Λάμπρος Κουτσονίκας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Λάμπρος Κουτσονίκας
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση1799
Σούλι Θεσπρωτίας
Θάνατος2  Ιουνίου 1879
Αγρίνιο
ΕθνικότηταΈλληνες
Χώρα πολιτογράφησηςΟθωμανική Αυτοκρατορία
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταστρατιωτικός
ιστορικός
Οικογένεια
ΓονείςΓιάννος Κουτσονίκας
ΑδέλφιαΑθανάσιος Κουτσονίκας
ΟικογένειαΦάρα Κουτσονίκα
Στρατιωτική σταδιοδρομία
Πόλεμοι/μάχεςΕλληνική Επανάσταση του 1821
Σελίδα τίτλου της Γενικής Ιστορίας της Ελληνικής Επανάστασης από τον Λάμπρο Κουτσονίκα, Αθήνα 1863. [1]

Ο Λάμπρος Κουτσονίκας (Σούλι, 1799 - Αγρίνιο, 2 Ιουνίου 1879) ήταν σπουδαίος Σουλιώτης αγωνιστής, παρά το νεαρό της ηλικίας του, στην Επανάσταση του 1821, αξιωματικός του στρατού καθώς και ιστοριογράφος του Σουλίου, της Αλβανίας και της Ελληνικής Επανάστασης.[2]

Ήταν γιος του Γιάννου Κουτσονίκα, Σουλιώτη αγωνιστή της φάρας Κουτσονίκα, και της Ελένης, μικρότερος αδελφός του Αθανασίου Κουτσονίκα. Ο πατέρας του και ο θείος του σκοτώθηκαν το 1804 στη Μάχη του Σέλτσου εναντίον των Αλβανών του Αλή Πασά. Ο Λάμπρος, παιδί ακόμη εκείνη την εποχή, πιάστηκε αιχμάλωτος από το στρατό του Αλή Πασά μαζί με τη μητέρα και τον αδερφό του.

Αργότερα, ο Λάμπρος αγωνίστηκε ως επικεφαλής μιας ένοπλης μονάδας κατά την Επανάσταση του 1821. Κατά τη διάρκεια της Επανάστασης υπηρέτησε στον ελληνικό στρατό και προήχθη στο βαθμό του πεντακοσίαρχου (επικεφαλής 500 ανδρών).

Με την έλευση του βασιλέα Όθωνα κατατάχτηκε στη Βασιλική Φάλαγγα και μετέπειτα στο στρατό, από τον οποίο αποστρατεύθηκε επί βασιλέως Γεωργίου Α΄.

Συνέγραψε τη «Γενική Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως», που δημοσιεύθηκε το 1863-64 στην Αθήνα. Ο πρώτος τόμος του έργου του περιέχει ένα μεγάλο κεφάλαιο για την ιστορία του Σουλίου και των Σουλιωτών και είναι μια από τις λίγες βασικές πηγές του θέματος γραμμένη από Σουλιώτη. [3] Ο Κουτσονίκας, βασισμένος στην προφορική παράδοση, αναφέρει ότι οι Σουλιώτες αντιστάθηκαν στην οθωμανική εισβολή από τον 15ο αιώνα και παρέμειναν ελεύθεροι και ανεξάρτητοι μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα, και ήταν οι πρώτοι που εξεγέρθηκαν το 1820. [4]

Πέθανε σε βαθύ γήρας[2] στο Αγρίνιο στις 2 Ιουνίου 1879[5].

Το όνομα της φάρας του αναφέρεται σε μερικά από τα σουλιώτικα τραγούδια, που δημοσιεύθηκαν αρχικά από τον Κλοντ Φοριέλ το 1823 και αναδημοσιεύθηκαν αργότερα από άλλους. [6] Από αυτήν τη φάρα (οικογένεια), προέρχονταν και οι αγωνιστές Καραΐσκος Κουτσονίκας, Ιωάννης Κουτσονίκας, Γεώργιος Κουτσονίκας και Χρήστος Κουτσονίκας, που όλοι συμμετείχαν ως αξιωματικοί της Βασιλικής Φάλαγγας.[2]

Έργα του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • "Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια" τομ.ΙΕ΄, σελ.96.

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]