Λαφίτης του Ασκληπιού

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Λαφίτης του Ασκληπιού
Zamenis longissimus.jpg
Κατάσταση διατήρησης
Status iucn3.1 LC el.svg
Ελαχίστης Ανησυχίας (IUCN 3.1) [1]
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Υποσυνομοταξία: Σπονδυλωτά (Vertebrata)
Ομοταξία: Ερπετά (Reptilia)
Τάξη: Φολιδωτά (Squamata)
Υποτάξη: Φίδια (Serpentes)
Οικογένεια: Καινοφιίδαι (Colubridae)
Υποοικογένεια: Καινοφιίναι (Colubrinae)
Γένος: Zamenis
Είδος: Z. longissimus
Διώνυμο
Zamenis longissimus
Laurenti, 1768

Ο Λαφίτης του Ασκληπιού (Zamenis longissimus, παλιότερα Elaphe longissima) είναι ένα μη δηλητηριώδες φίδι, γηγενές της Ευρώπης. Ανήκει στην οικογένεια των Καινοφιίδων (colubridae). Δεδομένου πως φτάνει σε μήκος τα 2 μέτρα θεωρείται από τα μεγαλύτερα φίδια της Ευρώπης παρόλο που δεν είναι όσο ογκώδες όσο ο Λαφιάτης ή το Malpolon monspessulanus. Ο λαφίτης του Ασκληπιού έχει πολιτιστική και ιστορική σημασία λόγω του ρόλου του στην Ελληνική και Ρωμαϊκή μυθολογία και τον επακόλουθο συμβολισμό.

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το μέγεθος των φιδιών κατά την εκκόλαψη είναι περίπου 30 cm. Το μέγεθος των ενηλίκων συνήθως κυμαίνεται μεταξύ 110 και 160 cm. συνολικά (συμπεριλαμβανομένης της ουράς). Μπορεί να φτάσει τα 200 cm. με το μέγιστο καταγεγραμένο μήκος τα 225 cm.[2] Είναι μακρύ, λεπτό, σκούρο και συνήθως χαλκόχρωμο, με ομαλές λεπίδες που του δίνουν μια μεταλλική γυαλάδα.

Ανήλικο άτομο με τον χαρακτηριστικό χρωματισμό

Τα ανήλικα άτομα συγχέονται εύκολα με ανήλικα νερόφιδα που επίσης διαθέτουν κίτρινο περιλαίμιο το οποίο περιστασιακά παραμένει για κάποιο χρόνο και σε νεαρά ενήλικα άτομα. Το χρώμα τους είναι ανοιχτό πράσινο ή καφε-πράσινο με διάφορα σκουρόχρωμα μοτίβα κατά μήκων των πλευρών και της πλάτης τους. Το κεφάλι των ανήλικων επίσης διαθέτει χαρακτηριστικές σκούρες κηλίδες: μια κηλίδα σε σχήμα οπλής βρίσκεται πίσω από το κεφάλι και ανάμεσα στις κίτρινες λωρίδες του λαιμού. Μια οριζόντια λωρίδα ξεκινάει από το μάτι και ενώνεται με τα σημάδια στον λαιμό ενώ μια κάθετη λωρίδα συνδέει το μάτι με την 4η και 5η φολίδες του άνω χείλους.

Αν και δεν υπάρχει αισθητός σεξουαλικός διμορφισμός ως προς τον χρωματισμό, τα αρσενικά άτομα αναπτύσσουν αρκετά μακρύτερο μήκος από τα θηλυκά, πιθανώς λόγω της πιο σημαντικής συμβολής ενέργειας εκ μέρους των τελευταίων κατά τον αναπαραγωγικό κύκλο. Άλλες διαφορές, όπως και σε πολλά άλλα φίδια, περιλαμβάνουν την σχετικά μακρύτερη προς το συνολικό μήκος του σώματος ουρά και την ευρύτερη βάση της ουράς στα αρσενικά άτομα.

Η διάταξη των φολίδων περιλαμβάνει 23 σειρές ραχιάιων φολίδων στο μέσο του σώματος (σπανιότερα 19 ή 21), 211-250 κοιλιακές φολίδες, μια διαιρεμένη πρωκτική φολίδα, και 60-91 ζεύγη φολίδων στο κάτω μέρος της ουράς.[3] Οι κοιλιακές φολίδες σχηματίζουν οξεία γωνία στο σημείο συνάντησης του κάτω μέρους του σώματος με το πλαϊνό, πράγμα που ενισχύει την αναρριχητική ικανότητα του είδους. Η διάρκεια ζωής υπολογίζεται σε περίπου 25 με 30 χρόνια.[2]

