Κωνσταντίνος Κομνηνός Δούκας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Κωνσταντίνος Κομνηνός Δούκας
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση 1172
Θάνατος 1242
Χώρα πολιτογράφησης Βυζαντινή Αυτοκρατορία
Θρησκεία Ορθόδοξη Εκκλησία
Οικογένεια
Γονείς Ιωάννης Δούκας
Αδέλφια Θεόδωρος Κομνηνός Δούκας
Μανουήλ Κομνηνός Δούκας
Συγγενείς Ισαάκιος Κομνηνός Δούκας (ετεροθαλής αδελφός από πατέρα), Αλέξιος Κομνηνός Δούκας (ετεροθαλής αδελφός από πατέρα) και Μιχαήλ Α΄ Κομνηνός Δούκας (ετεροθαλής αδελφός από πατέρα)
Οικογένεια Οίκος Αγγέλων
Αξιώματα και βραβεύσεις
Αξίωμα Δεσπότης

Ο Κωνσταντίνος Κομνηνός Δούκας Άγγελος (περ. 1172 - μετά το 1242) από τον Οίκο των Αγγέλων ήταν κυβερνήτης της Ακαρνανίας & Αιτωλίας (1215-π. 1242). Αναφέρεται και ως Κωνσταντίνος Δούκας[1].

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ήταν ο τέταρτος γιος του Ιωάννη σεβαστοκράτορος και της Ζωής Δούκαινας. Μεγαλύτεροι αδελφοί του ήταν οι Ισαάκ και Αλέξιος (μάλλον από πρώτη σύζυγο του πατέρα του) και ο νόθος Μιχαήλ Α΄ ιδρυτής του δεσποτάτου της Ηπείρου. Νεότερα αδέλφια του ήταν οι Θεόδωρος και Μανουήλ[2].

Δεν ξέρουμε πολλά για τη ζωή του[3]. Μάλλον είναι ο Κωνσταντίνος Δούκας, που στις 12 Απριλίου 1204 -την παραμονή της πτώσης της Κωνσταντινούπολης από την Δ΄ Σταυροφορία- συναγωνίστηκε με τον Κωνσταντίνο Λάσκαρη για το Αυτοκρατορικό στέμμα[4]. Περί το 1208 συνόδευσε τον εξάδελφό του και έκπτωτο Αυτοκράτορα Αλέξιο Γ΄ Άγγελο, που είχε ζητήσει καταφύγιο στην Αυλή της Ηπείρου, στο σουλτανάτο του Ρουμ. Από εκεί ο Αλέξιος Γ΄ με την υποστήριξη των Σελτζούκων, προσπάθησε ανεπιτυχώς (με τη μάχη του Μαιάνδρου) να ανακτήσει την Αυτοκρατορία στη Νίκαια[3].

Όταν ο Κωνσταντίνος επέστρεψε στην Ήπειρο, έγινε κυβερνήτης της Ακαρνανίας και Αιτωλίας με πρωτεύουσα τη Ναύπακτο, μάλλον μετά τη διαδοχή τού αδελφού του Θεοδώρου ως δεσπότη της Ηπείρου το 1215[1]. Το επόμενο έτος συνόδευσε τον Θεόδωρο στην εκστρατεία του εναντίον της Βουλγαρίας[3]. Η διακυβέρνηση τού Κωνσταντίνου ήταν επιτυχής, καθώς ανέκτησε τις Νέες Πάτρες (Υπάτη) και τη Λαμία από τους Λατίνους κυριάρχους τους[5]. Η εξουσία του διαταράχθηκε από τη σύγκρουσή του με τον Ιωάννη Απόκαυκο επίσκοπο της Ναυπάκτου, ο οποίος διαμαρτυρήθηκε για την αυταρχική κυριαρχία αυτού και τις φορολογικές απαιτήσεις που ζητούσε από το λαό. Η διαμάχη κορυφώθηκε με την έκπτωση και την εξορία τού επισκόπου το 1220. Όμως το επόμενο έτος έγινε Σύνοδος με αντιπροσώπους των περισσότερων από τις κυριότερες επισκοπές της Ελλάδας και της Ηπείρου για την επίλυση του θέματος και ο Ιωάννης αποκαταστάθηκε στην επισκοπή[6]. Οι σχέσεις των δύο ανδρών έγιναν εγκάρδιες, μάλιστα ο Απόκαυκος έγραψε ένα εγκώμιο προς τιμήν του Κωνσταντίνου[7].

Το 1225 ο Θεόδωρος κατέλαβε τη Θεσσαλονίκη και αυτοανακηρύχθηκε «αυτοκράτορας». Στα αδέλφια του Κωνσταντίνο και Μανουήλ έδωσε τον τίτλο του "δεσπότη"[8]. Οι μετέπειτα δραστηριότητες του Κωνσταντίνου δεν είναι σαφείς· μάλλον δεν συμμετείχε στην καταστροφική μάχη της Κλοκοτνίτσας το 1230, όπου ο Θεόδωρος αιχμαλωτίστηκε. Τότε ο Μανουήλ ανέλαβε «αυτοκράτορας» στη Θεσσαλονίκη και ο Κωνσταντίνος συνέχισε ως κυβερνήτης της Ακαρνανίας και Αιτωλίας. Το 1237 ο Θεόδωρος ελευθερώθηκε από τους Βουλγάρους και επέστρεψε. Ο Κωνσταντίνος τον υποστήριξε στο να λάβει πίσω την εξουσία του. Μνημονεύεται το 1242 για τελευταία φορά και πρέπει να απεβίωσε λίγο αργότερα[9].

Οικογένεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δεν γνωρίζουμε αν είχε νυμφευθεί ή αν είχε τέκνα[1][10].


Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 Polemis (1968), σελ. 91
  2. Varzos (1984), σελ. 656
  3. 3,0 3,1 3,2 Varzos (1984), σελ. 657
  4. Varzos (1984), σελ. 664
  5. Varzos (1984), σελ. 565
  6. Varzos (1984), σσ. 658–661
  7. Varzos (1984), σσ. 661–662
  8. Varzos (1984), σελ. 662
  9. Varzos (1984), σελ. 663
  10. Varzos (1984), σσ. 663–664

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Polemis, Demetrios I. (1968): The Doukai: A Contribution to Byzantine Prosopography', The Athlone Press, Λονδίνο
  • Varzos, Konstantinos (1984): Η Γενεαλογία των Κομνηνών, Τόμος Β΄ [The Genealogy of the Komnenoi, Volume II] (PDF) (in Greek). Thessaloniki: Byzantine Research Centre. σσ. 656–664