Λευκή τρομοκρατία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Γενικά, ο όρος λευκή τρομοκρατία αναφέρεται στις πράξεις βίας που πραγματοποιούνται από τις αντιδραστικές (συνήθως μοναρχικές ή συντηρητικές) ομάδες ως τμήμα μιας αντεπανάστασης. Συχνά, τέτοιες πράξεις πραγματοποιήθηκαν σε απάντηση -ή και ακολουθήθηκαν από- παρόμοια μέτρα που λήφθηκαν από την επαναστατική πλευρά κατά τη σύγκρουση. Κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, σε διάφορες χώρες, ο όρος λευκή τρομοκρατία χρησιμοποιήθηκε αναφορικά με πράξεις βίας κατά πραγματικών ή πιθανών σοσιαλιστών και κομμουνιστών.

Η Λευκή Τρομοκρατία στην Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην Ελλάδα, ο όρος Λευκή Τρομοκρατία χρησιμοποιήθηκε για να χαρακτηρίσει το κλίμα διώξεων και βίας που ξέσπασε εις βάρος των φιλικά προσκείμενων στο ΕΑΜ και το ΚΚΕ Ελλήνων αμέσως μετά την υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζαςα[›] το Φλεβάρη του 1945[1]. Κύρια δύναμη κρούσης της Λευκής Τρομοκρατίας ήταν δεξιοί και ακροδεξιοί παρακρατικοί ένοπλοι σχηματισμοί(οι οποίοι σε μεγάλο βαθμό απαρτίζονταν από πρώην μέλη των Ταγμάτων Ασφαλείας αλλά και από συγγενείς σκοτωμένων από τον ΕΛΑΣ[εκκρεμεί παραπομπή] κατά τη διάρκεια της Κατοχής) και κατά δεύτερο λόγο η Χωροφυλακή και η Εθνοφυλακή.[2] Συχνά αυτές οι επιχειρήσεις είχαν άμεσο καθοδηγητή τις ίδιες τις κρατικές αρχές και στελέχη των τότε κυβερνήσεων [3] Οι πράξεις βίας συμπεριλάμβαναν ακόμα και αποκεφαλισμούς Κομμουνιστών και όχι μόνο και μεταφορά των κομμένων κεφαλών από πόλη σε πόλη ή από χωρίο σε χωριό για "παραδειγματισμό"[4] αλλά και για να εισπραχθούν τα χρήματα από επικηρύξεις.

Το κύμα τρομοκρατίας που ακολούθησε την παράδοση των όπλων από τον ΕΛΑΣ, που έμεινε στην ιστορία ως «λευκή τρομοκρατία», την οποία ασκούσαν οι πολυάριθμες ακροδεξιές φιλομοναρχικές ομάδες και η χωροφυλακή ανά την Ελλάδα κατά των ΕΑΜιτών, αποτυπώνεται ευκρινώς στη δήλωση της 5ης Ιουνίου 1945 των αρχηγών των κομμάτων του τότε Κέντρου (Θεμ. Σοφούλη, Ν. Πλαστήρα, Γ. Καφαντάρη, Εμμ. Τσουδερού και Αλ. Μυλωνά): «Η εγκαθιδρυθείσα μετά το κίνημα του Δεκεμβρίου εις ολόκληρον την χώραν τρομοκρατία της άκρας Δεξιάς επεκτείνεται καθημερινώς, έχει δε προσλάβει ήδη έκτασιν και βιαιότητα καθιστώσαν αφόρητον την ζωήν των μη βασιλοφρόνων πολιτών, και αποκλείουσαν οιανδήποτε σκέψιν διεξαγωγής ελευθέρου δημοψηφίσματος ή εκλογών». Και ακόμη: «Αι τρομοκρατικαί οργανώσεις της άκρας Δεξιάς, εκ των οποίων αι κυριώτεραι είχον οπλισθή εν μέρει υπό των Γερμανών και παντειοτρόπως συνειργάσθησαν μετ' αυτών, όχι μόνον δεν αφωπλίσθησαν, όχι μόνον δεν διώκονται, αλλά αναφανδόν συμπράττουν με τα όργανα της τάξεως προς τελείαν κάθε δημοκρατικής πνοής κατάπνιξιν».[2]

Το ξέσπασμα της Λευκής Τρομοκρατίας είχε σοβαρό αντίκτυπο και στο ξέσπασμα του Εμφυλίου Πολέμου και τη συγκρότηση του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας, του οποίου σύμφωνα με την αριστερά αρχικός σκοπός ήταν η αυτοάμυνα από τις επιθέσεις του παρακράτους[5].

Τα θύματα της Λευκής Τρομοκρατίας ένα χρόνο μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Φόνοι: 1289
  • Τραυματισμοί: 6671
  • Συλλήψεις: 34931
  • Βασανισμοί: 31632
  • Λεηλασίες-καταστροφές: 18767
  • Καταστροφές γραφείων: 677
  • Απόπειρες φόνων: 509
  • Βιασμοί γυναικών: 165[6]

Ως αριθμός, οι 1289 νεκροί που αποδίδονται στην Λευκή Τρομοκρατία, πιθανότατα βρίσκονται κοντά στην αλήθεια. Από τους νεκρούς αυτούς, οι 953 αποδίδονται σε παραστρατιωτικές οργανώσεις, οι 250 στην Εθνοφυλακή, οι 82 στη Χωροφυλακή και άλλοι 4 στα βρετανικά στρατεύματα[7].

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

^ α: Η συμφωνία της Βάρκιζας εξασφάλισε την αμνήστευση μόνον των στελεχών του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ αλλά άφησε ανοιχτό το έδαφος για τα «εγκλήματα ποινικού δικαίου» με βάση τα οποία θα διώκονταν όλοι οι υπόλοιποι. Ένα άγριο κυνηγητό θα ξεκινήσει από την αντίθετη πλευρά· αυτή τη φορά όμως μετά την κυριαρχία της Ο.Π.Λ.Α.

Πηγές - Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Βασιλική Λάζου, "Η συγκρότηση και η δράση της Εθνοφυλακής. Νοέμβριος 1944 – Σεπτέμβριος 1945: Η περίπτωση της Λαμίας", Κλειώ. Περιοδική έκδοση για τη νεότερη ιστορία, τχ. 3 (Καλοκαίρι 2006), σσ. 63-95.