Κεφάλαια επιχειρηματικών συμμετοχών

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Τα κεφάλαια επιχειρηματικών συμμετοχών (venture capital) ή καινοτόμα κεφάλαια ή κεφάλαια επιχειρηματικού κινδύνου είναι ένας τρόπος επένδυσης σε μικρές επιχειρήσεις που ιδρύθηκαν σχετικά πρόσφατα (start-up companies) ή, μεγαλύτερες,που είναι σε ένα ώριμο στάδιο. Venture capitalist(VC) είναι το νομικό ή φυσικό πρόσωπο, που κάνει τέτοιες επενδύσεις. Venture capital fund είναι το συνολικό επενδυτικό κεφάλαιο, συνήθως από μία ομάδα επενδυτών (partnership), των οποίων, οι αποφάσεις, ενέχουν μεγάλο κίνδυνο. Οι ετερόρρυθμοι εταίροι(limited partners) είναι τα άτομα ή οι οργανισμοί που χρηματοδοτούν VC funds. Οι ομόρρυθμοι εταίροι(general partners) είναι οι venture capitalists που διαχειρίζονται αυτά τα funds και κάνουν τις επενδύσεις.


Οι εταιρίες που επιζητούν venture capitals ενέχουν μεγάλο κίνδυνο και τα κεφάλαια αυτά είναι η μόνη τους δυνατότητα για χρηματοδότηση, αφού, λόγω του κινδύνου αυτού δεν μπορούν να χρηματοδοτηθούν από «παραδοσιακές» πηγές, όπως τα δάνεια από τράπεζες. Οι εταιρίες που επιλέγονται, συνήθως ασχολούνται με υπο-κλάδους της τεχνολογίας, αν και αυτό δεν είναι κανόνας όπως πολλοί πιστεύουν. Ο κανόνας είναι ότι επιλέγονται οι επιχειρήσεις που έχουν προοπτικές ανάπτυξης μεγαλύτερες από τα κανονικά επίπεδα και επειδή η τεχνολογία είναι, αναμφισβήτητα, ο κλάδος με την γρηγορότερη άνθηση, τις τελευταίες δεκαετίες, τα περισσότερα κεφάλαια επιχειρηματικών συμμετοχών κατευθύνονται σε εκείνο το κλάδο. Κατά μέσο όρο 1 στις 200 προτάσεις γίνεται αποδεκτή από τους venture capitalists, οι οποίοι αναμένουν ότι μόνο 1-2 στις 10 επενδύσεις του χαρτοφυλακίου τους θα έχουν την επιθυμητή απόδοση και θα αναπληρώσουν τις ζημιές από τις υπόλοιπες «λανθασμένες» επενδύσεις. Επίσης, οι venture capitalists ίσως να έχουν διαφορετικές εντυπώσεις για μία εταιρία που τους παρουσιάζεται. Κάποιοι ίσως να ενδιαφέρονται μόνο για τεχνολογικού περιεχομένου εταιρίες, άλλοι μόνο για start-up εταιρίες κτλπ.


Η συνεισφορά των VC’s γίνεται είτε ,αποκλειστικά, μέσω αύξησης μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας, επομένως αποκτούν ένα ποσοστό του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας είτε, εν μέρει, με δάνειο, το οποίο, όταν η εταιρία ξεπεράσει κάποιο επίπεδο κινδύνου, μετατρέπεται σε επιπρόσθετο ποσοστό στο μετοχικό κεφάλαιο της( τέτοιος τύπος στρατηγικής χρηματοδότησης συχνά υιοθετείται από θυγατρικές εταιρίες venture capital τραπεζών). Προσθήκη σε αυτά αποτελεί η εξουσία που αποκτούν στην λήψη επιχειρηματικών αποφάσεων, κάτι το οποίο από κάποιους επιχειρηματίες μπορεί να θεωρηθεί θετικό (με το σκεπτικό ότι οι VC’s έχουν πείρα και τα κατάλληλα μέσα για να ενδυναμώσουν το management και άλλες πτυχές της επιχείρησης) και από άλλους αρνητικό ( με το σκεπτικό ότι «μπλέκονται στα πόδια τους»). Συνέπεια αυτού και βασικό χαρακτηριστικό των venture capitalists, είναι ότι στοχεύουν στην μακροπρόθεσμη σταθερότητα και βιωσιμότητα της επιχείρησης και όχι σε βραχυπρόθεσμα αποτελέσματα.


Ιστορική Αναδρομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κλάδοι όπως βιοτεχνολογία, υπολογιστές και περιφερειακά συστήματα, εφαρμογές λογισμικού χρηματοδοτούνται από venture capital. Έχει παρατηρηθεί ότι οι εταιρίες που χρηματοδοτούνται από venture capital παρουσιάζουν θεαματικότερα αποτελέσματα από τους ανταγωνιστές τους. Πολλές γνωστές εταιρίες του εξωτερικού και της Ελλάδας έχουν χρηματοδοτηθεί από venture capital funds.Κάποιες από αυτές είναι οι : Apple, Microsoft, Google, Sun, Cisco Systems, Intel,Digital Equipment Corporation, E-bay, Netscape, Genentech, Federal Express, Starbucks. Στην Ελλάδα κάποιες από τις πιο γνωστές είναι τα Goody’s και ο Γερμανός. Το venture capital αρχίζει να κάνει την εμφάνιση του από τον 15ο αιώνα από μεμονωμένα πλούσια άτομα ή ακόμη και εμπορικές εταιρίες που ρύθμιζαν το εμπόριο σε χώρες της Άπω Ανατολής. Κατά τον 18ο και 19ο αιώνα δημιουργήθηκαν εταιρίες με σκοπό την πραγματοποίηση επενδύσεων υψηλού κινδύνου, όπως ήταν η διάνοιξη της διώρυγας του Σουέζ. Όμως, με την σύγχρονη μορφή του, το Venture Capital, αναπτύχθηκε στην Ευρώπη και στις Η.Π.Α, τα τελευταία πενήντα χρόνια.


Η πρώτη φορά που χρησιμοποιήθηκε ο όρος venture capital, φαίνεται να ήταν το 1946 σε μια συζήτηση μεταξύ των John Hay Whitney και του Benno Schmidt. Ο J.H.Whitney, ο οποίος μόλις είχε κληρονομήσει 179 εκ. $ ήθελε να προχωρήσει στην δημιουργία μιας αναπτυξιακής επενδυτικής επιχείρησης, με σκοπό να παρέχει κεφάλαιο σε κάποιους που είχαν δυσκολία να το εξασφαλίσουν από άλλες περισσότερο παραδοσιακές πηγές χρηματοδότησης. Όταν ο J.H. Whitney ρώτησε τον Schmidt πως θα μπορούσε να διαχωρίσει στο μυαλό του επενδυτικού κοινού από τις παραδοσιακές επενδυτικές τράπεζες, εκείνος του πρότεινε τον όρο venture capital. Μία από τις μεγαλύτερες επενδύσεις της εταιρίας ήταν προς την Florida Food Corporation ή οποία πουλήθηκε στην Coca Cola το 1960.


Την ίδια χρονιά έκανε την εμφάνιση της στη Μασαχουσέτη η American Research and Development (ARD), η οποία λόγω της επένδυσης της στην Digital Equipment Corporation (DEC), θεωρείται σήμερα ως το «σημείο εκκίνησης» του θεσμού του venture capital. Η ARD ιδρύθηκε από τον πρόεδρο του MIT, Karl Compton, τον George Doriot(«πατέρας του venture capitalism»), ο οποίος ήταν τότε πρύτανης του πανεπιστημίου Harvard και αργότερα ίδρυσε το πανεπιστήμιο INSEAD, τον πρόεδρο του Massachusetts Investor Trust, Merrill Griswold, και τον πρόεδρο της Federal Bank of Boston, Ralph Flanders. Η εταιρία στόχευε στην υποστήριξη επενδύσεων, σε εταιρίες που ιδρυόντουσαν από στρατιώτες που επέστρεφαν από το 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο. Για 2 λόγους η ύπαρξη της αποτέλεσε ιστορικό σημείο. Πρώτον, ήταν η πρώτη εταιρία που τα κεφάλαια της δεν προέρχονταν μόνο από πλούσιους ιδιώτες. Δεύτερον, αν και στα αρχικά της στάδια είχε κάνει κάποιες λανθασμένες επενδυτικές κινήσεις, αναπλήρωσε με μία μόνο μικρή επένδυση στην DEC. Η αρχική επένδυση, των 70.000$ το 1957 εκτιμιόταν ότι ξεπερνούσε τα 355.000.000 $ (δηλαδή περίπου 1200 φορές η αρχική επένδυση). Το 1972 η ARDC συγχωνεύθηκε με την Textron. Οι υπάλληλοι της ARDC, έπειτα, ίδρυσαν τις δικές τους επιχειρήσεις venture capital κάποιες από τις οποίες είναι οι Greylock Partners και Holland Ventures.


