Λα Σω-ντε-Φον

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Συντεταγμένες: 47°5′58.66″N 6°49′46.41″E / 47.0996278°N 6.8295583°E / 47.0996278; 6.8295583

Λα Σω-ντε-Φον
La Chaux de Fonds.jpg
La Chaux-de-Fonds-coat of arms.svg
Έμβλημα
Τοποθεσία στο χάρτη
Τοποθεσία στο χάρτη
Λα Σω-ντε-Φον
47°5′59″N 6°49′46″E
Karte Gemeinde La Chaux-de-Fonds 2007.png
ΧώραΕλβετία
Διοικητική υπαγωγήLa Chaux-de-Fonds District και Καντόνι του Νεσατέλ
Διοίκηση
 • δήμαρχοςThéo Huguenin-Elie (από 2020)
Έκταση5.566 km² και 55,72 km²[1]
Υψόμετρο1.039 μέτρα και 997 μέτρα
Ταχ. κωδ.2300[2]
Τηλ. κωδ.032
ΙστότοποςΕπίσημος ιστότοπος
Commons page Σχετικά πολυμέσα
Μνημείο Παγκόσμιας
Κληρονομιάς της UNESCO
Λα Σω ντε Φον
Επίσημο όνομα στον κατάλογο μνημείων Π.Κ.
Chaux-de-Fonds4.jpg
Χώρα μέλοςΕλβετία Ελβετία
ΤύποςΠολιτιστικό
Κριτήρια(iv)
Ταυτότητα1302-001
ΠεριοχήΕλβετία
ΣυντεταγμένεςN47 6 14 E6 49 58
Ιστορικό εγγραφής
Εγγραφή2009 (33η συνεδρίαση)

Το Λα Σω-ντε-Φον (γαλλικά: La Chaux-de-Fonds) είναι Ελβετική πόλη, που βρίσκεται στο Καντόνι του Νεσατέλ, λίγα χιλιόμετρα πριν τα σύνορα με τη Γαλλία. Η πόλη έχει πληθυσμό 36.900 κατοίκους.[3] Η Λα Σω ντε Φον, μαζί με την διπλανή πόλη Λε Λοκλ, είναι η μητρόπολη της ωρολογοποιίας και της μικρομηχανικής. Οι δυο πόλεις αποτελούν μαζί ένα από τα Μνημεία Παγκόσμιας Κληρονομιάς της Ουνέσκο καθώς αποτελούν ένα μοναδικό αστικό και αρχιτεκτονικό σύνολο, εξ ολοκλήρου αφιερωμένο στην ωρολογοποιία από τον 18ο αιώνα μέχρι σήμερα.[4]

Γεωγραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πόλη βρίσκεται στις νότιες πλαγιές της Οροσειράς του Ιούρα, κοντά στα γαλλικά σύνορα, σε υψόμετρο 986 μέτρων (ελάχιστο 607μ. Biaufond, μέγιστο 1329μ.[5] La Roche-aux-Crocs. Έχει έκταση 55,73 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Από αυτή την έκταση, τα 30,51 km2 (54,7%) χρησιμοποιούνται για γεωργικούς σκοπούς, ενώ τα 15,52 km2 (27,9%) καλύπτονται από δάσος. Από την υπόλοιπη έκταση, τα 9,27 km2 (16,7%) καλύπτονται από τον οικισμό (1,6% βιομηχανικά κτίρια, 8,4% κατοικίες, 4,6% υποδομές μεταφορών, 1,1% πράσινες ζώνες), τα 0,3 km2 (0,5%) είναι υδάτινες εκτάσεις (ποτάμια ή λίμνες) και 0,11 km2 (0,2%) είναι μη παραγωγική γη.

Η ετήσια ελάχιστη θερμοκρασία είναι -18°C, η ετήσια μέγιστη 29,1°C. Η μηνιαία ηλιοφάνεια κατά μέσο όρο είναι 140 ώρες. Η μέση τιμή για τις μηνιαίες βροχοπτώσεις κυμαίνεται στα 116 mm (δεδομένα 2004-2014). [6]

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο σπήλαιο Μπισόν (Bichon), που βρίσκεται στις πλαγιές του Ιούρα πάνω από την κοιλάδα του ποταμού Ντουμπ, εντοπίστηκε το 1956 ο σκελετός ενός Κρο-Μανιόν, οστά από καφέ αρκούδα και λίθινες λάμες και αιχμές από βέλη.

