Απελευθέρωση των δουλοπάροικων του 1861

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η Μεταρρύθμιση Απελευθέρωσης του 1861 στην Ρωσία (Ρωσικά: Крестьянская реформа 1861 год, Κρεστάνσκαγια ρεφόρμα 1861 γκότα, κατά λέξη: “η αγροτική μεταρρύθμιση του 1861”) ήταν η πρώτη και πιο σημαντική των φιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων, που έγιναν στη διάρκεια της βασιλείας (1855-1881) του Αυτοκράτορα Αλέξανδρου Β΄ της Ρωσίας. Η μεταρρύθμιση κατάργησε ουσιαστικά την δουλοπαροικία σε όλη την Ρωσική Αυτοκρατορία.

Ένας πίνακας του 1907, του Μπόρις Κουστόντιεφ, που απεικονίζει Ρώσους δουλοπάροικους να ακούνε την διακήρυξη του Μανιφέστου της Απελευθέρωσης του 1861.

Το Μανιφέστο (Διακήρυξη) Απελευθέρωσης του 1861 διακήρυξε την χειραφέτηση των δουλοπάροικων στα ιδιωτικά κτήματα και των οικιακών (στα νοικοκυριά) δουλοπάροικων. Με αυτό το διάταγμα περισσότερα από 23 εκατομμύρια άνθρωποι απόκτησαν την ελευθερία τους.[1] Οι δουλοπάροικοι κατέκτησαν τα πλήρη δικαιώματα των ελεύθερων πολιτών, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων να παντρεύονται χωρίς συναίνεση, να έχουν ιδιοκτησία και επάγγελμα. Το Μανιφέστο καθόριζε ότι οι αγρότες θα μπορούσαν να αγοράσουν την γη από τους γαιοκτήμονες. Οι δουλοπάροικοι των νοικοκυριών επηρεάστηκαν λιγότερο : κέρδισαν μόνο την ελευθερία τους και όχι γη.

Στην Γεωργία η απελευθέρωση έγινε αργότερα, το 1864, και με καλύτερους όρους για τους ευγενείς απ’ ό,τι στην Ρωσία. Οι δουλοπάροικοι απελευθερώθηκαν το 1861, μετά από μια ομιλία του Τσάρου Αλέξανδρου Β΄ στις 30 Μαρτίου 1856.[2] Οι κρατικοί δουλοπάροικοι, δηλαδή οι δουλοπάροικοι που ζούσαν σε αυτοκρατορικά κτήματα απελευθερώθηκαν αργότερα, το 1866.

Ιστορικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πριν το 1861 η Ρωσία είχε δύο κύριες κατηγορίες αγροτών:

  • αυτούς που ζούσαν σε κρατικά κτήματα, υπό τον έλεγχο του Υπουργείου Κρατικής Ιδιοκτησίας.
  • αυτούς που ζούσαν σε κτήματα ιδιωτών γαιοκτημόνων.

με μόνο αυτούς που ήταν ιδιωτική ιδιοκτησία να θεωρούνται δουλοπάροικοι. Αποτελούσαν κατ’ εκτίμηση το 38% του πληθυσμού.[3] Όπως είχαν υποχρεώσεις προς το κράτος, είχαν και προς τους γαιοκτήμονες, οι οποίοι είχαν μεγάλη εξουσία πάνω στις ζωές τους. Από τα μέσα στου δέκατου ένατου αιώνα, λιγότεροι από τους μισούς Ρώσους αγρότες ήταν δουλοπάροικοι.

Ο αγροτικός πληθυσμός ζούσε σε νοικοκυριά (ντβόρι, ενικός ντβορ), συγκεντρωμένα σε χωριά (ντερέβνι· ένα ντερέβνια με εκκλησία γινόταν σέλο), διευθυνόμενο από μια μιρ (“κομμούνα”, ή ομπτσίνα) – απομονωμένες, συντηρητικές, σε μεγάλο βαθμό αυτάρκεις και αυτοδιοικούμενες μονάδες διασκορπισμένες σε όλο το κτήμα κάθε 10 χλμ (6,2 μίλια) ή περίπου. Η Αυτοκρατορική Ρωσία είχε περίπου 20 εκατομμύρια ντβόρι, με το σαράντα τοις εκατό από αυτά να περιλαμβάνει έξι έως δέκα άτομα.

