Κλίμακα Υπολογισμού Φόρου Εισοδήματος (Ελλάδα)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η θεωρία της Δημόσιας Οικονομικής έχει διατυπώσει ορισμένους κανόνες τους οποίους πρέπει η Πολιτεία να τηρεί κατά την επιβολή της φορολογίας. Οι κανόνες αυτοί διαιρούνται συνήθως σε πολιτικούς και νομικούς. Από αυτούς οι πολιτικοί κανόνες που διέπουν την φορολογία υποδιαιρούνται σε οικονομικούς και δημοσιονομικούς.

Φυσικών προσώπων Οικονομικού έτους 2012[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κλιμάκιο Εισοδήματος (ευρώ) Φορολογικός Συντελεστής % Φόρος Κλιμακίου (ευρώ) Σύνολο εισοδήματος (ευρώ) Σύνολο φόρου (ευρώ)
5.000 0 0 5.000 0
7.000 10 700 12.000 700
4.000 18 720 16.000 1.420
10.000 25 2.500 26.000 3.920
14.000 35 4.900 40.000 8.820
20.000 38 7.600 60.000 16.420
40.000 40 16.000 100.000 34.420
Άνω των 100.000 45 Υπουρ. Οικ. www.gsis.gr
«Ο συντελεστής της προοδευτικής φορολογίας πρέπει να ορίζεται ήπιος και να μην εμφανίζει αισθητά άλματα, διότι, κατά μαθηματικήν ανάγκην, καταλήγει κάποτε εις δήμευσιν[1]».

Από τον παραπάνω πίνακα προκύπτουν αισθητά άλματα της θέσπισης των φορολογικών συντελεστών, καθόσον για τα υψηλά εισοδήματα άνω των 40.000€ ορίζεται προσαύξηση του φορολογικού συντελεστή κατά 3 μονάδες και άνω των 60.000€ μόνο κατά 2 μονάδες, ενώ για εισοδήματα της πλειονότητας των φορολογουμένων από 12.000€ μέχρι 16.000€ καθιερώνεται προσαύξηση του φορολογικού συντελεστή κατά 8 μονάδες και τέλος για τα εισοδήματα άνω των 26.000€ και μέχρι 40.000€ το ανώτατο όριο προσαύξησης κατά 10 μονάδες.

Ο νόμος περί του ενιαίου φόρου επί του εισοδήματος (ν.δ. 3323 του 1955) που ίσχυσε για χρονικό διάστημα περισσότερο το δύο δεκαετιών ακολούθησε το αμιγές σύστημα της κατά κλιμάκια προοδευτικότητας μετά σταθερού ορίου. Δηλαδή οι συντελεστές με πρώτο κλιμάκιο εισόδήματος των 4.000 δρχ και άνω άρχιζαν με το 5% και αυξάνονταν σταθερά ανά 2 μονάδες μέχρι τα εισοδήματα των 40.000 δρχ. (19 συντελεστές), ενώ ορίζονταν οκτώ κλιμάκια εισοδήματος των 4.000δρχ., των 6.000 από 16.000 έως 40.000, των 10.000 μέχρι 80.000, των 20.000 μέχρι 160.000, των 40.000 μέχρι 280.000 των 60.000 με συντελεστή 44 μέχρι 280.000 και με συντελεστή 47 μέχρι 400.000 δρχ. Οι συντελεστές προσαυξάνονταν κατά 3 μονάδες από εισοδήματα άνω των 280.000 δρχ για να καταλήξουν επί συνόλου 25 συντελεστών στο υπερβάλλον 60% για εισοδήματα άνω του ενός εκατομμυρίου δραχμών.

Οι φορολογικές απαλλαγές και εξαιρέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προς τον κανόνα της καθολικότητας του φόρου αντίκειται η καθιέρωση αδικαιολόγητων φορολογικών απαλλαγών και εξαιρέσεων. Οι φορολογικές απαλλαγές και εξαιρέσεις δεν απαγορεύονται από το Σύνταγμα και αυτό προκύπτει έμμεσα από το άθρο 78 και του ισχύοντος Συντάγματος το οποίον ορίζει ότι αυτές πρέπει να ορίζονται με νόμο και όχι με κανονιστικά διατάγματα, δηλαδή κατόπιν εξουσιοδότησης.[2] Για να θεωρηθεί η εξαίρεση και ή απαλλαγή ως συνταγματική, δηλαδή ως μη παραβιάζουσα το Σύνταγμα πρέπει να είναι δικαιολογημένη εκ των πραγμάτων π.χ. είναι δικαιολογημένη και όχι αυθαίρετη η από του φόρου απαλλαγή:

