Κλαδόρυγχος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Κλαδόρυγχος
Κλαδόρυγχοι στη Νήσο Ρότνεστ της Δυτικής Αυστραλίας
Κλαδόρυγχοι στη Νήσο Ρότνεστ της Δυτικής Αυστραλίας
Κατάσταση διατήρησης
Status iucn3.1 LC el.svg
Ελαχίστης Ανησυχίας (IUCN 3.1)
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Πτηνά (Aves)
Τάξη: Χαραδριόμορφα (Charadriiformes)
Οικογένεια: Ανωραμφίδες (Recurvirostridae)
Γένος: Κλαδόρυγχος (Cladorhynchus) G. R. Gray, 1840 M
Είδος: C. leucocephalus
Διώνυμο
Cladorhynchus leucocephalus (Κλαδόρυγχος ο λευκοκέφαλος)
(Vieillot, 1816)

Ο Κλαδόρυγχος είναι παρυδάτιο καλοβατικό πτηνό της οικογενείας των Ανωραμφιδών, που απαντά αποκλειστικά στην Αυστραλία. Η επιστημονική ονομασία του είδους είναι Cladorhynchus leucocephalus και δεν περιλαμβάνει υποείδη (μονοτυπικό). [1]

  • Ο κλαδόρυγχος ανήκει στην -άτυπη ταξινομικά- «ομάδα» των «καλαμοκανάδων», η οποία αντιστοιχεί με την αγγλική stilt, όπου κατατάσσονται και οι καλαμοκανάδες. [1]

Τάση παγκόσμιου πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Σταθερή → [2]

Ονοματολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επιστημονική ονομασία του γένους Cladorhynchus είναι εκλατινισμένη απόδοση της ελληνικής κλαδόρυγχος, από τα επί μέρους συνθετικά κλάδος + ρύγχος. [3] Ωστόσο, παραμένει άγνωστος ο λόγος ονοματοδοσίας, πέραν του πιθανού: «ράμφος σαν κλαδί» [εκκρεμεί παραπομπή]

Ο όρος leucocephalus στην επιστημονική ονομασία του είδους είναι, επίσης, εκλατινισμένη απόδοση της ελληνικής λεπτοκέφαλος, με σαφή αναφορά στο λευκό κεφάλι του πτηνού.

Η αγγλική ονομασία του είδους (Banded stilt), «ζωνωτός καλαμοκανάς», παραπέμπει στην χαρακτηριστική σκουρόχρωμη λωρίδα στο στήθος του πτηνού (βλ Μορφολογία).

Συστηματική ταξινομική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το είδος περιγράφηκε από τον Γάλλο ορνιθολόγο Λ. Βιεϊγιό (Louis Jean Pierre Vieillot, 1748 – 1831), ως Recurvirostra leucocephala [«L'avocette a tete blanche»] [4] (Βικτόρια, Αυστραλία, 1816). [5] Τοποθετήθηκε στο γένος Cladorhynchus από τον Άγγλο ζωολόγο Τ. Γκρέι (George Robert Gray, 1808 – 1872), το 1840. [6]

Το γένος Cladorhynchus συνδέεται φυλογενετικά με τα γένη Himantopus και Avoceta που, μαζί, απαρτίζουν την οικογένεια των Ανωραμφιδών. [7] Φυλογενετικές αναλύσεις των ετών 1978 και 1995 με βάση την συμβατότητα χαρακτήρων (character compatibility) έδειξαν ότι, το γένος Cladorhynchus αποτελεί αδελφικό γκρουπ με το Avosetta, με το γένος Himantopus να αποτελεί πρωιμότερο κλάδο. [8][9]

Γεωγραφική εξάπλωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το είδος απαντά αποκλειστικά στην Αυστραλία (Αυστραλασιανή οικοζώνη), ως ενδημικό της νήσου. Συγκεκριμένα, ανευρίσκεται κυρίως σε διάσπαρτους ηπειρωτικούς θύλακες της Δυτικής και Νότιας Αυστραλίας, καθώς και μερικών παράκτιων νησιών (κυρίως το Rottnest), ως μεταναστευτικό πτηνό. [1][10][11][12]