Έντονα απομονωμένη, η συνέλευση της μιρ, η σκοντ (σέλσκι σκοντ), διόριζε έναν ηλικιωμένο (σταρόστα) και έναν “υπάλληλο” (πιζάρ) για να διαχειριστούν κάθε εξωτερικό ζήτημα. Οι αγρότες μέσα σε μια μιρ μοιράζονταν γη και πόρους. Τα χωράφια μοιράζονταν μεταξύ των οικογενειών σαν ναντέλ (“παραχώρηση”) – ένα σύμπλεγμα από λωρίδες αγροτεμαχίων, κατανεμημένων σύμφωνα με την ποιότητα του εδάφους. Οι λωρίδες περιοδικά ανακατανέμονταν ανάμεσα στα χωριά για να δημιουργήσουν οικονομικές συνθήκες επιπέδου. Παρά το γεγονός αυτό, η γη δεν ήταν ιδιοκτησία της μιρ. Η γη ήταν η νόμιμη ιδιοκτησία των 100.000 πάνω κάτω γαιοκτημόνων (πομέστσικς, ένα ισοδύναμο της “τσιφλικάδικης αριστοκρατίας”) και στους κατοίκους, όπως οι δουλοπάροικοι, δεν επιτρεπόταν να εγκαταλείψουν το κτήμα όπου είχαν γεννηθεί. Οι αγρότες ήταν αναγκασμένοι να κάνουν τακτικές πληρωμές σε εργασία και προϊόντα. Έχει υπολογιστεί ότι οι γαιοκτήμονες έπαιρναν τουλάχιστον το ένα τρίτο του εισοδήματος και της παραγωγής από το πρώτο μισό του δέκατου ένατου αιώνα.[4]

Πρόωρες μεταρρυθμιστικές ενέργειες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ανάγκη για επείγουσα μεταρρύθμιση ήταν πλήρως κατανοητή στην Ρωσία του 19ου αιώνα. Μεγάλη υποστήριξη γι’ αυτή προήλθε από τα πανεπιστήμια, συγγραφείς και άλλους πνευματικούς κύκλους. Διάφορα προγράμματα μεταρρυθμίσεων απελευθέρωσης ετοιμάστηκαν από τους Μιχαήλ Σπεράνσκι, Νικολάι Μορντβίνοφ και Πάβελ Κισελιόφ. Ωστόσο, η συντηρητική ή αντιδραστική αριστοκρατία ματαίωσε τις προσπάθειές τους. Στα Δυτικά κυβερνεία (γκουμπέρνια) η δουλοπαροικία είχε καταργηθεί στις αρχές του αιώνα. Στο Βασίλειο της Πολωνίας, η δουλοπαροικία είχε καταργηθεί πριν γίνει Ρωσική (από τον Ναπολέοντα το 1807). Η δουλοπαροικία είχε καταργηθεί στο Κυβερνείο της Εσθονίας το 1816, στην Κουρλάνδη το 1817 και στην Λιβονία το 1819.[5]

Το 1797, ο Παύλος Α΄ της Ρωσίας αποφάσισε ότι η απλήρωτη εργασία περιοριζόταν σε 3 ημέρες την εβδομάδα, και ποτέ την Κυριακή. Αλλά ο νόμος του δεν εφαρμόστηκε. Αρχίζοντας το 1801, ο Αλέξανδρος Α΄ της Ρωσίας όρισε μια επιτροπή για να μελετήσει την ενδεχόμενη απελευθέρωση, αλλά το μόνο αποτέλεσμα ήταν να απαγορεύσει την πώληση των δουλοπάροικων χωρίς τις οικογένειές τους. Αρχίζοντας το 1825, ο Νικόλαος Α΄ της Ρωσίας εξέφρασε την επιθυμία του για την απελευθέρωση σε πολλές περιπτώσεις, και ακόμη βελτίωσε την ζωή των δουλοπάροικων στα κρατικά κτήματα, αλλά δεν άλλαξε την κατάσταση των δουλοπάροικων στα ιδιωτικά κτήματα.[6]