  • Των εχόντων εισόδημα κάτω του ελαχίστου ορίου συντήρησης το οποίον εκάστοτε ορίζουν οι νόμοι.
  • Προσώπων που υπέστησαν ιδιαίτερες θυσίες χάριν του συνόλου, ως π.χ. των αναπήρων πολέμου κλπ.
  • Άτομα που βρίσκονται σε εξαιρετικές δυσχερείς συνθήκες, π.χ. σεισμόπληκτοι, πλημυρρόπληκτοι, πυρόπληκτοι κλπ.

Αντίθετοι όμως προς τον κανόνα της ισότητας και καθολικότητας και χάριν απλής ευνοίας προς ορισμένα ή οι οποίες δημιουργούν αδικαιολόγητα προνόμια υπέρ ορισμένων κατηγοριών προσώπων, άνευ αποχρώσης αιτίας.[3]

Το άρθρο 7 του Νομοθετικού διατάγματος (3323/ 1955) περί φορολογίας του εισοδήματος, αφού απαριθμούσε τις φορολογικές απαλλαγές, πρόσθετε, ότι, «ουδεμία άλλη απαλλαγή αναγνωρίζεται».

Δικαιολογημένες θεωρούνται οι φορολογικές απαλλαγές που θεσπίζονται υπέρ των αυτοδιοικούμενων δημόσιων υπηρεσιών (π.χ των δήμων) ή υπέρ ευαγών ιδρυμάτων φιλανθρωπικών ή πνευματικών κλπ. όπου η φορολογική απαλλαγή απολήγει σε ένα είδος κεκαλυμμένης επιχορήγησης του κράτους προς τα ιδρύματα αυτά.

Καμπύλη Λάφφερ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Λάφφερ ήθελε να εξηγήσει στους φοιτητές τους του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας, πως, όταν το Κράτος αυξάνει τους φορολογικούς συντελεστές δεν αποκομίζει απαραίτητα και ανάλογα έσοδα. Κάθε αύξηση των φόρων οδηγεί, πράγματι, μερικούς φορολογουμένους σε επιβράδυνση της δραστηριότητάς τους, άλλους στη διεξαγωγή μαύρης αγοράς κι άλλους στη νόμιμη ή παράνομη φοροδιαφυγή. Τελικά, ένας φόρος 100% αποφέρει στο κράτος 0%, γιατί κάθε ιδιωτική δραστηριότητα διακόπτεται. Με το Λάφφερ, η αντιφορολογική εξέγερση έγινε σεβαστή κι από τους διανοούμενους.

Το πιο σημαντικό είναι να βρει κανείς σε ποιο ποσοστό ο φόρος εισοδήματος επηρεάζει την παραγωγικότητα, σε σημείο που να μειώνεται αισθητά η εθνική παραγωγή και τα έσοδα του Κράτους[4]

Με την εφαρμογή της θεωρίας του Άρθρουρ Λάφφερ η αμερικανική κυβέρνηση το έτος 1983 μείωσε το ανώτατο ποσοστό των ομοσπονδιακών φόρων εισοδήματος κατά 28,57% και η πολιτεία της Καλιφόρνιας το ίδιο έτος κατήργησε το φόρο της κληρονομιάς για να αποφύγει πρόσθετα και την αντιφορολογική εξέγερση. Μετά την Καλιφόρνια ακολούθησαν και οι μεγάλοι Δήμοι..

Οικονομικοί κανόνες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ο φόρος πρέπει να πλήττει το εισόδημα και όχι το κεφάλαιο. Πηγή του φόρου πρέπει να είναι το εισόδημα, οφείλει δε ο φόρος να κήδεται (να νοιάζεται, να θλίβεται) κατά το δυνατόν του κεφαλαίου, ώστε να διαφυλάσσεται αυτό για σκοπούς παραγωγικούς. Ο Άνταμ Σμιθ έλεγε ότι «και ο κερδαλεότερος τύραννος θα φεισθεί του κεφαλαίου, διότι άλλως θα καταπνίξει την παραγωγή και θα στερήσει τις πηγές των φόρων». Ο φόρος που ορίζει καταθλιπτικούς συντελεστές εμμέσως θα θίξει και το κεφάλαιο καίτοι κατ΄ όνομα απευθύνεται μόνον προς το εισόδημα. Διότι ο φορολογούμενες μη εχων πλέον εισόδημα θα προσφύγει στο κεφάλαιο.
  • Η επιβολή του φόρου πρέπει να προκαλεί κατά το δυνατόν την μικρότερη αναταραχή στη φυσική ανάπτυξη της οικονομίας, δηλαδή να μη παρεμβάλλει προσκόμματα στην παραγωγή, την κυκλοφορία και τη κατανάλωση των οικονομικών αγαθών γενικά.