Η πόλη αναφέρεται για πρώτη φορά το 1350 με το όνομα la Chaz de Fonz, το 1378 ως Chault de Font και ανήκε στους άρχοντες της Βαλανζέν. Η κύρια ασχολία των κατοίκων ήταν η κτηνοτροφία. Ο πρώτος χριστιανικός ναός, αφιερωμένος στον Άγιο Ουμβέρτο, καθαγιάστηκε το 1528 από τον Pierre Tassard, επίσκοπο της Μπεζανσόν. Το 1530-40 η κοινότητα ασπάστηκε τη θρησκευτική μεταρρύθμιση, όπως και η υπόλοιπη περιοχή. Οι αγροτικές εργασίες και η λειτουργία νερόμυλων στις όχθες του Ντουμπ ήταν ακόμη οι κύριες ασχολίες των κατοίκων της αλλά σιγά σιγά έγινε εμπορικό σταυροδρόμι μεταξύ Νεσατέλ, Φρανς-Κοντέ και της Πριγκιπικής Επισκοπής της Βασιλείας και αναπτύχθηκε ακόμη περισσότερο κατά τη διάρκεια του Τριακονταετούς Πολέμου, κυρίως λόγω της στρατηγικής εμπορικής της θέσης. Στις 2 Δεκεμβρίου 1656 ο Πρίγκηπας του Νεσατέλ υπέγραψε το διάταγμα με το οποίο η Λα Σω ντε Φον αποκτούσε το καθεστώς του Δήμου, με διοικητική και δικαστική εξουσία. Ο δήμος μπορούσε πλέον να διοργανώνει τρεις ετήσιες εμποροπανηγύρεις και ένα εβδομαδιαίο παζάρι. Το 1688 άνοιξε το πρώτο δημοτικό σχολείο. Η οικονομική δραστηριότητα επιταχύνθηκε τον 18ο αιώνα με την ανάπτυξη των βιοτεχνιών δαντέλας και ωρολογοποιίας, με την πρώτη να υποχωρεί σταδιακά προς όφελος της δεύτερης.[7]

Το πολεοδομικό σχέδιο του 1835

Στις 5 Μαΐου 1794, μια καταστροφική πυρκαγιά ισοπέδωσε την πόλη. Ο μηχανικός Charles-Henri Junod δημιούργησε το πολεοδομικό σχέδιο της νέας πόλης το 1835, που έγινε πλέον γνωστή για το «μοντέρνο», ορθογώνιο πλέγμα των δρόμων της, σε σύγκριση με τους ακανόνιστους και στενούς δρόμους των περισσότερων ευρωπαϊκών πόλεων. Το σχέδιο αυτό επέτρεψε τον βέλτιστο φωτισμό στα εργαστήρια ωρολογοποιίας, με τα περισσότερα κτίρια να έχουν νοτιοανατολικό προσανατολισμό.[8] Το 1847, η πόλη είχε περίπου 4.000 απασχολούμενους στον τομέα των ρολογιών, δηλαδή σχεδόν το ένα τρίτο του συνολικού πληθυσμού της.

Το 1867 ο Καρλ Μαρξ, αναλύοντας τον καταμερισμό της εργασίας, στο Κεφάλαιο, αναφέρθηκε στη Λα Σω ντε Φον.[9]

«Το Σω ντε Φον, που μπορεί να θεωρηθεί ολόκληρο μια μανουφακτούρα ρολογιών, παράγει διπλάσια ρολόγια το χρόνο από τη Γενεύη»

Η σχολή ωρολογοποιίας, που ιδρύθηκε το 1865, συμπληρώθηκε με μια σχολή τέχνης που προοριζόταν για την εκπαίδευση κοσμηματοπωλών και χαρακτών. Η έκρηξη στον τομέα της ωρολογοποιίας οδήγησε στην άφιξη πολλών μεταναστών, κυρίως Ελβετών και στη συνέχεια Ιταλών που εργάζονταν στις κατασκευές. Οι Εβραίοι, πρόσφυγες από την Αλσατία, αποτελούσαν μια σημαντική αποικία από οικονομική και πολιτιστική άποψη, και μια μεγάλη συναγωγή εγκαινιάστηκε το 1896. Στα τέλη του 19ου αιώνα, η ωρολογοποιία υπέστη μια βαθιά αλλαγή, μεταβαίνοντας από τη διάσπαρτη παραγωγή σε ατομικά εργαστήρια στη βιομηχανοποιημένη παραγωγή σε μικρά εργοστάσια. Το Ελβετικό Επιμελητήριο Ωρολογοποιίας άνοιξε τις πόρτες του στην πόλη το 1900. Η ανάγκη διαφοροποίησης των οικονομικών δραστηριοτήτων έγινε ένα από τα κύρια μέλημα των δημοτικών αρχών επειδή η ωρολογοποιία από μόνη της δεν μπορούσε να στηρίξει το εργατικό δυναμικό της περιοχής στις αρχές του 20ου αιώνα. Έτσι, σιγά σιγά δημιουργήθηκαν βιομηχανίες κατασκευής ραδιοφωνικών συσκευών, Μικροηλεκτρονικής και μικρομηχανικής.[7]

Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 2009 η Ουνέσκο καταχώρησε την Λα Σω ντε Φον μαζί με την γειτονική της πόλη Λε Λοκλ στα Μνημεία Παγκόσμιας Κληρονομιάς λόγω του μοναδικού πολεοδομικού και αρχιτεκτονικού σχεδιασμού τους. Οι δυο πόλεις βρίσκονται η μία κοντά στην άλλη, σε απομακρυσμένο, ορεινό περιβάλλον, σε γη ακατάλληλη για τη γεωργία. Τα πολεοδομικά τους σχέδια και τα κτίριά τους αντικατοπτρίζουν την ανάγκη των ωρολογοποιών για ορθολογική οργάνωση. Σχεδιασμένες στις αρχές του 19ου αιώνα, μετά από εκτεταμένες πυρκαγιές, οι πόλεις όφειλαν την ύπαρξή τους σε αυτή τη βιομηχανία. Η διάταξή τους κατά μήκος ενός ανοιχτού σχεδίου παράλληλων αξόνων στις οποίες αναμειγνύονται κατοικίες και εργαστήρια αντικατοπτρίζει τις ανάγκες της τέχνης της ωρολογοποιίας, που χρονολογείται από τον 18ο αιώνα και είναι ακόμα ζωντανή σήμερα. Πρόκειται για εξαιρετικά παραδείγματα μονοβιομηχανικών πόλεων που διατηρούνται αναλλοίωτες μέχρι τις ημέρες μας και εξακολουθούν να δραστηριοποιούνται στον ίδιο κλάδο. Ο πολεοδομικός σχεδιασμός και των δύο φιλοξένησε τη μετάβαση από τη βιοτεχνική παραγωγή μιας οικοτεχνίας στην πιο συγκεντρωμένη εργοστασιακή παραγωγή του τέλους του 19ου και του 20ού αιώνα. Το αστικό σύνολο τους αποτελεί εξαιρετική παγκόσμια αξία, καθώς αυτές οι δίδυμες πόλεις παραγωγής ρολογιών αντιπροσωπεύουν ένα εξαιρετικό παράδειγμα οργανικών αστικών συνόλων αποκλειστικά αφιερωμένων σε μια και μόνο βιομηχανία. Έχουν κατασκευαστεί από και για την ωρολογοποιία. Είναι προϊόν μιας εξαιρετικά στενής συμβίωσης μεταξύ των κοινωνικοτεχνικών αναγκών και των απαντήσεων που παρέχονται από τις πολεοδομικές επιλογές. Η ωρολογοποιία έχει δημιουργήσει μια αξιοσημείωτη αρχιτεκτονική τυπολογία στην κτιστή δομή. Οι κατοικίες, που έχουν σχεδιαστεί για κατ’ οίκον εργασία, δημιουργούν έναν ομοιογενή και ορθολογικό αστικό ιστό που είναι ανοιχτός προς τα έξω. Οι δύο πόλεις μαρτυρούν την αδιάλειπτη συνέχιση μιας ζωντανής και παγκοσμίου φήμης παράδοσης ωρολογοποιίας, η οποία κατάφερε να αντιμετωπίσει τις κοινωνικο-τεχνικές και οικονομικές κρίσεις του σύγχρονου κόσμου.[4]

Αξιοθέατα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

H Βίλα Jeanneret-Perret

Στη Σω ντε Φον γεννήθηκε ο διάσημος αρχιτέκτονας Λε Κορμπυζιέ.[10] Στην πόλη υπάρχουν μερικά από τα πρώτα κτίρια που σχεδίασε:

  • Βίλα Fallet (1905-6), τη σχεδίασε σε ηλικία 17 ετών υπό την επίβλεψη του καθηγητή του, ήταν η πρώτη του κατασκευή
  • Βίλα Stotzer (1907), ήταν η δεύτερη κατασκευή του
  • Βίλα Jeanneret-Perret (1912), γνωστή και ως Λευκός Οίκος (Maison Blanche), σχεδιάστηκε ως οικία των γονιών του αρχιτέκτονα
  • Βίλα Turque ή Βίλα Schwob (1912-6), η πρώτη κατασκευή στην οποία αρχίζουν να αναπτύσσονται τα βασικά γνωρίσματα της αρχιτεκτονικής του