Ωστόσο, στα δυτικά της ηπείρου, οι κλαδόρυγχοι μπορεί να βρεθούν μέχρι το «ύψος» του Port Hedland. Σε άλλες περιοχές, έχουν παρατηρηθεί στην ευρύτερη λεκάνη απορροής της Λίμνης Έυρ, στο Port Phillip και στην Wimmera. Επίσης «ανεβαίνουν» μέχρι τα σύνορα με το Κουίνσλαντ και την Βόρεια Επικράτεια και έχουν καταγραφεί στις μικρολίμνες απορροής των Alice Springs και Erldunda.

  • Στην Τασμανία, δεν απαντά κανονικά, αλλά είχαν καταγραφεί αρκετοί περιπλανώμενοι πληθυσμοί το 1981. [13]

Βιότοπος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι κλαδόρυγχοι είναι καλοβατικά πτηνά ρηχών υγροτόπων με αλμυρό ή υπεραλμυρό νερό, σε ηπειρωτικές και παράκτιες περιοχές της Αυστραλίας (βλ. Γεωγραφική εξάπλωση). Αναπαράγονται σε νησίδες που σχηματίζονται σε περιστασιακές ηπειρωτικές αλμυρές λίμνες, μετά την εισροή άφθονου γλυκού νερού κατά τις βροχοπτώσεις.

Εκτός περιόδου αναπαραγωγής, απαντούν σε αλυκές, λιμνοθάλασσες, αλίπεδα και πλατώματα μεταξύ των παλιρροιών, σπανιότερα σε εκβολές ποταμών. Περιστασιακά, ανευρίσκεται σε υφάλμυρα ή γλυκά ύδατα, όπως σε μικροφράγματα αγροκτημάτων και μικρές λίμνες απορροής λυμάτων. [13]

Πέραν αυτών των περιοχών, έγινε προσπάθεια αναπαραγωγής του είδους στο Εθνικό Πάρκο Coorong της Νότιας Αυστραλίας, κατά τη διάρκεια περιόδου που, η αλατότητα στην περιοχή των Κάτω Λιμνών (Lower Lakes), ήταν υπερβολικά αυξημένη λόγω της μείωσης των περιφερικών εισροών ύδατος στα κατάντη του ποταμού Μάρεϊ. [14]

Μορφολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο κλαδόρυγχος, όπως οι καλαμοκανάδες είναι ένα από τα πλέον αναγνωρίσιμα παρυδάτια πτηνά, με το χαρακτηριστικό ασπρόμαυρο πτέρωμα και τους, επίσης χαρακτηριστικούς, εξαιρετικά μακρείς ταρσούς του.

Οι ενήλικες στο αναπαραγωγικό πτέρωμα είναι, κυρίως, λευκού χρώματος με μαύρες πτέρυγες και ευρεία, καλώς οριοθετημένη ζώνη σχήματος «U», καστανού χρώματος κατά πλάτος του στήθους. [5] Το κεντρικό τμήμα της πάνω επιφάνειας της ουράς έχει απαλό γκρι-καφέ χρώμα. [15] Το λεπτό ράμφος είναι μαύρο, με μέγεθος διπλάσιο του κεφαλιού και είναι ίσιο ή ελαφρα΄. Η ίριδα είναι σκούρα καφέ, ενώ οι ταρσοί και τα πόδια έχουν σκούρο κόκκινο-ροζ χρώμα. Οι πτέρυγες είναι μακριές και λεπτές και έχουν 11 πρωτεύοντα ερετικά φτερά, με μεγαλύτερο το 10ο. [16]