Στην δεκαετία του 1960 άρχισαν να εμφανίζονται οι limited και οι general partners σε επιχειρήσεις κεφαλαίου επιχειρηματικών συμμετοχών (ΕΚΕΣ) όπως τις ξέρουμε σήμερα. Το 1973 τα ηγετικά πρόσωπα του θεσμού, σχημάτισαν στην Αμερική (εξ’άλλου μέχρι εκείνο το σημείο ο θεσμός δεν είχε επεκταθεί αλλού εκτός από την Αμερική) το NVCA(National Venture Capital Association), που σκοπό του είχε την ανάπτυξη του θεσμού. Αντίστοιχα στην Ευρώπη, το 1983, υπό την αιγίδα της ΕΟΚ, σχηματίστηκε το EVCA(European Venture Capital Association) και στην Ελλάδα το 1990 το HVCA(Hellenic Venture Capital Association), το οποίο σκοπεύει στην προώθηση των επενδυτικών κεφαλαίων υψηλού κινδύνου και στην Ελλάδα. Μέλη της ένωσης HVCA είναι 21 εταιρίες που δραστηριοποιούνται στο χώρο των επιχειρηματικών κεφαλαίων ( Alpha Ventures Α.Ε., Attica Ventures Α.Ε., Axon Management Α.Ε., Global Finance Α.Ε., Global Systems Management Α.Ε., IBG Management Α.Ε., I-Cube Α.Ε., I-4G Θερμοκοιτίδα Νέων Επιχειρήσεων, 7L Capital Partners, NBGI Private Equity, Notos Associates S.A., Oxygen Management A.E., Parthenon Trust A.E., Ταμείο Ανάπτυξης Νέας Οικονομίας Α.Ε., Thermi Ventures Α.Ε., VCI(Velti Center for Innovation) A.E., Piraeus Capital Management, Vectis Capital A.E., New Mellon, Logo Ventures, Dianko ).


Το 1974 ψηφίστηκε νόμος στην Αμερική γνωστός ως ERISA (Employee Retirement Income Security Act) ο οποίος περιόριζε τα εταιρικά συνταξιοδοτικά ταμεία από το να κάνουν επικίνδυνες επενδύσεις. Όμως το 1978 αυτός ο νόμος μείωσε τους περιορισμούς του από το υπουργείο εργασίας της Αμερικής, το οποίο προέβλεπε το “prudent man rule”,δηλαδή οι επενδύσεις με χρήματα του συνταξιοδοτικού ταμείου να γίνονται συνετά. Αυτό άνοιξε τις πόρτες για νέες δυνατότητες στο θεσμό, κάτι που εξηγεί και το γεγονός ότι το 1978, περίπου 750 εκατ. $ επενδύθηκαν σε venture capital, ενώ προηγούμενες χρονιές το ποσό αυτό ήταν πολύ μικρότερο. Τη δεκαετία του 1990, ενώ στα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας σημειωνόντουσαν αρνητικά αποτελέσματα σε κάποιες εταιρίες venture capital, οι managers των επιτυχημένων εταιριών του κλάδου, άρχισαν να βλέπουν τα πράγματα από διαφορετική οπτική γωνία. Άρχισαν να προσέχουν πολύ και να παρεμβαίνουν στις εταιρίες στις οποίες επένδυαν. Αυτό εξασφάλισε μία ανοδική τάση στο κλάδο μέχρι το 2000. Τότε άρχισαν να επενδύονται μεγάλα ποσά στην καινούρια τεχνολογία του Internet. Το 2001 η συγκέντρωση κεφαλαίων επιχειρηματικών συμμετοχών ήταν πάνω από 250 δις. $, ενώ το 1976 ήταν λιγότερο από 1δις. $. Όμως, τελικά, επρόκειτο για «φούσκα» και οι εταιρίες venture capital είχαν τεράστιες ζημίες. Το ενδιαφέρον είναι ότι οι επενδύσεις σε venture capital μέχρι το 2005 ακολουθούσαν σταθερή πορεία.


Ο θεσμός του επιχειρηματικού κεφαλαίου εισήχθη στην Ελλάδα με τους νόμους 1775/88 και 2166/93 που όμως εξαιτίας του πλαισίου που είχαν δημιουργήσει περιόριζαν τις δραστηριότητες των εταιρειών στους τομείς της τεχνολογίας. Ο λόγος αυτός οδήγησε στην τροποποίηση του νομοθετικού πλαισίου με την ψήφιση του νόμου 2367/95 που μετονόμασε τις Εταιρείες Επιχειρηματικού Κεφαλαίου σε Εταιρείες Κεφαλαίου Επιχειρηματικών Συμμετοχών (ΕΚΕΣ). Με τον νόμο 2992/2002 εισάγεται στην Ελλάδα ο θεσμός των Αμοιβαίων Κεφαλαίων Επιχειρηματικών Συμμετοχών κλειστού τύπου (ΑΚΕΣ) τα οποία τα διαχειρίζονται Ανώνυμες Εταιρείες (ΑΕ) ή Εταιρείες Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΕΠΕΥ). Βασικός σκοπός όλων αυτών των εταιρειών είναι η χρηματοδότηση νέο-ιδρυόμενων ή μικρομεσαίων μη εισηγμένων σε χρηματιστηριακή αγορά επιχειρήσεων με συμμετοχή στο μετοχικό τους κεφάλαιο. Σήμερα, στο χώρο του Ελληνικού Venture Capital δραστηριοποιούνται περίπου 20 εταιρίες. (πάνω από 15 από τις οποίες άρχισαν να λειτουργούν τα τελευταία δύο χρόνια) οι οποίες υπολογίζεται ότι διαχειρίζονται συνολικά πάνω από 300 εκ. ευρώ. Σημαντικές πρωτοβουλίες έχουν αναλάβει οι όμιλοι των τραπεζών Εθνική, Alpha, EFG Eurobank και Εμπορικής μέσω των θυγατρικών / συνδεδεμένων εταιρειών Εθνική Επιχειρηματικών Συμμετοχών, Alpha Ventures, Global Finance και Εμπορική Kεφαλαίου αντίστοιχα. Η πλειοψηφία των παραπάνω εταιριών δραστηριοποιούνται στους περισσότερους κλάδους της αγοράς, ενώ ορισμένες έχουν τη δυνατότητα να χρηματοδοτούν και επιχειρηματικές δραστηριότητες στον ευρύτερο γεωγραφικό χώρο των Βαλκανίων και της ανατολικής Μεσογείου. Η προσπάθεια ανάπτυξης του θεσμού του Venture Capital στην Ελλάδα συνάντησε αρχικά σημαντικές δυσκολίες αφού είχε να αντιμετωπίσει, αφενός, τη δυσπιστία από την πλευρά των επιχειρηματιών και, αφετέρου, την προτίμηση των εταιριών Venture Capital να επενδύουν περισσότερο σε ώριμες και με χαμηλότερο ρίσκο εταιρίες παρά σε υψηλού κινδύνου νέες επιχειρηματικές προσπάθειες. Στην Ελλάδα οι επιχειρήσεις χρηματοδοτούνται από εταιρείες Venture Capital κυρίως για να χρηματοδοτήσουν την τελική ανάπτυξή τους πριν την εισαγωγή τους στο χρηματιστήριο. Παρόλα αυτά, ένας σημαντικός αριθμός επιχειρηματιών έσπευσε να εκμεταλλευτεί το venture capital ως εναλλακτική πηγή χρηματοδότησης.