Δημοσιονομικοί κανόνες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο φόρος πρέπει να βεβαιώνεται και να εισπράττεται κατά τρόπον που επιφέρει την ολιγότερη δυνατή ενόχληση στους πολίτες. Γι΄ αυτό δεν πρέπει να γίνεται υπερβολικά οχληρή κάθε έρευνα των οικονομικών συνθήκων του φορολογομένου με προκλητικούς εξονυχιστικούς ελέγχους, οπότε προκαλείται ψυχολογική αντίδραση των φορολογουμένων και μείωση της απόδοσης του φόρου.

Νομικοί κανόνες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι νομικοί κανόνες οι οποίοι κατά τα γενικώς παραδεδεγμένα, διέπουν την σύγχρονη φορολογία, επιβάλλουν όπως ο φόρος είναι:

  • Nόμιμος (κανόνας της νομιμότητας του φόρου),
  • Βέβαιος (κανών της βεβαιότητας του φόρου),
  • Ίσος (κανόνας της ισότητας του φόρου), και
  • Καθολικός (κανόνας της καθολικότητας του φόρου). Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους, άρθ. 4.5 Συντάγματος[5]

Έλλειψη ειδικού ανταλλάγματος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κοινωνία υπακούει σε μια προοδευτική πορεία, σχεδόν βιολογική, για να συγκρατήσει τελικά μόνο τους νόμους που προσαρμόζονται στο κοινό καλό[6]

Έναντι της καταβολής του φόρου, η Πολιτεία δεν παρέχει στον καταβάλλοντα τον φόρον κάποιο ειδικό αντάλλαγμα. Αυτό ακριβώς διαφοροποιεί τον φόρο από το τέλος. Το τέλος καταβάλλεται σε αντάλλαγμα ειδικών υπηρεσιών που παρέχονται από την Πολιτεία και αποσκοπεί συνήθως στη κάλυψη δαπανών της Πολιτείας μέσω των ειδικών υπηρεσιών π.χ. τέλος χαρτοσήμου ή εκπαιδευτικά τέλη κλπ. Ο φόρος καταβάλλεται για να ικανοποιηθούν οι κρατικοί σκοποί για να λειτουργήσουν δηλαδή οι δημόσιες υπηρεσίες. Ωστόσο η εξυπηρέτηση που παρέχεται μέσω των δημοσίων υπηρεσιών στον φορολογούμενο όσον και σε όλους τους διαβιούντες στην Πολιτεία δεν αποτελεί ειδικό αντάλλαγμα, αλλά είναι παροχή γενικής φύσης που ταυτίζεται με την λειτουργία της Πολιτείας.

Παραπομπές-Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Μιχαήλ Στασινόπουλος, Δημοσιονομικόν Δίκαιον «Η επί του προοδευτικού φόρου κριτική» σ. 268, 1966
  2. #pΆρθρο 78 Συντάγματος
  3. Κ. Περιφανάκης, Φορολογική ισονομία, σ. 8-9, όπου θεωρείται: «εκδήλως αντισυνταγματική ή εκ φόρου απαλλαγή της βουλευτικής αποζημιώσεως, ενώ υποβάλλονται εις φόρον αι αντιμισθίαι των λοιπών δημοσίων λειτουργών. Ομοίως αι φορολογικαί απαλλαγαί των Εταιρειών Ηλεκτρικής, Σιδηροδρόων κλπ.»
  4. Guy Sorman, H Φιλελεύθερη λύση, σ. 133, εκδ. ΡΟΕΣ, 1986 «Άρθρουρ Λάφφερ, καθηγητής του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας
  5. #p4.5 άρθρο Συντάγματος
  6. Φρίντριχ Χάγιεκ, Ο δρόμος προς τη δουλεία (1944), έκδ. Κέντρο Πολιτικής Έρευνας και Επιμόρφωσης Ταινία μικρού μήκους

Βοηθήματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]