Υλοποίηση του Μανιφέστου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρόθεσή μου είναι να καταργήσω την δουλοπαροικία… μπορείτε από μόνοι σας να καταλάβετε ότι το σημερινό καθεστώς της ιδιοκτησίας ψυχών δεν μπορεί να παραμείνει αμετάβλητο. Είναι καλύτερα να καταργήσουμε την δουλοπαροικία από τα πάνω, από το να περιμένουμε για εκείνη την ώρα, που αρχίζει να καταργεί τον εαυτό της από τα κάτω. Σας ζητώ να σκεφθείτε τον καλύτερο τρόπο για να το υλοποιήσετε.

— -Ομιλία του Αλεξάνδρου Β΄ προς τους Τελετάρχες της Αριστοκρατίας, 30 Μαρτίου 1856.[2]

Οι φιλελεύθεροι πολιτικοί που βρίσκονταν πίσω από το Μανιφέστο του 1861 – Νικολάι Μιλιούτιν, Αλεξέι Στρόλμαν και Γιάκοβ Ροστόβτσεφ – αναγνώριζαν επίσης ότι η χώρα τους ήταν μια από τις λίγες που απέμεναν φεουδαρχικές χώρες στην Ευρώπη. Η θλιβερή εμφάνιση των Ρωσικών δυνάμεων στον Κριμαϊκό Πόλεμο έκανε την κυβέρνηση γνώστη με οξύ τρόπο της καθυστέρησης της αυτοκρατορίας. Ανυπόμονοι να αναπτυχθούν και να αποκτήσουν βιομηχανική και επομένως στρατιωτική και πολιτική δύναμη, εισήγαγαν ένα αριθμό οικονομικών μεταρρυθμίσεων. Μέρος αυτού θεωρήθηκε ότι ήταν το τέλος της δουλοπαροικίας. Είχαν την αισιόδοξη ελπίδα ότι η κατάργηση των μιρ θα σκόρπιζε μέσα στους μεμονωμένους ιδιοκτήτες αγροτικής γης και τις απαρχές της οικονομίας της αγοράς.

Ο Αλέξανδρος Β΄, αντίθετα από τον πατέρα του, ήταν πρόθυμος να ασχοληθεί με αυτό το πρόβλημα. Ξεκινώντας από ένα υπόμνημα από τις Λιθουανικές επαρχίες, ιδρύθηκε η επιτροπή “για την καλυτέρευση της κατάστασης των χωρικών” και εξετάστηκαν οι αρχές της κατάργησης.

Το βασικό σημείο στο ζήτημα ήταν εάν οι δουλοπάροικοι θα έπρεπε να παραμείνουν εξαρτώμενοι από τους γαιοκτήμονες, ή εάν θα έπρεπε να μετατραπούν σε τάξη ανεξάρτητων κοινόχρηστων ιδιοκτητών.