Venture Capital και εταιρίες Venture Capital (Εταιρίες Κεφαλαίων Επιχειρηματικών Συμμετοχών - ΕΚΕΣ )[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πλεονεκτήματα venture capital έναντι άλλων πηγών χρηματοδότησης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το venture capital έχει κάποια πλεονεκτήματα έναντι των άλλων μορφών χρηματοδότησης :

  1. Οι άλλες πηγές χρηματοδότησης ζητούν εξασφαλίσεις (ιδιαίτερα στην περίοδο της κρίσης που υφιστάμεθα) προκειμένου να προβούν στην χρηματοδότηση. Αντίθετα ο venture capitalist, συμμετέχει στον κίνδυνο, παρέχοντας ισχυρή κεφαλαιακή βάση για την μελλοντική εξέλιξη της χρηματοδοτούμενης επιχείρησης.
  2. Οι εταιρίες venture capital, στα Διοικητικά Συμβούλια των επιχειρήσεων που χρηματοδοτούν, όπου και αντιπροσωπεύονται ,παρέχουν συμβουλές σε θέματα στρατηγικής, οργάνωσης και χρηματοοικονομικής διοίκησης, χρησιμοποιώντας τις εμπειρίες που έχουν από την χρηματοδότηση άλλων ομοειδών επιχειρήσεων. Επίσης έχουν ισχυρό δίκτυο επαφών, το οποίο μπορεί να είναι ιδιαίτερα χρήσιμο στην προσέλκυση άλλων επενδυτών ή πελατών.
  3. Διαθέτουν εμπειρία και γνώσεις όσον αφορά, την προετοιμασία εισαγωγής μιας επιχείρησης στο χρηματιστήριο και θέματα εξαγορών και συγχωνεύσεων.
  4. Η συμμετοχή τους σε μία επιχείρηση προσδίδει κύρος στην εικόνα της συγκεκριμένης επιχείρησης.


Προμηθευτές venture capital[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Οι «άγγελοι» (angel investors ή business angels) είναι απλοί ιδιώτες που έχουν αρκετά καλή οικονομική κατάσταση, ώστε να προμηθεύσουν κεφάλαια επιχειρηματικών συμμετοχών σε εταιρίες που τα αναζητούν, όμως διαφέρουν αρκετά από τις άλλες κατηγορίες κεφαλαιούχων του κλάδου. Τέτοιοι επενδυτές συνήθως μπορούν να προσφέρουν μέχρι 500.000$ για κεφάλαια επιχειρηματικών συμμετοχών και είναι συχνά πιο επιθυμητοί από εταιρίες κεφαλαίου ή επαγγελματίες κεφαλαιούχους, επιχειρηματικών συμμετοχών, διότι, λόγω ανεπαρκών γνώσεων και εμπειριών, είναι πιο πιθανό να αποδεχτούν μια συμφωνία που ο επαγγελματίας ή η εταιρία θα απορρίψει (Για αυτό το λόγο οι επαγγελματίες συχνά ονομάζονται vulture (αρπακτικός) capitalists, ενώ οι angel investors ονομάζονται και dumb (ανόητοι) dentists, επειδή οι περισσότεροι συνήθως είναι οδοντίατροι ή γιατροί γενικότερα). Τα κεφάλαια που επενδύονται από “angel” επενδυτές, είναι αποτέλεσμα κοινωνικών και συγγενικών σχέσεων και τύχης και η ενημέρωση του υποψήφιου επενδυτή γίνεται συνήθως μέσα από μια μη επίσημη συνομιλία. Αν και, προφανώς, είναι πολύ πιο δύσκολο να εντοπιστούν τέτοιοι επενδυτές, ο κλάδος αυτών των επενδύσεων γίνεται όλο και πιο οργανωμένος και σημαντικός, καθώς οι επαγγελματίες προσηλώνονται σε συγκεκριμένες επενδύσεις (ένας πρακτικός κανόνας που συχνά ακολουθούν είναι να διαλέγουν 1 από τις 200 επιχειρηματικές προτάσεις που τους παρουσιάζονται). Μερικές από τις βασικότερες διαφορές των dumb dentists με τις εταιρίες venture capital είναι:
  1. Οι μεν είναι επιχειρηματίες που επενδύουν δικά τους χρήματα, οι δε «διαχειρίζονται» τα κεφάλαια που τους έδωσαν οι επενδυτές τους.
  2. Οι μεν χρηματοδοτούν κυρίως start-up επιχειρήσεις που βρίσκονται στο στάδιο της αρχικής δημιουργίας ή το στάδιο εκκίνησης, ενώ οι δε χρηματοδοτούν σε μεσαίου επιπέδου στάδια ( παλιότερα επένδυαν και οι εταιρίες, σε νέες και πολλές επιχειρήσεις, έτσι ώστε η ραγδαία ανάπτυξη της μίας να αναπλήρωνε για την αποτυχία της άλλης, αλλά τώρα συνηθίζεται να ακολουθούν πιο συντηρητικές τακτικές επενδύοντας πολλά κεφάλαια αλλά με περισσότερη σιγουριά, σε μεταγενέστερα στάδια ανάπτυξης, διότι όσο πιο νέα είναι η επιχείρηση τόσο μεγαλύτερους κινδύνους ενέχει η χρηματοδότηση της).
  3. Οι μεν επενδύουν λίγα σχετικά κεφάλαια με ανεπαρκή έρευνα, ενώ οι δε πολλά περισσότερα με εκλεπτυσμένες μεθόδους έρευνας της εταιρίας προς χρηματοδότηση.
  4. Οι business angels, σε γενικές γραμμές διακρίνονται από μια μεγαλύτερη ελευθερία και ευελιξία στο σύνολο των κινήσεων και των αποφάσεών τους.
  5. Οι business angels ενδιαφέρονται περισσότερο για τους ανθρώπους παρά για τον ανταγωνισμό και το ρίσκο που λαμβάνουν σε μια επένδυση όταν την αναλαμβάνουν.
Ένας venture capitalist διαφέρει από έναν angel επενδυτή κυρίως στο ότι θέλει μεγαλύτερο έλεγχο της εταιρίας και γρηγορότερα αποτελέσματα.


  • Οικογένειες με μεγάλη περιουσία
Η κατηγορία αυτή αποτελεί την παραδοσιακή πηγή κεφαλαίου επιχειρηματικών συμμετοχών και σήμερα αποτελεί σημαντική, αλλά όχι κυρίαρχη πηγή κεφαλαίου. Στις ΗΠΑ, στις δεκαετίες του 1940 και του 1950, πλούσιες οικογένειες ίδρυσαν ιδιωτικές επιχειρήσεις που σήμερα θεωρούνται οι πρόγονοι των ΕΚΕΣ (για παράδειγμα: Rockefellers, Phipps, Whitneys κτλπ). Τα έσοδα από επενδύσεις venture capital εμφανίζονται με τη μορφή κεφαλαιακών κερδών. Αυτό είναι μεγάλο πλεονέκτημα γιατί τα κεφαλαιακά κέρδη, για παράδειγμα στην Ελλάδα δεν φορολογούνται και γενικότερα σε κάθε περίπτωση, είναι χαμηλός ο συντελεστής φορολόγησής τους.


  • Θυγατρικές ΕΚΕΣ χρηματοπιστωτικών και μεγάλων μη χρηματοπιστωτικών εταιριών
Πολλές τράπεζες και ασφαλιστικές εταιρίες έχουν δημιουργήσει θυγατρικές ΕΚΕΣ, οι οποίες όμως δεν έχουν την επιτυχία που θα περίμενε κανείς από ένα τραπεζικό ίδρυμα, γιατί τα τραπεζικά στελέχη ακολουθούν πολύ συντηρητικές τακτικές και γενικά, λόγω έλλειψης εμπειρίας, δεν μπορούν να ανταγωνιστούν τους άλλους διαχειριστές κεφαλαίων επιχειρηματικών συμμετοχών. Παραδείγματα τέτοιων εταιριών είναι η Manufacturers Hanover Venture Capital Corp. και η Citicorp Venture Capital. Υπάρχουν και άλλες, βιομηχανικές κυρίως, εταιρίες, με θυγατρικές ΕΚΕΣ, όπως η Xerox, η General Electric, όπου οι θυγατρικές τους ΕΚΕΣ, θα μπορούσε να υποστηρίξει κάποιος, ότι είναι πιο αποτελεσματικές από τις θυγατρικές χρηματοπιστωτικών εταιριών, γιατί αυτές στοχεύουν σε προϊόντα ή/και αγορές που σχετίζονται με τις κύριες δραστηριότητες τους.


