Καθολικής Εκκλησίας, τα εμπόδια που νωρίτερα εμπόδιζαν τον λαό από την είσοδο στην ιεροσύνη χαλάρωσαν. Οι μορφωμένοι κληρικοί λιθουανικής εθνότητας (οι οποίοι πλήθαιναν) ανέπτυξαν στενές σχέσεις με τους ενορίτες τους και κατανοούσαν την επιθυμία των ενοριτών να χρησιμοποιήσουν την λιθουανική γλώσσα.[2] Το αναδυόμενο εθνικό κίνημα επιδίωξε να αποστασιοποιηθεί από τις πολωνικές και ρωσικές επιρροές, ενώ η χρήση της λιθουανικής γλώσσας θεωρήθηκε ως σημαντική πτυχή του κινήματος.[3]

Ανάπτυξη των εθνικών ιδεών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Αούσρα (Auszra) διατύπωσε τις ιδέες του εθνικισμού

Η εξέλιξη του λιθουανικού εθνικού πολιτισμού και ταυτότητας επιβαρύνθηκε περαιτέρω από την απαγόρευση του λιθουανικού τύπου, κατασταλτικό μέτρο που υιοθετήθηκε μετά την εξέγερση του 1863. Μετά την εξέγερση, η δουλεία τελικά εγκαταλείφθηκε. Η αναγέννηση ξεκίνησε από μορφωμένους νέους λιθουανικής εθνότητας και καταγωγής που σπούδαζαν στη Ρωσική Αυτοκρατορία ή το εξωτερικό. Πολλοί μορφωμένοι νέοι ήταν γιοι πλούσιων αγροτών και έτσι είχαν τον μικρότερο βαθμό εκπολωνισμού. Το κίνημα αναγέννησης του λιθουανικού πολιτισμού οδήγησε στην έκδοση των εφημερίδων Aušra και Varpas, ενώ ακολούθησε και δημοσίευση ποιημάτων και βιβλίων στη λιθουανική. Τα γραπτά αυτά εκθείαζαν το παρελθόν του Μεγάλου Δουκάτου της Λιθουανίας, απεικονίζοντας το ως πρώην μεγάλη δύναμη με πολλούς ήρωες.

Η αναβίωση ήταν η αιχμή του δόρατος για το λιθουανικό κίνημα ανεξαρτησίας. Ιδρύθηκαν διάφορες οργανώσεις που αντιτίθονταν στον εκρωσισμό και τη ρωσική επιρροή. Η ρωσική πολιτική έγινε σκληρότερη. Υπάρχουν καταγεγραμμένα περιστατικά επιθέσεων κατά Καθολικών εκκλησιών. Εν τω μεταξύ η απαγόρευση του λιθουανικού τύπου συνέχισε. Ωστόσο, ακόμη και με την απαγόρευση του λιθουανικού τύπου, τα επίπεδα αλφαβητισμού των Λιθουανών συνέχισαν να αυξάνονται σημαντικά. Οι Λιθουανοί ήταν το τέταρτο πιο εγγράμματο έθνος της Ρωσικής Αυτοκρατορίας μετά από τους Φινλανδούς, τους Εσθονούς και τους Λετονούς. Το πολιτικό λιθουανικό έθνος είχε ήδη διαμορφωθεί κατά το τέλος του 19ου αιώνα. Η Μεγάλη Σέιμας της Βίλνιους έγινε χώρος έκφρασης πολιτικών αξιώσεων. Η πολιτική-πολιτιστική δραστηριότητα συνέχισε να αυξάνεται μετά την άρση της απαγόρευση του λιθουανικού τύπου το 1904.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Περαιτέρω ανάγνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Genzelis B., 2007, The restitution of Lithuania's statehood. Vilnius: Lithuanian National Museum. (ISBN 978-9955-415-66-4)