Οι γαιοκτήμονες στην αρχή πίεσαν για την χορήγηση ελευθερίας στους αγρότες, αλλά όχι γης. Ο τσάρος και οι σύμβουλοί του, ενθυμούμενοι τα γεγονότα του 1848 στην Δυτική Ευρώπη, ήταν αντίθετοι στην δημιουργία προλεταριάτου και στην αστάθεια που θα έφερνε. Δίνοντας όμως στους αγρότες ελευθερία και γη φαινόταν να αφήνουν τους υπάρχοντες γαιοκτήμονες χωρίς το μεγάλο και φτηνό εργατικό δυναμικό που χρειάζονταν για να διατηρήσουν τα κτήματά τους και τον τρόπο ζωής τους. Από το 1859 ένα τρίτο των κτημάτων τους και δύο τρίτα των δουλοπαροίκων τους ήταν υποθηκευμένα στο κράτος ή τις τράπεζες ευγενών. Αυτός ήταν ο λόγος που έπρεπε να δεχθούν την απελευθέρωση.[7]

Για να την “εξισορροπήσουν”, η νομοθεσία περιείχε τρία μέτρα για να μειώσουν την ενδεχόμενη οικονομική αυτάρκεια των αγροτών. Πρώτον, καθιερώθηκε μια μεταβατική περίοδος δύο ετών, κατά την οποία ο αγρότης ήταν δεσμευμένος όπως και πριν στον παλιό γαιοκτήμονα. Δεύτερον, μεγάλα τμήματα κοινόχρηστης γης πέρασαν στους μεγάλους γαιοκτήμονες σαν οτρέζκι (“αποκομμένα κτήματα”), κάνοντας πολλά δάση, δρόμους και ποτάμια προσβάσιμα με μια αντιμισθία. Το τρίτο μέτρο ήταν ότι οι δουλοπάροικοι πρέπει να πληρώνουν τον γαιοκτήμονα για την διάθεση της γης με μια σειρά πληρωμών εξαγοράς, οι οποίες με την σειρά τους, χρησιμοποιήθηκαν για να αποζημιώσουν τους γαιοκτήμονες με ομόλογα. Το 75% του συνολικού ποσού θα προκαταβαλόταν από την κυβέρνηση στον γαιοκτήμονα και στη συνέχεια οι αγρότες θα εξοφλούσαν τα χρήματα, με τόκο, στην κυβέρνηση σε σαράντα πέντε χρόνια. Αυτές οι πληρωμές εξαγοράς τελικά ακυρώθηκαν το 1907.

Το Μανιφέστο της Απελευθέρωσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αγρότες διαβάζουν το Μανιφέστο της Απελευθέρωσης, πίνακας του 1873 του Γκριγκόρι Μιασογιέντοφ

Η νομική βάση της μεταρρύθμισης ήταν το Μανιφέστο της Απελευθέρωσης του Τσάρου της 3ης Μαρτίου (19 Φεβρουαρίου) 1861, συνοδευόμενο από ένα σύνολο νομοθετικών πράξεων με τον γενικό τίτλο Κανονισμοί που Αφορούν τους Χωρικούς που Αφήνουν την Εξάρτηση του Δουλοπάροικου (Ρωσικά: Положения о крестьянах, выходящих из крепостной зависимости, Ρολοζένιγια ο κρεστγιάνακ, βικοντιάστσικ ιζ κρεποστνόι ζαβισιμόστι).

Αυτό το Μανιφέστο διακήρυξε την απελευθέρωση των δουλοπάροικών σε ιδιωτικά κτήματα και των οικιακών (των νοικοκυριών) δουλοπάροικων.[1] Στους δουλοπάροικους δόθηκαν τα πλήρη δικαιώματα των ελευθέρων πολιτών, αποκτώντας τα δικαιώματα να παντρεύονται χωρίς να πρέπει να πάρουν συναίνεση, να έχουν περιουσία και να έχουν επάγγελμα. Το Μανιφέστο όριζε ότι οι αγρότες θα μπορούσαν να αγοράσουν την γη από τους γαιοκτήμονες.