  • Ιδιωτικές επενδυτικές κοινοπραξίες (private partnerships and corporations)
Αποτελεί τη πιο συνηθισμένη μορφή οργάνωσης των εταιριών κεφαλαίου επιχειρηματικών συμμετοχών. Η κοινοπραξία απαρτίζεται από ομόρρυθμους εταίρους(general partners) και ετερόρρυθμους εταίρους (limited partners).Oι general partners διοικούν την κοινοπραξία και συνήθως συνεισφέρουν το 1% των επενδυμένων κεφαλαίων, εισπράττουν ένα ποσοστό επί των καθαρών μακροπρόθεσμων κεφαλαιακών κερδών(carried interest) και μία ετήσια προμήθεια διαχείρισης(management fee), βασισμένη συνήθως σε ποσοστό επί του επενδυτικού κεφαλαίου. Οι limited partners είναι αυτοί που κυρίως χρηματοδοτούν την κοινοπραξία και συνήθως είναι χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και πλούσιοι ιδιώτες. Η κοινοπραξία έχει «ημερομηνία λήξης», συνήθως 10 χρόνια, αλλά μπορεί να παραταθεί για ένα μικρό χρονικό διάστημα. Όταν η κοινοπραξία διαλύεται, τα κεφάλαια διαμοιράζονται στους εταίρους και οι general partners συνεχίζουν την δραστηριότητα τους δημιουργώντας νέες κοινοπραξίες. Γνωστά παραδείγματα αποτελούν η American Research and Development (ARD), η οποία επένδυσε στην Digital Equipment Company(DEC) (η οποία, λόγω της αστραπιαίας ανάπτυξής της, έκανε τον θεσμό του venture capital πασίγνωστο) και η κοινοπραξία που επένδυσε στην Apple, η Arthur Rock & Company.


Διαφορές μεταξύ ΕΚΕΣ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βάσει μίας έρευνας στην διαφοροποίηση μεταξύ των εταιριών venture capital, που διεξήχθη σε 149 εταιρίες venture capital, από τους Elango B.,Fried V.H., Hisrich R.D, Polonchek A., μπορούμε να διακρίνουμε 4 κατηγορίες εταιριών κεφαλαίων επιχειρηματικών συμμετοχών(ΕΚΕΣ) ανάλογα με :

  • Στάδιο ανάπτυξης της χρηματοδοτούμενης από VC, εταιρίας
Όσο νεότερο είναι το στάδιο ζωής της εταιρίας τόσο περισσότερο η ΕΚΕΣ:
  1. δίνει έμφαση στα καινοτομικά προϊόντα
  2. περιμένει υψηλότερες αποδόσεις
  3. δίνει έμφαση στον επιχειρησιακό σχεδιασμό και στην αξιολόγηση και στελέχωση του management της εταιρίας.


  • Παρεχόμενη βοήθεια από τις ΕΚΕΣ προς τις χρηματοδοτούμενες εταιρίες
Οι εταιρίες που παρέχουν μεγαλύτερη βοήθεια προς τις χρηματοδοτούμενες εταιρίες, δίνουν μεγαλύτερη βάση :
  1. στην αναζήτηση επιπρόσθετων πηγών χρηματοδότησης
  2. στη στελέχωση του management και
  3. στις συμβουλευτικές υπηρεσίες που αφορούν σχεδιασμό των επενδυόμενων εταιριών.


  • Μέγεθος ΕΚΕΣ
  1. Όσο μεγαλύτερη είναι μια ΕΚΕΣ τόσο περισσότερα κεφάλαια επενδύει στις εταιρίες που επιλέγει για χρηματοδότηση.
  2. Οι μεγάλες ΕΚΕΣ προτιμούν να χρηματοδοτήσουν εταιρίες που βρίσκονται σε πιο ώριμα στάδια ζωής, σε αντίθεση με τις μικρότερες που χρηματοδοτούν κυρίως start-up εταιρίες.


  • Γεωγραφική τοποθεσία ΕΚΕΣ
Εδώ παρατηρούνται 2 στοιχεία :
  1. οι ΕΚΕΣ, περιοχών, στις οποίες υπάρχει έντονη τεχνολογική δραστηριότητα, επενδύουν κυρίως σε start-up εταιρίες.
  2. σε περιοχές όπου αρχικά αναπτύχθηκε και εδραιώθηκε ο θεσμός του venture capital (πχ Silicon Valley), οι ΕΚΕΣ διατηρούν στενές σχέσεις με τις επιχειρήσεις στις οποίες επενδύουν


Καθήκοντα σε μία ΕΚΕΣ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μια καριέρα σε μια εταιρεία επιχειρηματικών κεφαλαίων μπορεί να είναι ανταποδοτική και προσοδοφόρα. Συνήθως τέτοιες καριέρες ξεκινάνε από προϋπηρεσία σε εργασίες που περιλαμβάνουν θέματα χρηματοδότησης. Αν και υπάρχουν και άλλες δυνατότητες καριέρας μέσα σε μια ΕΚΕΣ, όπως διοικητικός βοηθός, ανθρώπινοι πόροι, λογιστικά, οι περισσότερες καριέρες σε εταιρίες venture capital χωρίζονται σε 5 χαρακτηριστικές και, ιεραρχικά δομημένες, από πάνω προς τα κάτω, κατηγορίες. Αυτές είναι :

  • Venture partner (εταίρος της ΕΚΕΣ):
Είναι συνήθως υψηλού επιπέδου επενδυτής. Επενδύει αρκετά κεφάλαια στο fund της εταιρίας και φυσικά είναι ομόρρυθμος εταίρος(general partner). Τυπικές αρμοδιότητες του είναι να βρίσκει προτάσεις επιχειρήσεων που θέλουν χρηματοδότηση από venture capital και είναι συνήθως αυτός που λαμβάνει τις αποφάσεις για επένδυση ή όχι σε μία επιχείρηση, με τα κεφάλαια του fund της εταιρίας (αν φυσικά υπάρχουν κι άλλοι εταίροι, τότε λαμβάνεται από κοινού η απόφαση).


  • Principal (Διευθυντής):
Έχει δουλέψει ως associate στην εταιρία venture capital, έχοντας φέρει επιτυχημένες προτάσεις επιχειρήσεων που ζητούν χρηματοδότηση. Το επίπεδο του διευθυντή συνεπάγεται για αυτό το άτομο, ότι έχει πιθανότητες να γίνει εταίρος της ΕΚΕΣ, δηλαδή βρίσκεται σε partner track position. Ο διευθυντής μίας ΕΚΕΣ συνήθως έχει δίπλωμα σε MBA(Master of Business Administration).


  • Associate (Συνεργάτης):
Είναι η χαμηλή θέση για μαθητευόμενους, ακόμα, στην ΕΚΕΣ, η οποία θέση, όμως μπορεί να εξελιχθεί σε senior associate και ίσως principal και παραπάνω. Σύμφωνα με τον senior Associate της Miramar Venture Partners, Maneesh Goyal, αυτοί συνήθως μαθαίνουν τη δουλεία με το να μαθαίνουν κάθε μέρος της εταιρίας, με το να παρευρίσκονται σε meetings, να γνωρίζουν επιχειρηματίες και στο τέλος να μπορούν να έχουν μία «αίσθηση» στο να αναγνωρίζουν του επιχειρηματίες που θα είναι επιτυχημένοι. Αν ένας associate καταφέρει και φέρει μία επιχειρηματική πρόταση που αποβεί επιτυχημένη, η καριέρα του σίγουρα θα επιταχυνθεί προς υψηλότερες θέσεις στην ιεραρχία της επιχείρησης.