Γεωγραφική κατανομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η συνεχής περιοχή εξάπλωσης του Zamenis longissimus longissimus, που πλέον αποτελέι τη μόνη αναγνωρισμένη μονοτυπική μορφή, καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος της Γαλλίας, (εκτός του Βορρά, περίπου μέχρι το γεωγραφικό πλάτος του Παρισιού), τα ισπανικά Πυρηναία και την ανατολική πλευρά των ισπανικών βόρειων παραλίων, την Ιταλία (εκτός από το Νότο και τη Σικελία), ολόκληρη τη Βαλκανική χερσονήσο και τμήματα της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης μέχρι περίπου τον 49ο παράλληλο στο ανατολικό τμήμα της περιοχής εξάπλωσης. Απομονωμένοι πληθυσμοί έχουν εντοπιστεί στα Κανταβρικά όρη, στη Δυτική Γερμανία, στα βορειοδυτικά της Τσεχικής Δημοκρατίας (κοντά στο Κάρλοβι Βάρι, που επί του παρόντος αποτελεί και τη βορειότερη γνωστή φυσική παρουσία του είδους) και στη νότια Ουκρανία. Βρίσκεται επίσης στη βόρεια Τουρκία, το νότιο Αζερμπαϊτζάν και το βορειοδυτικό Ιράν.[4]

Σύμφωνα με στοιχεία από τη μελέτη απολιθώματων, η εξάπλωση του είδους στη θερμότερη Ατλαντική περίοδο (περίπου 8000-5000 χρόνια πριν) της Ολόκαινου έφτανε προς Βορρά ως τη Δανία. Ο σημερινός τσεχικός πληθυσμός θεωρείται πλέον αυτόχθον απομεινάρι της εν λόγω μέγιστης κατανομής με βάση τα αποτελέσματα γενετικών αναλύσεων, πράγμα που μάλλον ισχύει και για τους γερμανικούς πληθυσμούς. Τα απολιθώματα επίσης δείχνουν ότι κατά τη διάρκεια προηγούμενων μεσοπαγετώνιων περιόδων πληθυσμοί ζούσαν και στη Βρετανία, αλλά οδηγήθηκαν Νότια αργότερα κατά τη διάρκεια μεταγενέστερων παγετωνικών περιόδων. Τέτοιες επαναλαμβανόμενες διακυμάνσεις της εξάπλωσης του είδους στην Ευρώπη εξαιτίας των κλιματολογικών συνθηκών φαίνεται να έχουν συμβεί πολλές φορές κατά το Πλειστόκαινο.[5]

O V.L. Laughlin διατύπωσε την υπόθεση πως τμήματα της γεωγραφικής κατανομής του είδους μπορεί να είναι το αποτέλεσμα της σκόπιμης απελευθέρωσης των φιδιών από τους Ρωμαίους από τους ναούς του Ασκληπιού, όπου τα φίδια έπαιζαν σημαντικό ρόλο στις ιατρικές τελετές και τη λατρεία του θεού.[6][7] Υπάρχουν πλέον δύο πληθυσμοί στη Βρετανία που προέρχονται από ζώα που έχουν δραπετεύσει από την αιχμαλωσία. Ο παλιότερος πληθυσμός, στη βόρεια Ουαλία, έχει επιβιώσει και αναπαράγεται εδώ και τουλάχιστον 30 χρόνια.[8] Ο δεύτερος, νεότερος πληθυσμός, βρίσκεται στο Regent's Park του Λονδίνου. Υπάρχουν υποψίες πως η αποικία υπήρχε για έναν αριθμό ετών χωρίς να γίνει αντιληπτή.[9]

Ενδιαιτήματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο νότο, η εξάπλωση του λαφίτη του Ασκληπιού δείχνει να συμπίπτει με την οριογραμμή μεταξύ φυλλοβόλων δασών πλατύφυλλων και μεσογειακών θαμνώνων, με τους τελευταίους να είναι μάλλον πολύ ξηροί για το είδος. Βόρεια, η γραμμή της παρουσιάς τους δείχνει να καθορίζεται από την θερμοκρασία.[2]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. IUCN Red List of Threatened Species
  2. 2,0 2,1 2,2 Edgar P, Bird DR. (2006). «Action Plan for the Conservation of the Aesculapian Snake (Zamenis longissimus) in Europe». Strasbourg: Council of Europe: Convention on the Conservation of European Wildlife and Natural Habitats. Standing Committee, 26th meeting, 27–30 November 2006. https://wcd.coe.int/com.instranet.InstraServlet?command=com.instranet.CmdBlobGet&InstranetImage=1302973&SecMode=1&DocId=1437420&Usage=2. 
  3. Arnold, E. N. (2003). Reptiles and amphibians of Europe. Princeton and Oxford: Princeton University Press. 
  4. «Zamenis longissimus. The IUCN Red List of Threatened Species». The IUCN Red List of Threatened Species. 2009. http://www.iucnredlist.org/details/157266/0. 
  5. Musilova R, Zavadil V, Marková S, Kotlík P. 2010. Relics of the Europe’s warm past: Phylogeography of the Aesculapian snake. Molecular Phylogenetics and Evolution 57 :1245-1252.
  6. Laughlin VL. 1962. "The Aesculapian Staff and the Caduceus as Medical Symbols", J. Int. Col. Surgeons 37 (4): 82-92.
  7. Schmidt KP, Inger RF. 1957. Living Reptiles of the World. Garden City, New York: Hanover House. 287 pp. ISBN 978-0241903445. (p. 211).
  8. BBC - Press Office - Wild snake caught on film in north Wales
  9. Feature: "The Camden Creature" - An amphibian and reptile trust says our waterways are alive with some exotic creatures | Islington Tribune