Εφαρμογή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι κοινότητες μιρ είχαν την αρμοδιότητα να διανέμουν την γη που δόθηκε στους πρόσφατα απελευθερωμένους δουλοπάροικους από την Ρωσική κυβέρνηση σε ξεχωριστά άτομα μέσα στην κοινότητα. Λόγω της ιδιοκτησίας της κοινότητας στη γη, σε αντίθεση με αυτή του ξεχωριστού ατόμου, ο μεμονωμένος αγρότης δεν μπορούσε να πουλήσει το μερίδιό του γης για να δουλέψει σε εργοστάσιο στην πόλη. Ο αγρότης ήταν υποχρεωμένος να αποπληρώνει μακροπρόθεσμα δάνεια που δόθηκαν από την κυβέρνηση. Τα χρήματα από τα δάνεια αυτά δίνονταν στον αρχικό γαιοκτήμονα. Η γη που παραχωρείτο στους πρόσφατα απελευθερωμένους δουλοπάροικους δεν περιλάμβανε την καλύτερη γη στη χώρα, η οποία συνέχιζε να ανήκει στην αριστοκρατία.

Η εφαρμογή της κατοίκησης της γης ποίκιλλε σε όλη την τεράστια και ανόμοια επικράτεια της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, αλλά τυπικά ένας αγρότης είχε τα δικαιώματα να εξαγοράσει περίπου το μισό της γης που καλλιεργούσε για τον εαυτό του. Εάν δεν μπορούσε να αντέξει να το αποπληρώσει, μπορούσε να λάβει το μισό του μισού, δηλαδή ένα τέταρτο της γης, δωρεάν. Αυτό λεγόταν παραχώρηση σε άπορο (μπεντνιάτσκι νάντελ).[8]

Αν και καλά σχεδιασμένη στην νομοθεσία, η μεταρρύθμιση δεν λειτούργησε ομαλά. Οι προϋποθέσεις του μανιφέστου θεωρήθηκαν απαράδεκτες από πολλούς αγρότες ενδιαφερόμενους για την μεταρρύθμιση. “Σε πολλές περιοχές οι αγρότες αρνήθηκαν να πιστέψουν ότι το μανιφέστο ήταν αυθεντικό. Υπήρχαν προβλήματα, και έπρεπε να κληθούν στρατεύματα για να διαλύσουν τα εξαγριωμένα πλήθη”.[9]

Οι γαιοκτήμονες και η αριστοκρατία πληρώνονταν με κυβερνητικά ομόλογα και τα δάνειά τους αφαιρέθηκαν από τα χρήματα πριν τους δοθούν. Τα ομόλογα γρήγορα έχασαν σε αξία. Οι ικανότητες διαχείρισης των γαιοκτημόνων ήταν γενικά ασήμαντες.