Αποικία κλαδόρυγχων στην Αυστραλία

Κατά την πτήση, οι πτέρυγες φαίνονται μαύρες, όταν παρατηρούνται από πάνω, αλλά διακρίνεται λευκή γραμμή οριοθέτησης στα άκρα των εσωτερικών πρωτευόντων. Όταν παρατηρούνται από κάτω, οι πτέρυγες φαίνονται λευκές με σκούρες άκρες. Τα άσπρα φτερά στο κεφάλι και τον λαιμό έχουν ανοικτόγκριζες βάσεις, αλλά καλύπτονται και δεν είναι εμφανείς. [17]

Το μη-αναπαραγωγικό πτέρωμα είναι παρόμοιο, αλλά η ζώνη στο στήθος είναι λιγότερο οριοθετημένη, συχνά με σταχτί-καφέ απόχρωση ή λευκά στίγματα. Οι ταρσοί γίνονται πιο ανοιχτόχρωμοι ή πορτοκαλί-ροζ. Δεν υφίσταται διαφορά στο πτέρωμα των φύλων, ούτε κάποια γεωγραφική διαφοροποίηση. [17]

Τα νεαρά πουλιά μοιάζουν με τους ενήλικες, αλλά στερούνται της ζώνης στο στήθος και έχουν γκριζωπούς χαλινούς και μέτωπο. Το μαύρο στις πτέρυγες είναι, συχνά, πιό «θαμπό». Αποκτούν το πτέρωμα των ενηλίκων κατά το 2ο έτος της ζωής τους. Οι ταρσοί και τα πόδια τους είναι γκρίζα, αποκτώντας όλο και πιο ροζ χρώμα μέχρι την ενηλικίωση. [17]

Βιομετρικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Μήκος σώματος: 35 έως 43 εκατοστά
  • Άνοιγμα πτερύγων: 55 έως 68 εκατοστά
  • Μήκος ταρσού: ♂ 8,7 εκατοστά, ♀ 8,0 εκατοστά, κατά μέσον όρο
  • Βάρος: 220 έως 260 γραμμάρια

Τροφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όπως και τα άλλα μέλη της οικογένειας, οι κλαδόρυγχοι τρέφονται με μικρά Καρκινοειδή (κυρίως Artemia spp.) [18] και υδρόβια Έντομα, Μαλάκια, ψάρια και κάποιο φυτικό υλικό. [3]

Ηθολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

«Οπορτουνιστικό» είδος, ο κλαδόρυγχος περιμένει έως ότου έλθει η περίοδος των βροχών και γεμίσουν οι μεγάλες, προσωρινές αλμυρές στο άγονο εσωτερικό της Αυστραλίας, όπου συρρέουν οι πληθυσμοί του για να σχηματίσουν μεγάλες αποικίες αναπαραγωγής. Δεδομένου, λοιπόν, ότι εξαρτάται από τις βροχοπτώσεις, το είδος θεωρείται ότι αναπαράγεται μόνο μία (1) φορά, ετησίως ή κάθε δύο χρόνια. [18] Ο κλαδόρυγχος ταξιδεύει πολύ μεγάλες αποστάσεις στο εσωτερικό της Αυστραλίας για να έλθει να αναπαραχθεί στις αλμυρές λίμνες της ερήμου, όταν αυτές έχουν περισσότερο νερό έτσι, ώστε η αλμυρότητά του να μην είναι απαγορευτική για το φώλιασμα.

Ωστόσο, προκαλεί απορία στην επιστημονική κοινότητα το γεγονός ότι, «οσμίζεται» το νερό της βροχής που έχει πέσει, από εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά. Τα δεδομένα από τα συνδεδεμένα συστήματα εντοπισμού (GPS) σε πειράματα έδειξαν ότι, τα πουλιά μετακινούνται πολύ πιο γρήγορα και περισσότερο από τα περισσότερα άλλα υδρόβια πτηνά. Ένα (1) άτομο καταγράφηκε να ταξιδεύει περισσότερα από 2.200 χιλιόμετρα σε δυόμιση ημέρες από τη Λίμνη Έυρ σε μιαν άλλη εφήμερη λίμνη που είχε γεμίσει με νερό. Ένα άλλο πουλί πέταξε 1.500 χιλιόμετρα σε έξι ημέρες.