Άλλα σημεία ενδιαφέροντος στην πόλη είναι:

  • Το Διεθνές Μουσείο ωρολογοποιίας, ιδρύθηκε το 1902, φιλοξενεί πάνω από 4.500 αντικείμενα [11]
  • Το Μουσείο καλών Τεχνών, εγκαινιάστηκε το 1926[12]
  • Το Ιστορικό Μουσείο, φιλοξενείται σε ένα αστικό μέγαρο του 19ου αιώνα

Οίκοι ωρολογοποιίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πάγκος εργασίας του ωρολογοποιού Louis Brandt, ιδρυτή της Omega

Μερικές από τις βιομηχανίες κατασκευής ρολογιών που ξεκίνησαν από τη Λα Σω ντε Φον είναι:

  • Invicta 1837
  • Omega 1848
  • Girard-Perregaux Manufacture 1856
  • Vulcain 1858[13]
  • Movado 1881[14]
  • Solvil et Titus 1887
  • Eberhard & Co 1887[15]
  • Rotary 1895[16]
  • Schwarz 1902[17]
  • Venus 1902[18]
  • Ebel 1911
  • Corum 1955[19]


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 «Arealstatistik Standard - Gemeinden nach 4 Hauptbereichen». Federal Statistical Office. Ανακτήθηκε στις 13  Ιανουαρίου 2019.
  2. (Αγγλικά) GeoNames. 2005. 2660076. Ανακτήθηκε στις 20  Δεκεμβρίου 2021.
  3. «Statistiques - Population». Επίσημος ιστότοπος της Λα Σω ντε Φον. Ανακτήθηκε στις 1 Μαΐου 2022. 
  4. 4,0 4,1 «La Chaux-de-Fonds / Le Locle, Watchmaking Town Planning». Ουνέσκο. Ανακτήθηκε στις 27 Απριλίου 2022. 
  5. «Memento statistique». Επίσημος ιστότοπος της Λα Σω ντε Φον. Ανακτήθηκε στις 1 Μαΐου 2022. 
  6. «Statistiques - Espace et environnement». Επίσημος ιστότοπος της Λα Σω ντε Φον. Ανακτήθηκε στις 1 Μαΐου 2022. 
  7. 7,0 7,1 Jean-Marc Barrelet (25 Φεβρουαρίου 2010). «La Chaux-de-Fonds». Dictionnaire historique de la Suisse. Ανακτήθηκε στις 27 Απριλίου 2022. 
  8. «La Chaux-de-Fonds». Ελβετικός Οργανισμός Τουρισμού. Ανακτήθηκε στις 27 Απριλίου 2022. 
  9. Καρλ Μαρξ (2002). «Τόμος Α', Μέρος τέταρτο, κεφάλαιο 12ο, 3. Οι δυο βασικές μορφές της μανουφακτούρας: ετερογενής μανουφακτούρα και οργανική μανουφακτούρα, σημείωση 32». Το Κεφάλαιο. Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή. σελ. 359. ISBN 960-224-012-1. 
  10. «Works-Buildings». Fondation Le Corbusier. Ανακτήθηκε στις 2 Μαΐου 2022. 
  11. «Musée international d'horlogerie». Επίσημος ιστότοπος της Λα Σω ντε Φον. Ανακτήθηκε στις 2 Μαΐου 2022. 
  12. «Histoire du Musée des beaux-arts». MUSÉE DES BEAUX-ARTS LA CHAUX-DE-FONDS. Ανακτήθηκε στις 2 Μαΐου 2022. 
  13. «HISTORY». Vulcain S.A., Official Website. Ανακτήθηκε στις 3 Μαΐου 2022. 
  14. «HISTORY OF THE MOVADO GROUP». MOVADO GROUP, Official Website. Ανακτήθηκε στις 3 Μαΐου 2022. 
  15. «THE HISTORY OF EBERHARD & CO». EBERHARD & CO, Official Website. Ανακτήθηκε στις 3 Μαΐου 2022. 
  16. «OUR ROOTS». Rotary Watches, Official Website. Ανακτήθηκε στις 3 Μαΐου 2022. 
  17. «HISTORY». Schwarz Etienne, Official Website. Ανακτήθηκε στις 3 Μαΐου 2022. 
  18. «VENUS WATCHES – A PROUD HISTORY CONTINUES». VENUS WATCHES, Official Website. Ανακτήθηκε στις 3 Μαΐου 2022. 
  19. «THE BRAND». CORUM Watches, Official Website. Ανακτήθηκε στις 3 Μαΐου 2022. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]