Συνέπειες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αν και η μεταρρύθμιση της απελευθέρωσης τιμήθηκε με την κατασκευή του τεράστιου Καθεδρικού Αλεξάντερ Νέφσκι στην Μόσχα και τα βιβλία ιστορίας δίνουν στον Αλέξανδρο Β΄ το όνομα “Ο Τσάρος Απελευθερωτής”, τα αποτελέσματά της ήταν μακριά από το ιδανικό. Οι δουλοπάροικοι των νοικοκυριών ήταν οι χειρότερα θιγμένοι καθώς κέρδισαν μόνο την ελευθερία τους και όχι γη. Πολλοί από τους πιο φωτισμένους γραφειοκράτες καταλάβαιναν ότι η απελευθέρωση των δουλοπάροικων θα επιφέρει δραστικές αλλαγές τόσο στην Ρωσική κοινωνία όσο και στην κυβέρνηση. Ωστόσο, η ιδέα ότι αυτές οι αλλαγές θα επηρέαζαν μόνο τα “κατώτερα στρώματα” της κοινωνίας, και θα ενίσχυαν την απολυταρχία, αντί να την αποδυναμώσουν, ήταν λάθος. Στην πραγματικότητα, οι μεταρρυθμίσεις δημιούργησαν ένα νέο σύστημα στο οποίο η μοναρχία έπρεπε να συνυπάρχει με μια ανεξάρτητη Αυλή, ελεύθερο Τύπο και τις τοπικές αυτοδιοικήσεις που λειτουργούσαν διαφορετικά, και πιο ελεύθερα, απ’ ό,τι στο παρελθόν.[10] Αυτή η νέα μορφή τοπικής, συγκεντρωτικής διακυβέρνησης αναφερόταν ως ζέμστβο. Πιο συγκεκριμένα, σε ό,τι αφορά την νέα τοπική κυβέρνηση, οι μεταρρυθμίσεις βάζουν στην θέση της ένα σύστημα όπου οι γαιοκτήμονες ήταν πλέον σε θέση να έχουν μεγαλύτερο λόγο μέσα στις πρόσφατα δημιουργημένες “επαρχίες”.[11] Αν και αυτή δεν ήταν η άμεση πρόθεση των μεταρρυθμίσεων, ήταν προφανές ότι αυτή αποδυνάμωνε σημαντικά την ιδέα της απολυταρχίας. Τώρα, οι “ευκατάστατοι” δουλοπάροικοι, μαζί με τους κατά το παρελθόν ελεύθερους ανθρώπους, ήταν σε θέση να αγοράσουν γη ως ιδιωτική περιουσία. Αν και στην αρχή στις μεταρρυθμίσεις η δημιουργία τοπικών αυτοδιοικήσεων δεν είχε αλλάξει πολλά πράγματα για την Ρωσική κοινωνία, η άνοδος του καπιταλισμού επηρέασε δραστικά όχι μόνο την κοινωνική δομή της Ρωσίας, αλλά και τους τρόπους, και τις ασχολίες των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης.[12] Με τα νέα, καπιταλιστικά ιδεώδη, η τοπική κυβέρνηση δεν ήταν υπεύθυνη για τους κανονισμούς και τις ρυθμίσεις που θα υπαγόρευαν πως θα λειτουργούσε η νέα αγορά. Αν υπήρχε κάτι θετικό σε αυτό το κίνημα τοπικής διακυβέρνησης, από την άποψη της απολυταρχίας, ήταν όπως ο Πετρ Βαλούεφ το έθεσε όταν είπε ότι τα ζέμστβο θα “παρέχουν ασχολία σε σημαντική μερίδα του Τύπου καθώς και σε εκείνους τους δυσαρεστημένους που σήμερα δημιουργούν πρόβλημα επειδή δεν έχουν τίποτα να κάνουν”.[13]

Συνέπειες για τους δουλοπάροικους[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στους δουλοπάροικους από ιδιωτικά αγροκτήματα δόθηκε λιγότερη γη από εκείνη που χρειάζονταν για να επιβιώσουν, πράγμα που οδήγησε σε ταραχές. Ο φόρος εξαγοράς ήταν τόσο υψηλός που οι δουλοπάροικοι έπρεπε να πουλήσουν όλο το σιτάρι που παρήγαν για να πληρώσουν τον φόρο, που δεν άφηνε τίποτα για την επιβίωσή τους. Οι γαιοκτήμονες υπέφεραν επίσης, επειδή πολλοί από αυτούς ήταν βαθιά στα χρέη, και η αναγκαστική πώληση της γης τους άφησε να παλεύουν να κρατήσουν τον σπάταλο τρόπο ζωής. Σε πολλές περιπτώσεις, οι πρόσφατα απελευθερωμένοι δουλοπάροικοι ήταν αναγκασμένοι να “νοικιάσουν” την γη τους από πλούσιους γαιοκτήμονες. Επιπλέον, όταν οι αγρότες έπρεπε να εργαστούν για τους ίδιους τους γαιοκτήμονες για να πληρώσουν τις “πληρωμές εργασίας” τους, τα χωράφια τους συχνά παραμελούνταν.[14] Τα επόμενα χρόνια, η απόδοση της παραγωγής από τις σοδιές των αγροτών παρέμενε χαμηλή, και σύντομα η πείνα κτύπησε ένα μεγάλο μέρος της Ρωσίας.[15] Με λίγη τροφή και βρίσκοντας τους εαυτούς τους στην ίδια κατάσταση όπως όταν ήταν δουλοπάροικοι, πολλοί αγρότες άρχισαν να εκφράζουν την περιφρόνησή τους για το κοινωνικό σύστημα. Σε μια περίπτωση, στις 12 Απριλίου 1861, ένας τοπικός ηγέτης δολοφόνησε έναν μεγάλο αριθμό εξεγερμένων αγροτών στο χωριό Μπέζντνα.[16] Όταν τέλειωσε το περιστατικό, η επίσημη έκθεση είχε 70 αγρότες νεκρούς και άλλους 100 τραυματίες. Μετά από περαιτέρω έρευνα, και δίκη ορισμένων μελών της εξέγερσης, πέντε αγρότες βρέθηκαν ένοχοι για “διέγερση” και όχι για εξέγερση.[16] Μια και ειπώθηκε αυτό, υπήρχαν πολλές διαφορετικές περιπτώσεις που πήραν την μορφή εξέγερσης.[16]