  • Analyst (Αναλυτής):
Αυτός αναλαμβάνει το due diligence που απαιτείται για να βρεθεί αν ,μία επιχείρηση με προοπτικές, αξίζει να χρηματοδοτηθεί. Το due diligence περιλαμβάνει ενδελεχή έρευνα και ανάλυση στις προοπτικές της επιχείρησης και την αγορά στην οποία απευθύνεται. Τα πορίσματα από την έρευνα του, κάνουν προβλέψεις για την εξέλιξη της επιχείρησης, χρησιμοποιώντας δείκτες και άλλα «εργαλεία», τα οποία μετράνε την βιωσιμότητα της πιθανής χρηματοδότησης της επιχείρησης και το χρονικό διάστημα που θα χρειαστεί για να αρχίσουν να εμφανίζονται κέρδη από τις επενδύσεις.


  • Entrepreneur-In-Residence (EIR):
Μερικές εταιρίες venture capital μισθώνουν προσωρινά την εργασία των EIR, ως σύμβουλοι των ΕΚΕΣ όντας ειδικοί σε μία συγκεκριμένη βιομηχανία. Το χρονικό διάστημα αυτής της συνεργασίας συνήθως κυμαίνεται από 6 μήνες ως και 1 χρόνο. Δεν προσφέρουν όλες οι ΕΚΕΣ αυτή την θέση εργασίας, αφού μερικές μπορεί να εξειδικεύονται σε συγκεκριμένους κλάδους και να μην χρειάζονται παροχή συμβουλών.


Στάδια χρηματοδότησης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ανάλογα με τις διαδοχικές φάσεις ανάπτυξης μίας επιχείρησης, μπορεί να διακρίνει κανείς έξι στάδια χρηματοδότησης με κεφάλαια επιχειρηματικών συμμετοχών:

  • Επένδυση Σποράς (Seed-money Stage)
Αν και ο συγκεκριμένος όρος κάποιες φορές χρησιμοποιείται με πιο γενικό τρόπο, η αυστηρή σημασία του όρου αναφέρεται σε ένα μικρό ποσό το οποίο δίνεται σε κάποιον ερευνητή προκειμένου να διευκρινιστεί αν η επένδυση αξίζει περαιτέρω χρηματοδότηση. Η ιδέα μπορεί να είναι κάποια νέα τεχνολογία (δημιουργία πρωτοτύπου) ή μπορεί να είναι ένας νέος τρόπος λανσαρίσματος ενός προϊόντος στην αγορά. Σε κάθε περίπτωση πάντως σε αυτό το στάδιο δεν γίνεται παραγωγή για πώληση του προϊόντος. Αυτό το στάδιο ενέχει τον μεγαλύτερο κίνδυνο για την ΕΚΕΣ καθώς είναι πολύ πιθανό το χρηματοδοτούμενο πρόγραμμα να αποδειχθεί ανεφάρμοστο. Μάλιστα έχει υπολογιστεί ότι, κατά μέσο όρο, το 70% των προγραμμάτων εγκαταλείπονται στο τέλος αυτού του σταδίου. Τέλος αυτό το στάδιο χρηματοδοτείται συχνά από business angels.


  • Κεφάλαιο Εκκίνησης(Start-up Stage)
Σε αυτό το στάδιο, η επένδυση απευθύνεται συνήθως σε επιχειρήσεις που λειτουργούν για λιγότερο από ένα χρόνο και είναι στη διαδικασία οργάνωσης. Η εταιρία χρησιμοποιεί τα χρήματα για την ανάπτυξη του προϊόντος, τον έλεγχό του και την έρευνα της αγοράς και τη συγκρότηση του business plan της επιχείρησης.


  • Πρώτο στάδιο - πρόωρη ανάπτυξη(First-stage or First-round)
Η χρηματοδότηση, στη φάση αυτή, αφορά τα κεφάλαια που είναι απαραίτητα για την παραγωγή και την πώληση του προϊόντος. Σε αυτό το στάδιο, η επένδυση λαμβάνει χώρα μόνο αν τα πρωτότυπα και οι έρευνες αγοράς είναι αρκετά καλές ώστε να δείχνουν ότι ο κίνδυνος αξίζει να αναληφθεί. Οι εταιρίες αυτές που βρίσκονται σε αυτό το πρώτο στάδιο της ανάπτυξης τους δεν είναι πολύ πιθανό να είναι κερδοφόρες, αφού τώρα αρχίζουν να αναπτύσσονται.


  • Δεύτερο στάδιο - ανάπτυξη(Second-stage or Second-round)
Στη φάση αυτή, η επιχείρηση πουλά τα προϊόντα της, αλλά λειτουργεί ακόμα πραγματοποιώντας ζημίες. Για αυτό το λόγο η επιχείρηση χρειάζεται χρηματοδότηση κεφαλαίου κίνησης(Κεφάλαιο κίνησης = Κυκλοφορούν Ενεργητικό – Βραχυπρόθεσμες Υποχρεώσεις).


  • Τρίτο στάδιο(Third-stage or third-round)
Η χρηματοδότηση στο στάδιο αυτό, απευθύνεται σε επιχειρήσεις οι οποίες λειτουργούν τουλάχιστον στο νεκρό τους σημείο (break-even point) και σχεδιάζουν κάποια επέκταση των δραστηριοτήτων τους. Μία επιχείρηση σε αυτό το στάδιο έχει προωθήσει αρκετά προϊόντα ώστε να έχει δεδομένα της αγοράς για την προώθηση των προϊόντων της σε αυτήν. Μπορεί να μη γνωρίζει ακριβώς τα ποσοτικά χαρακτηριστικά, αλλά είναι σε θέση να εκτιμήσει τους ποιοτικούς παράγοντες που θα καθορίσουν την ταχύτητα και το πλαίσιο της διείσδυσης των προϊόντων της στην αγορά. Αυτό το είδος χρηματοδότησης είναι γνωστό και ως ενδιάμεση χρηματοδότηση ( Mezzanine Financing).


  • Τέταρτο στάδιο(Fourth-stage or fourth-round)
Η χρηματοδότηση στο στάδιο αυτό, απευθύνεται σε επιχειρήσεις οι οποίες πρόκειται να εισάγουν τις μετοχές τους στο χρηματιστήριο μέσα σε έξι μήνες ή το πολύ σε ένα έτος. Αυτό το είδος της χρηματοδότησης είναι γνωστό ως χρηματοδότηση σύνδεσης (bridge financing). Η χρηματοδότηση αυτή οφείλει την ονομασία της στο ότι συνδέει το κενό που υπάρχει στη χρηματοδότηση της επιχείρησης από την παρούσα κατάσταση μέχρι η επιχείρηση να βρει μόνιμους χρηματοδότες (μέσω της εισαγωγής των μετοχών της στο χρηματιστήριο).


Μία εταιρία venture capital συνήθως χρηματοδοτεί μόνο τα απαραίτητα κεφάλαια που απαιτούνται για να πάει η επιχείρηση στο επόμενο στάδιο χρηματοδότησης. Ο λόγος για τον οποίο δεν χορηγούν όλα μαζί τα κεφάλαια τα οποία χρειάζεται μία επιχείρηση ,είναι απλός : Αν μία εταιρία venture capital σταματήσει να χρηματοδοτεί μία επιχείρηση σε ένα νεαρό στάδιο, είναι δύσκολο να βρεθεί άλλος επενδυτής ο οποίος θα διαθέσει τα κεφάλαια που η ΕΚΕΣ δεν επένδυε, γνωρίζοντας ότι η ΕΚΕΣ γνώριζε καλά την επιχείρηση, και αυτό θα οδηγήσει στο σχεδόν αναπόφευκτο κλείσιμο της επιχείρησης. Αυτό το ξέρουν τόσο οι εταιρίες venture capital όσο και οι χρηματοδοτούμενες επιχειρήσεις. Επομένως, άμα μια επιχείρηση δεν έχει την αναμενόμενη εξέλιξη, η ΕΚΕΣ που την χρηματοδοτεί μπορεί να διαθέσει κεφάλαια με πολύ ευνοϊκότερους για αυτήν όρους, φέρνοντας την επιχείρηση σε αδιέξοδο. Βέβαια άμα η ΕΚΕΣ κάνει κατάχρηση αυτής της δυνατότητάς της, η επιχείρηση είναι πολύ πιθανό να κλείσει ζημιώνοντας όχι μόνο την επιχείρηση, αλλά και, κυρίως, την ίδια που έχει επενδύσει τόσα κεφάλαια . Φυσικά ένας δεύτερος, αλλά σχετικός λόγος που η χρηματοδότηση γίνεται ανά στάδια είναι, να σταματήσει η χρηματοδότηση της πριν περάσει σε επόμενο στάδιο, αν η επιχείρηση δεν φαίνεται να είναι κερδοφόρα και έτσι ο VC να περιορίσει την πιθανή ζημιά του.