  • Το πιθανότερο είναι πως, τα πουλιά «διαισθάνονται» την βροχή που έχει πέσει εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά, αναταποκρινόμενα στις αλλαγές της βαρομετρικής πίεσης, τους διαδοχικούς ήχους των βροντών ή τις αστραπές, ακόμη και από τη «μυρωδιά» της βροχής που μεταφέρεται με τους ανέμους σε μεγάλες αποστάσεις.

Αναπαραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα οικοσυστήματα αναπαραγωγής (βλ. Βιότοπος), ο κλαδόρυγχος φωλιάζει σε νησιά πολύ χαμηλού υψομέτρου (1-1,5 μ.) ή σε γλώσσες ξηράς κοντά σε λίμνες, με λίγη ή καθόλου βλάστηση. Γενικά, η αναπαραγωγικές συνήθειες του είδους δεν είναι καλά μελετημένες, [3] αλλά η γέννα περιλαμβάνει (3-) 4 αβγά και την επώαση αναλαμβάνουν και τα δύο φύλα και οι νεοσσοί είναι φωλεόφυγοι.

Αντίθετα με τα συγγενικά είδη που φροντίζουν ξεχωριστά τα μικρά τους για αρκετούς μήνες, οι κλαδόρυγχοι συγκεντρώνουν όλους τους νεοσσούς σε μεγάλους «βρεφονηπιακούς σταθμούς», που μπορεί να περιλαμβάνουν αρκετές εκατοντάδες άτομα. [18]