Νόμισμα της Κεντρικής Τράπεζας της Ρωσίας για την 150η επέτειο της μεταρρύθμισης της απελευθέρωσης

Επακόλουθα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η άνιση εφαρμογή της νομοθεσίας άφησε πολλούς αγρότες στο Βασίλειο της Πολωνίας και στην βόρεια Ρωσία και ελεύθερους και χωρίς γη (μπάτρακ), μόνο με την εργασία τους για να πουλήσουν, ενώ σε άλλες περιοχές οι αγρότες έγιναν η πλειοψηφία των ιδιοκτητών γης στην επαρχία τους. Το 1861 το Μανιφέστο της Απελευθέρωσης επηρέασε μόνο τους ιδιόκτητους από ιδιώτες δουλοπάροικους. Οι κρατικοί δουλοπάροικοι απελευθερώθηκαν το 1866[1] και τους δόθηκαν καλύτερα και μεγαλύτερα τεμάχια γης. Τέλος, οι μεταρρυθμίσειw μεταμόρφωσαν την ρωσική οικονομία. Τα άτομα που οδήγησαν την μεταρρύθμιση ήταν υπέρ ενός οικονομικού συστήματος παρόμοιου με τις άλλες Ευρωπαϊκές χώρες, που προωθούσαν τις ιδέες του καπιταλισμού και του ελεύθερου εμπορίου. Η ιδέα των μεταρρυθμιστών ήταν να προωθήσουν την ανάπτυξη και να ενθαρρύνουν την ιδιοκτησία ιδιωτικής περιουσίας, ελεύθερο ανταγωνισμό, επιχειρηματικότητα, και μισθωτή εργασία. Αυτό ήλπιζαν θα γινόταν ένα σύστημα με ελάχιστους κανονισμούς και διατιμήσεις, έτσι μια οικονομία περισσότερου “οικονομικού φιλελευθερισμού”. Σύντομα, μετά τις μεταρρυθμίσεις, υπήρξε μια σημαντική αύξηση στην ποσότητα της παραγωγής σιτηρών για πώληση. Εξαιτίας αυτού υπήρξε επίσης μια αύξηση στον αριθμό της μισθωτής εργασίας και της ενοικίασης αγροτικών μηχανημάτων.[17] Επιπλέον, ένα σημαντικό εργαλείο μέτρησης στην ανάπτυξη της Ρωσικής οικονομίας μετά την μεταρρύθμιση ήταν η τεράστια αύξηση σε μη αριστοκρατική ιδιωτικής ιδιοκτησίας γη. Αν και τα κτήματα αριστοκρατικής γης έπεσαν από το 80% στο 50%, τα κτήματα των αγροτών αυξήθηκαν από 5% στο 20%.[18]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 Mee, Arthur; Hammerton, J. A.; Innes, Arthur D., (1907). «Volume 7». Harmsworth history of the world. London: Carmelite House. σελ. 5193. CS1 maint: Πολλαπλές ονομασίες: authors list (link)
  2. 2,0 2,1 Corrin, Chris; Feihn, Terry (31 Ιουλίου 2015). AQA A-level History: Tsarist and Communist Russia 1855-1964. Hachette UK; Hodder Education; Dynamic Learning. σελ. 11. ISBN 9781471837807. CS1 maint: Πολλαπλές ονομασίες: authors list (link) On 30 March 1856 Alexander II made a speech to the Marshalls of the Nobility in which he signalled the start of a process that led to the abolition of serfdom in 1861.
  3. Richard Pipes, Russia Under the Old Regime.
  4. Waldron, P (2007). The Governing of Tsarist Russia. Palgrave Macmillan. σελ. 61. ISBN 978-0-333-71718-9. 