Που δίνουν βάση οι ΕΚΕΣ για τη χρηματοδότηση μίας εταιρίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δύο είναι τα βασικά σημεία που λαμβάνονται σίγουρα υπόψη από κάθε κεφαλαιούχο venture capital :

  • Επιχειρηματική ομάδα
Η ικανότητα της επιχειρηματικής ομάδας να διοικήσει μια επιχείρηση θεωρείται απαραίτητο στοιχείο για να επιτύχει μια επενδυτική πρόταση. Η ικανότητα αυτή φαίνεται μέσα από τις επαγγελματικές δραστηριότητες και τα επιτεύγματα των μελών της ομάδας. Η επιχειρηματική ομάδα θα πρέπει πρώτα να έχει ανακαλύψει μία ανεκμετάλλευτη αγορά και στη συνέχεια να έχει καθορίσει τον τρόπο με τον οποίο τα προϊόντα της ή οι υπηρεσίες της θα πουληθούν στην αγορά αυτή. Οι κεφαλαιούχοι venture capital αποφεύγουν συνήθως να χρηματοδοτήσουν επιχειρήσεις που απευθύνονται σε αγορές οι οποίες είναι σε αναζήτηση προϊόντων. Επομένως τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες δεν είναι τόσο σημαντικά όσο πιστεύουν αυτοί οι οποίοι αναζητούν χρηματοδότηση. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονιστεί ότι η ανεκμετάλλευτη αγορά θα πρέπει να είναι αρχικά αρκετά μικρού μεγέθους ώστε να μην ενδιαφέρει τους πιθανούς ανταγωνιστές της επιχείρησης και να της επιτρέψει να επιβιώσει στης αρχικές φάσεις εξέλιξής της. Επιπλέον η αγορά θα πρέπει να έχει δυνατότητες μεγάλης και γρήγορής μεγέθυνσης, ώστε η επιχείρηση να αναπτυχθεί σε σύντομο χρονικό διάστημα.
  • Επιχειρησιακό μοντέλο(business plan)
Το business plan, είναι ένα κριτήριο που ίσως όλοι οι επενδυτές venture capital λαμβάνουν σοβαρά υπ’όψη. Ενδιαφέρονται για το αν είναι κερδοφόρο, επεκτάσιμο, ασφαλές(αν κάτι πάει στραβά τι γίνεται?) κτλπ. Είναι ένα εμπιστευτικό έγγραφο περιεκτικό και λεπτομερές. Το κείμενο πρέπει να είναι ρεαλιστικό και πραγματοποιήσιμο. To business plan κυμαίνεται από 10 ως και 100 σελίδες, με μέσο όρο περίπου 50 σελίδες.

Έπειτα, κάθε επενδυτής έχει τα δικά του κριτήρια επιλογής. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι :

  • Ωριμότητα επιχειρηματία. Ίσως ένας επιχειρηματίας να είναι ιδιαίτερα οξυδερκής αλλά να είναι μικρός σε ηλικία, επομένως σε αυτή τη περίπτωση κάποιος επενδυτής θα μπορούσε να θέλει στην ομάδα να περιλαμβάνεται και ένας επιχειρηματίας ο οποίος να έχει εμπειρία στη συγκεκριμένη βιομηχανία.
  • Πελάτης. Πολλοί επενδυτές αναρωτιούνται συχνά, το συγκεκριμένο προϊόν/υπηρεσία σε τι χρησιμεύει? Πώς προσελκύει τον πελάτη και τι προβλήματα του λύνει? Είναι κάτι το οποίο πιθανόν να συζητήσει με τις κοινωνικές επαφές του?


Κίνδυνος και απόδοση στο venture capital[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ΕΚΕΣ, ακολουθώντας την τυπική επενδυτική λογική, υπολογίζουν την απόδοση που απαιτούν από τις επενδύσεις τους προσθέτοντας 2 βασικά συστατικά:

  • Το επιτόκιο βάσης( base rate), το οποίο είναι η απόδοση την οποία απαιτούν οι ΕΚΕΣ από μία σχετικά ασφαλή επένδυση.
  • Την ανταμοιβή κινδύνου ( risk premium), η οποία, προστιθέμενη στο επιτόκιο βάσης, αποζημιώνει τις ΕΚΕΣ για την ανάληψη του πρόσθετου κινδύνου από την τοποθέτηση των κεφαλαίων τους στις αυξημένου κινδύνου τοποθετήσεις.

Η ανταμοιβή κινδύνου εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, ο σημαντικότερος των οποίων είναι το στάδιο ανάπτυξης της χρηματοδοτούμενης επιχείρησης. Έχει αποδειχθεί ότι ο κίνδυνος αποτυχίας μειώνεται καθώς μετακινούμαστε από τα αρχικά στάδια ανάπτυξης της χρηματοδοτούμενης επιχείρησης σε πιο ανεπτυγμένες φάσεις εξέλιξης της επιχείρησης αυτής. Επομένως οι ΕΚΕΣ απαιτούν υψηλότερη ανταμοιβή κινδύνου για χρηματοδοτήσεις επιχειρήσεων οι οποίες βρίσκονται σε αρχικά στάδια ανάπτυξης και μικρότερη ανταμοιβή κινδύνου για επιχειρήσεις οι οποίες βρίσκονται σε πιο ανεπτυγμένες φάσεις εξέλιξης. Άλλοι παράγοντες που επιδρούν, σχετικά λιγότερο, στην ανταμοιβή κινδύνου είναι :

  • Ο επενδυτικός ορίζοντας,
  • Η ανάπτυξη της χρησιμοποιούμενης τεχνολογίας,
  • Η εμπειρία της χρηματοδοτούμενης επιχείρησης σχετικά με τον κλάδο στον οποίο δραστηριοποιείται.
  • Η δύσκολη ρευστοποίηση του έργου

Η απόδοση των επενδύσεων των ΕΚΕΣ προέρχεται από 2 κυρίως πηγές:

  • Έσοδα από πιθανά μερίσματα ή τόκους και
  • Από κεφαλαιακά κέρδη προερχόμενα από την πώληση των μετοχών των χρηματοδοτούμενων επιχειρήσεων (που είναι άλλωστε και το ζητούμενο)

Οι υψηλές αποδόσεις είναι η μία πλευρά του νομίσματος την οποία εξετάζουν οι κεφαλαιούχοι επιχειρηματικών συμμετοχών. Η άλλη πλευρά του νομίσματος είναι η μείωση του κινδύνου του χαρτοφυλακίου τους, μέσω της μεθόδου της διαφοροποίησης (diversification). Η διαφοροποίηση του χαρτοφυλακίου τους μπορεί να γίνει με τους παρακάτω τρόπους :

  • Επενδύσεις σε επιχειρήσεις διαφορετικών κλάδων
  • Συμμετοχή και άλλων κεφαλαιούχων στην ίδια επένδυση (syndication of venture capital investments) (περισσότεροι μέτοχοι, περισσότερο καλή εικόνα, περισσότερη ασφάλεια)
  • Επενδύσεις σε διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές
  • Επενδύσεις σε επιχειρήσεις οι οποίες βρίσκονται σε διαφορετικά στάδια ανάπτυξης (υπόψη ο κίνδυνος μειώνεται καθώς μετακινούμαστε από αρχικά σε ωριμότερα στάδια ζωής της επιχείρησης)

Οι ΕΚΕΣ επίσης ενδιαφέρονται για την μείωση του κόστους λειτουργίας τους. Αυτό τις ωθεί να εξειδικεύονται ανά κλάδο δραστηριότητας ή ανά στάδιο χρηματοδότησης, κάτι που παράλληλα προσφέρει γνώσεις και εμπειρίες, καθώς και ικανότητα ελέγχου και καθοδήγησης των χρηματοδοτούμενων επιχειρήσεων, στερώντας όμως την δυνατότητα διαφοροποίησης του χαρτοφυλακίου τους.