Κατάσταση πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αν και κατατάσσεται στα Ευάλωτα (VU) είδη στην εθνική λίστα της Νότιας Ουαλίας στην Αυστραλία, το είδος δεν κινδυνεύει σε παγκόσμιο επίπεδο και κατατάσσεται από την IUCN, στα Ελαχίστης Ανησυχίας (LC). [2]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Chu, Philip C. (1995). Phylogenetic reanalysis of Strauch's osteological data set for the Charadriiformes. The Condor 97 (1): 174–96.
  • Delany, S.; Scott, D. 2006. Waterbird population estimates. Wetlands International, Wageningen, The Netherlands.
  • del Hoyo, J., Elliott, A., and Sargatal, J. 1996. Handbook of the Birds of the World, vol. 3: Hoatzin to Auks. Lynx Edicions, Barcelona, Spain.
  • Gray, George Robert (1840). A list of the genera of birds, with an indication of the typical species of each genus (2nd ed.). London, United Kingdom: John E. Taylor. p. 89.
  • Hollands, David Waders: the shorebirds of Australia Bloomings Books Pty Ltd, Melbourne, Australia (2012). ISBN 9781876473808
  • IUCN. 2012. IUCN Red List of Threatened Species (ver. 2012.1). Available at:http://www.iucnredlist.org. (Accessed: August 2015).
  • Marchant, Stephen; Higgins, Peter Jeffrey (eds.) (1993). Handbook of Australian, New Zealand and Antarctic Birds. Vol. 2: Raptors to Lapwings. Melbourne, Victoria: Oxford University Press. ISBN 0-19-553069-1.
  • Snow, D.W. and Perrins, C.M. 1998. The Birds of the Western Palearctic, Volume 1: Non-Passerines. Oxford University Press, Oxford.
  • Vieillot, Louis Jean Pierre (1816). Nouveau Dictionnaire d'Histoire Naturelle, appliquée aux arts, à l'Agriculture, à l'Écomomie rurale et domestique, à la Médecine, etc. Par une société de naturalistes et d'agriculteurs (in French) 3. Paris, France: Chez Deterville. p. 103.
  • Whitlock Lawson & Frederick Bulstrode (1904). A visit to Rottnest Island. The Emu 4 (3): 129–32. doi:10.1071/MU904129.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • «Το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλουμένων Σπονδυλοζώων της Ελλάδας» (RDB), Αθήνα 1992
  • Bertel Bruun, Birds of Britain and Europe, Hamlyn 1980.
  • Bob Scott and Don Forrest, The Birdwatcher’s Key, Frederick Warne & Co, 1979
  • Christopher Perrins, Birds of Britain and Europe, Collins 1987.
  • Colin Harrison & Alan Greensmith, Birds of the World, Eyewitness Handbooks, London 1993
  • Colin Harrison, Nests, Eggs and Nestlings Of British and European Birds, Collins, 1988.
  • Dennis Avon and Tony Tilford, Birds of Britain and Europe, a Guide in Photographs, Blandford 1989
  • Detlef Singer, Field Guide to Birds of Britain and Northern Europe, The Crowood Press, Swindon 1988
  • Enticott Jim and David Tipling: Photographic Handbook of the Seabirds of the World, New Holland, 1998
  • Gray, Mary Taylor The Guide to Colorado Birds, Westcliffe Publishers, 1998
  • Handrinos & Akriotis, The Birds of Greece, Helm 1997
  • Hermann Heinzel, RSR Fitter & John Parslow, Birds of Britain and Europe with North Africa and Middle East, Collins, 1995
  • Howard and Moore, Checklist of the Birds of the World, 2003.
  • Jim Flegg, Field Guide to the Birds of Britain and Europe, New Holland, London 1990
  • Jobling, J. 1991. A dictionary of scientific bird names. University Press, Oxford.
  • Killian Mullarney, Lars Svensson, Dan Zetterström, Peter J. Grant, Τα Πουλιά της Ελλάδας Της Κύπρου και της Ευρώπης, ΕΟΕ, 2007
  • Killian Mullarney, Lars Svensson, Dan Zetterström, Peter J. Grant, Τα Πουλιά της Ελλάδας Της Κύπρου και της Ευρώπης, Collins
  • Linnaeus, Carolus (1758). Systema naturae per regna tria naturae, secundum classes, ordines, genera, species, cum characteribus, differentiis, synonymis, locis. Tomus I. Editio decima, reformata (in Latin). Holmiae (Laurentii Salvii).
  • Peter Colston and Philip Burton, Waders of Britain and Europe, Hodder & Stoughton, 1988
  • R. Grimmett, C. Inskipp, T. Inskipp, Birds of Nepal, Helm 2000
  • Rob Hume, RSPB Complete Birds of Britain and Europe DK, 2002
  • Valpy, Francis Edward Jackson, An Etymological Dictionary of the Latin Language
  • Βασίλη Κλεισούρα, Εργοφυσιολογία, εκδ. Συμμετρία, Αθήνα 1990
  • Γεωργίου Δ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα 2002
  • Γιώργος Σφήκας, Πουλιά και Θηλαστικά της Κρήτης, Ευσταθιάδης, 1989
  • Γιώργος Σφήκας, Πουλιά και Θηλαστικά της Κύπρου, Ευσταθιάδης, 1991
  • Ιωάννη Όντρια (I), Πανίδα της Ελλάδας, τόμος Πτηνά.
  • Ιωάννη Όντρια (II), Συστηματική Ζωολογία, τεύχος 3.
  • Ιωάννου Χατζημηνά, Επίτομος Φυσιολογία, εκδ. Γρ. Παρισιάνου, Αθήνα 1979
  • Ντίνου Απαλοδήμου, Λεξικό των ονομάτων των πουλιών της Ελλάδας, 1988.
  • Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα, εκδ. 1996 (ΠΛΜ)
  • Πάπυρος Λαρούς, εκδ. 1963 (ΠΛ)
  • Σημαντικές Περιοχές για τα Πουλιά της Ελλάδας (ΣΠΕΕ), ΕΟΕ 1994
  • Χανδρινός Γιώργος (Ι), «Το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλουμένων Σπονδυλοζώων της Ελλάδας»
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Banded stilt της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).