  5. Charles Wetherell, Andrejs Plakans, "Borders, ethnicity, and demographic patterns in the Russian Baltic provinces in the late nineteenth century", Continuity and Change(1999), 14: 33–56
  6. Powelson, John (1987). The Story of Land - [A World History of Land Tenure and Agrarian Reform]. Cambridge, MA, USA: Lincoln Institute of Land Policy. σελ. 115. ISBN 0899462189. 
  7. Orlando Figes, A People's Tragedy
  8. Paxton, John (2004) [1999]. Leaders of Russia and the Soviet Union Since 1613. London, UK: Fitzroy Dearborn Publishers. ISBN 9780203505328.  OCLC 437056484 and 60161944
  9. Peasant Wars of the 20th Century, Eric Wolf, 1969
  10. Polunov, Alexander (2005). Russia In The Nineteenth Century: Autocracy, Reform, And Social Change, 1814-1914. Armonk, NY: M. E. Sharpe. σελ. 110. ISBN 9780765606716.  OCLC 191935709
  11. Polunov, Alexander (2005). Russia In The Nineteenth Century: Autocracy, Reform, And Social Change, 1814-1914. Armonk, NY: M. E. Sharpe. σελ. 112. ISBN 9780765606716.  OCLC 191935709
  12. Polunov, Alexander (2005). Russia In The Nineteenth Century: Autocracy, Reform, And Social Change, 1814-1914. Armonk, NY: M. E. Sharpe. σελ. 113. ISBN 9780765606716.  OCLC 191935709
  13. Polunov, Alexander (2005). Russia In The Nineteenth Century: Autocracy, Reform, And Social Change, 1814-1914. Armonk, NY: M. E. Sharpe. σελ. 111. ISBN 9780765606716.  OCLC 191935709
  14. Polunov, Alexander (2005). Russia In The Nineteenth Century: Autocracy, Reform, And Social Change, 1814-1914. Armonk, NY: M. E. Sharpe. σελ. 126. ISBN 9780765606716.  OCLC 191935709
  15. Polunov, Alexander (2005). Russia In The Nineteenth Century: Autocracy, Reform, And Social Change, 1814-1914. Armonk, NY: M. E. Sharpe. σελ. 127. ISBN 9780765606716.  OCLC 191935709
  16. 16,0 16,1 16,2 Pushkarev, Sergei G (April 1968). «The Russian Peasants' Reaction to the Emancipation of 1861». Russian Review 27 (2): 199-214. doi:10.2307/127028. http://www.jstor.org/stable/127028?seq=1#page_scan_tab_contents.  ISSN 1467-9434. JSTOR 127028.LCCN 43016148. OCLC 4892437069.
  17. Polunov, Alexander (2005). Russia In The Nineteenth Century: Autocracy, Reform, And Social Change, 1814-1914. Armonk, NY: M. E. Sharpe. σελ. 125. ISBN 9780765606716.  OCLC 191935709
  18. Polunov, Alexander (2005). Russia In The Nineteenth Century: Autocracy, Reform, And Social Change, 1814-1914. Armonk, NY: M. E. Sharpe. σελ. 126. ISBN 9780765606716.  OCLC 191935709

Επιπλέον αναγνώσματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]