Ο επιτυχημένος κεφαλαιούχος επιχειρηματικών συμμετοχών έχει 2 χαρακτηριστικά:

  • Δεν αποθαρρύνεται από την αβεβαιότητα, αλλά αποδέχεται μια μικρή πιθανότητα επιτυχίας, η οποία όμως, εάν πραγματοποιηθεί, θα αποφέρει μεγάλα κέρδη
  • Διαπιστώνει τις αποτυχίες σε αρχικό στάδιο, και εάν δεν είναι σε θέση να διορθώσει το πρόβλημα, αποσύρεται από την επένδυση, προσπαθώντας να μειώσει τη ζημία του, όσο, φυσικά, αυτό είναι δυνατό.


Venture Capital, κυβέρνηση και οικονομική κρίση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με τα πορίσματα μίας έρευνας πάνω στη διαφορά μεταξύ χρηματοδοτούμενων από VC και μη εταιριών, που διενεργήθηκε την περίοδο 1994-2000 σε περίπου 500 επιχειρήσεις τεχνολογικού περιεχομένου με έδρα τους το Silicon Valley, οι χρηματοδοτούμενες από VC εταιρίες έχουν κατά μέσο όρο 15 περισσότερους υπαλλήλους από τις μη χρηματοδοτούμενες. Ο αριθμός των εργαζομένων συχνά λαμβάνεται ως αντιπροσωπευτική μεταβλητή της ανάπτυξης ομοειδών εταιριών κάτι που έγινε και σε αυτή τη περίπτωση. Μετά από ανάλυση των λογιστικών καταστάσεων ενός δείγματος αυτών των 500 επιχειρήσεων, η έρευνα έδειξε ότι οι επιχειρήσεις, χρηματοδοτούμενες από venture capital, είναι πιο ανεπτυγμένες. Έχοντας αυτά τα στοιχεία στα χέρια τους οι κυβερνήσεις, μπορούν να συμβάλουν στην οικονομική ανάπτυξη, στην δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και στην γρηγορότερη εξέλιξη της τεχνολογίας.


Ο Thomas Friedman, δημοσιογράφος στην εφημερίδα New York Times, πρότεινε την εξής απλή ιδέα στην κυβέρνηση της Αμερικής. Αυτή τη περίοδο, όπως σε όλο τον κόσμο, έτσι και στην Αμερική, υπάρχει οικονομική κρίση. Οι εταιρίες δεν έχουν αρκετά έσοδα, αναγκάζονται να προβούν σε απολύσεις, κάτι το οποίο οδηγεί σε ένα φαύλο κύκλο. Στην προσπάθεια της να σώσει την κατάσταση, η κυβέρνηση της Αμερικής δίνει σε γιγαντιαίες εταιρίες τεράστια ποσά, ώστε να συμβάλει στην ανάκαμψη τους. Όμως, όπως υποστηρίζει ο Thomas Friedman, αυτή είναι λάθος μέθοδος, αφού καθυστερεί το αναπόφευκτο. Γι’ αυτό, προτείνει στην κυβέρνηση να μαζέψει τις μεγαλύτερες 20 εταιρίες venture capital, που δεν έχουν κεφάλαια να επενδύσουν, αφού οι κύριοι limited partners τους αποτελούνται από κληροδοτήματα πανεπιστημίων και συνταξιοδοτικά ταμεία, οι οποίοι όμως λόγω της οικονομικής κρίσης δεν μπορούν να χρηματοδοτήσουν VC funds, και να τους κάνει την εξής πρόταση σε κάθε μία. «Η κυβέρνηση θα σας χρηματοδοτήσει με 1 δις. $ του αμερικανικού δημοσίου για να χρηματοδοτήσετε εσείς τις καλύτερες προτάσεις από επιχειρήσεις που θέλουν χρηματοδότηση. Αν δεν αποδώσουν, χάνουμε όλοι. Αν κάποια από αυτές γίνει η επόμενη Microsoft ή Intel, οι φορολογούμενοι θα σας δώσουν το 20% του equity που αντιστοιχεί στο fund που χρηματοδοτήθηκε από αυτούς και θα κρατήσουν το 80% για αυτούς.». Επίσης τονίζει, ότι εταιρίες σαν την Intel, ιδρύθηκαν σε περιόδους ύφεσης και ότι πρέπει να αγνοηθούν οι ηττημένοι (δηλ. οι εταιρίες-κολοσσοί που προσπαθούν μάταια να σωθούν) και να δοθεί βάση σε νέες επιχειρηματικές ιδέες.


Πιο συμβατικά βήματα για να βοηθήσει μία κυβέρνηση την βιομηχανία του venture capital είναι μέσω της φορολογίας. Για παράδειγμα οι general partners επωφελούνται με φορολογική ελάφρυνση στο carried interest που λαμβάνουν από τους limited partners. Άλλος τρόπος που μπορεί να βοηθήσει η κυβέρνηση την κατάσταση, είναι να μειώσει τα εμπόδια επιχειρηματικότητας , όπως είναι οι περιορισμοί στις προσλήψεις και απολύσεις εργαζομένων, κάτι που μπορεί να μειώσει τα σταθερά κόστη της επιχείρησης. Τέλος, θα μπορούσε με οικονομικά κίνητρα να ενθαρρύνει την συγχώνευση των κεφαλαίων των business angels με έμπειρες εταιρίες venture capital, αντί αυτοί να επενδύουν ατομικά. Σύμφωνα με έρευνα που διεξήγαγε η Deloitte, για να καταγράψει τις τάσεις που υπάρχουν σήμερα για το venture capital, αναμένεται να αυξηθεί η συμμετοχή των κυβερνήσεων στην επένδυση των venture capital. Η ιδιωτική πρωτοβουλία φθίνει λόγω της οικονομικής κρίσης, οι επενδυτές γίνονται πιο επιφυλακτικοί όσον αφορά τις επενδύσεις που θα χρηματοδοτήσουν, πόσο μάλλον, για τις επενδύσεις VC που εμπεριέχουν και έναν υψηλότερο κίνδυνο, άρα λογικό είναι οι κυβερνήσεις να τονώσουν τις οικονομίες των χωρών τους μέσω της ενίσχυσης του θεσμού των VC.


Έξοδος από την επένδυση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένας σημαντικός παράγοντας στις επενδύσεις venture capital είναι ο χρόνος που μεσολαβεί μεταξύ της αρχικής επένδυσης και της αποδέσμευσης του κεφαλαίου. Η έξοδος από την επένδυση VC είναι μια κρίσιμη στιγμή για τον επενδυτή. Πολλές φορές έχει γίνει μακροπρόθεσμος σχεδιασμός αρκετά πριν έτσι ώστε ο επενδυτής VC να μην έχει οικονομικές απώλειες κατά την έξοδο του από την επένδυση, αφετέρου η έξοδος να γίνει χωρίς άσχημο αντίκτυπο στην επιχείρηση. Η επένδυση venture capital έχει μειωμένη ρευστότητα (illiquid), δεν μπορεί δηλαδή να απαιτήσει οποιαδήποτε στιγμή ο κεφαλαιούχος, τα επενδυμένα κεφάλαια πίσω. Η επένδυση πραγματοποιείται μόνο όταν πωλείται η χρηματοδοτούμενη εταιρεία ή εισάγεται σε κάποια χρηματιστηριακή αγορά. Ωστόσο χάνεται όταν η εταιρεία βρίσκεται υπό καθεστώς πτώχευσης ή αναγκαστικής ρευστοποίησης. Σκοπός αυτού του τύπου της επένδυσης είναι να ρευστοποιήσει την επένδυση του, όταν αυτή μεγιστοποιήσει την αξία της μέσω του management, της εποπτείας της εταιρίας VC κτλ. (συνήθως επιλέγει να βγει από μια επένδυση όταν έχει ωριμάσει στο σημείο όπου πλέον η αξία της δεν αυξάνεται γεωμετρικά). Αυτό συμβαίνει συνήθως τρία με εφτά χρόνια από την αρχική χρηματοδότηση. Η αποδέσμευση, λοιπόν, των κεφαλαίων από την επένδυση γίνεται με έναν από τους παρακάτω τρόπους:

  • Πώληση επιχείρησης σε τρίτο επενδυτή
Η διαδικασία αυτή περιλαμβάνει την πώληση ολόκληρου του πακέτων μετοχών, συμπεριλαμβανομένου και του πακέτου μετοχών του επενδυτή VC σε τρίτο επενδυτή. Η επιχείρηση περνά στα χέρια ενός επενδυτή, και δεν υπάρχει διάθεση των μετοχών στο κοινό.


  • Πώληση μετοχών μέσω του χρηματιστηρίου
Όταν η επιχείρηση κάνει το IPO(Initial Public Offering) της, δηλαδή πουλήσει τις μετοχές της στο επενδυτικό κοινό για πρώτη φορά, ο VC έχει την δυνατότητα να πουλήσει τις μετοχές του στην πρωτογενή ή την δευτερογενή αγορά. Λέμε ότι μια μετοχή πωλείται σε πρωτογενή αγορά μετοχών αν πουληθεί από τον αρχικό της κάτοχο ή την εκδότρια εταιρία σε κάποιον άλλο μέτοχο, ενώ σε δευτερογενή αγορά μετοχών αν για παράδειγμα αυτός ο μέτοχος την πουλήσει αργότερα σε κάποιον άλλο επενδυτή. Η πώληση μετοχών στην πρωτογενή αγορά θεωρείται ότι είναι η πιο συνηθισμένη μορφή αποδέσμευσης της ΕΚΕΣ από την επένδυση της.


  • Επαναγορά μετοχών VC από την επιχείρηση
Η περίπτωση αυτή είναι μια αρκετά συνηθισμένη περίπτωση κατά την οποία η επιχείρηση αφού πλέον έχει αποκομίσει όσα οφέλη είχε σχεδιάσει από την χρηματοδότηση VC, και εφόσον και ο επενδυτής το επιθυμεί να αποχωρήσει, με αμοιβαία συνεννόηση γίνεται εξαγορά του πακέτου των μετοχών VC από την επιχείρηση.


  • Διαγραφή επένδυσης
Εδώ έχουμε μία περίπτωση εξόδου από την επιχείρηση όταν η απόδοση της επένδυσης δεν είναι η αναμενόμενη. Ο επενδυτής εγκαταλείπει την επένδυση του δίχως πώληση των μετοχών που έχει στην κυριότητά του και συνεπώς, δίχως ανταλλάγματα. Η έξοδος με διαγραφή μπορεί να είναι ολική ή μερική. Η ολική έξοδος με διαγραφή συμβαίνει συνήθως σ περιπτώσεις χρεοκοπίας της επιχείρησης, συνεπώς εξαφάνιση της επένδυσης. Η μερική έξοδος (η οποία ουσιαστικά δεν είναι έξοδος), συμβαίνει όταν λόγω χαμηλής απόδοσης της επένδυσης, η επιχείρηση VC εγκαταλείπει την υποστήριξη της επένδυσής της, έχοντας όμως στην κυριότητα της μετοχές της επιχείρησης.

Γεγονότα χωρών σχετικά με το θεσμό του venture capital[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Καναδάς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στον Καναδά η κυβέρνηση, πολύ καιρό τώρα εφαρμόζει πολιτικές που βοηθούν εταιρίες venture capital, κυρίως μέσω της φορολογίας. Υπάρχει το πρόγραμμα SRED και η φορολογική ελάφρυνση στις εταιρίες LSVCC. Η συνεισφορά αυτής της κυβέρνησης στην βιομηχανία του venture capital είναι σημαντική, για αυτό και αξίζει να αναφερθεί.

Το Scientific Research and Experimental Development Tax Incentive Program(SRED ή SR&ED) είναι ένα πρόγραμμα εφαρμοσμένο από την δεκαετία του 80, που προσφέρει φορολογικά κίνητρα σε εταιρίες του Καναδά, ώστε αυτές να επενδύσουν σε Research and Development (R&D). Στόχο αυτό το πρόγραμμα έχει να δημιουργηθούν νέα ή βελτιωμένα προϊόντα, υπηρεσίες, διαδικασίες κτλπ. Αυτό το πρόγραμμα προσφέρει παραπάνω από 4 δις.$ σε φορολογικές πιστώσεις λόγω επένδυσης (investment tax credits – ITCs) σε παραπάνω από 18.000 εταιρίες, κάθε χρόνο. Από αυτές 75% είναι μικρές επιχειρήσεις. Επομένως με αυτό το πρόγραμμα, όλο και περισσότερες εταιρίες παρακινούνται να επενδύσουν σε R&D, άρα όλο και περισσότερες, πιθανώς επιτυχημένες, ιδέες σε business plans παρουσιάζονται σε εταιρίες venture capital. Με λίγα λόγια αυτό το πρόγραμμα, προωθεί την εφευρετικότητα.

Έπειτα έχουμε το Labour Sponsored Venture Capital Corporation( LSVCC) ή αλλιώς γνωστό ως Labour Sponsored Investment Fund(LSIF) ή απλά Retail Venture Capital. Αυτά, όπως προδίδει και το όνομά τους, είναι venture capital funds τα οποία χορηγούνται από εργατικά συνδικάτα, με σκοπό την χρηματοδότηση των μικρών και μεσαίων Καναδικών επιχειρήσεων. Οι επενδυτές που χρηματοδοτούν τέτοια funds έχουν φορολογικές ελαφρύνσεις από την κυβέρνηση του Καναδά.

Πρέπει να σημειωθεί ότι και το SRED και το LSVCC άρχισαν να κάνουν την εμφάνιση τους την δεκαετία του 80, όπου η οικονομία του Καναδά πέρναγε από ύφεση. Αυτό είναι ακόμη μία απόδειξη ότι η οικονομική ύφεση προωθεί την εφευρετικότητα.


Κίνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην Κίνα ιδρύθηκε το 2002 η China Venture Capital and Private Equity Association (CVCA) που αυτή τη στιγμή αποτελείται από 150 εταιρίες VC-μέλη, που από κοινού διαχειρίζονται πάνω από 500 δις. $ σε venture capital και private equity funds. Η CVCA έχει δείξει ενδιαφέρον για εταιρίες IT (Information Technology), τηλεπικοινωνιών, βιοτεχνολογίας κτλπ., κλάδους που ενδιαφέρουν κατά κανόνα κεφαλαιούχους venture capital. Παραδείγματα γνωστών επιχειρήσεων που έχουν χρηματοδοτηθεί από την CVCA είναι οι Suntech, Baidu, 51job, Focus, Media, Alibaba.com., SMIC κτλπ. Η CVCA έχει την έδρα της στο Hong Kong. Αν και η βιομηχανία venture capital στην Κίνα θεωρείται ακόμα ανώριμη, υπάρχουν μεγάλες προοπτικές ανάπτυξης.


Χώρες Ευρωπαϊκής Ένωσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρακάτω υπάρχουν σύνδεσμοι για τις ιστοσελίδες των Venture Capital Associations (VCA) κάθε χώρας της Ευρωπαϊκής Ένωσης:

Αγγλία

Αυστρία

Βέλγιο

Βουλγαρία

Γαλλία

Γερμανία

Δανία

Ελλάδα

Εσθονία

Ισπανία

Πορτογαλία

Ιρλανδία

Ιταλία

Τσεχία

Κύπρος

Λετονία

Λιθουανία

Λουξεμβούργο

Μάλτα

Ολλανδία

Ουγγαρία

Πολωνία

Ρουμανία

Σλοβακία

Σουηδία

Φινλανδία

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Δημήτριος Βασιλείου, Νικόλαος Ηρειώτης Χρηματοοικονομική Διοίκηση Θεωρία και Πρακτική. 2008
  • Paul Gompers, Josh Lerner, The Venture Capital Cycle, December 2004