Καφέ Νικόλα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Καφέ Νικόλα
Cafe Nicola, Lisbon, 2004.jpg
Είδοςκαφετέρια
ΧώραΠορτογαλία

Το Καφέ Νικόλα (Café Nicola) είναι ένα από τα πιο ιστορικά και καλλιτεχνικά καφενεία της Λισαβόνας στην Πορτογαλία. Βρίσκεται στη δυτική πλευρά της Πλατείας Ρόσιου (Rossio). Αποτελεί από παλιά νευραλγικό στέκι της κοινωνικής ζωής της πορτογαλικής πρωτεύουσας.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ρόσιου (Rossio), η πλακόστρωτη πλατεία με τα συντριβάνια, τα καφενεία, τις παστελαρίας και το Εθνικό Θέατρο στη βόρεια πλευρά της, το επίσημο όνομα της οποίας είναι «Πράσα ντε Ντομ Πέντρου Δ΄» (Praca de Dom Pedro IV), αποτελεί το κοινωνικό επίκεντρο της πόλης και δημοφιλή τόπο συνάντησης.

Στο κέντρο της πλατείας, απέναντι ακριβώς από το Καφέ Νικόλα, βρίσκεται το άγαλμα του Ντόμ Πέντρου Δ΄ της Πορτογαλίας, πρώτου αυτοκράτορα της ανεξάρτητης Βραζιλίας, από τον οποίο πήρε το όνομά της και η πλατεία.

Το Καφέ Νικόλα ιδρύθηκε το 1787 από κάποιον Ιταλό με το όνομα Νικόλα και ήταν σύμβολο της περίφημης «τερτούλιας» (tertulias), ομίλου λογοτεχνικού και πολιτικού ενδιαφέροντος, που συγκέντρωνε καλλιτέχνες, πολιτικούς και άλλες προσωπικότητες της πνευματικής ζωής της πορτογαλικής πρωτεύουσας.

Το 1837, το Καφέ Νικόλα μετατράπηκε σε βιβλιοπωλείο και μόλις το 1929 άνοιξε και πάλι ως καφενείο, συνεχίζοντας την παράδοση του παλαιού καφενείου ως χώρου συνάντησης λογοτεχνών, καλλιτεχνών και πολιτικών προσωπικοτήτων της Λισαβόνας.

Το 1935, το καφέ επανασχεδιάστηκε από το διάσημο Πορτογάλο αρχιτέκτονα Νόρτε Ζούνιορ (Norte Jύnior) σε ρυθμό Αρ Ντεκό, με εντυπωσιακή κυρίως την πρόσοψη και την περίτεχνη είσοδό του. Ο εσωτερικός διάκοσμος αντικαταστάθηκε με πιο σύγχρονες υφολογικές μορφές, με έντονες επιρροές του γαλλικού Αρ Ντεκό.

Το παλιό Καφέ Νικόλα είχε συνδεθεί πριν από δύο αιώνες με τους λογοτέχνες και διανοούμενους της «τερτούλια», οι οποίοι, όπως γράφει ο σύγχρονος Πορτογάλος συγγραφέας Ζουζέ Καρδόζο Πίρες, «ανάμεσα σε ρίμες και προκηρύξεις, συνωμοτούσαν εναντίον της κοινωνίας, της αστυνομίας και των χαφιέδων». Και ο Πίρες συνεχίζει:

Ως το θάνατο του σαλαζαρισμού, το Ρόσιου...ήταν η πλατεία των λογοτεχνικών και πολιτικών ομίλων...με τους αντιστασιακούς συγγραφείς να παρακολουθούνται επί δικτατορίας, κάθε δεύτερο τραπέζι, από αστυνομικούς με άγρυπνο μάτι.

Διάσημοι θαμώνες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Καφέ Νικόλα της Λισαβόνας, γνωστό για την κοσμική πελατεία του, ήταν τόπος συνάντησης προσωπικοτήτων της εποχής και δημοφιλές στέκι των λογοτεχνικών κύκλων για δύο και πλέον αιώνες. Ιδρυμένο το 1787, αποτελούσε το προσφιλές στέκι της κοινωνικής ελίτ και διανόησης.

Το Καφέ Νικόλα συνδέεται ιδιαίτερα με τον Πορτογάλο λυρικό νεοκλασικό ποιητή Μανουέλ ντου Μποκάζε (Manuel du Bocage, 1765 – 1805), που ήταν ο πιο τακτικός θαμώνας του. Ήταν εδώ που ο Μποκάζε εμπνεόταν τα σονέτα, τις ωδές και τα σατιρικά ποιήματά του. Το 1797 συνελήφθη, φυλακίστηκε και μεγάλο μέρος των έργων του απαγορεύτηκε, αφού ο μποέμικος τρόπος της ζωής του, ο βίαιος χαρακτήρας του και η δηκτικότητα των σατιρικών στίχων του δεν ήταν αρεστά στις αρχές του κράτους.

Στο νέο και ανακαινισμένο σήμερα Καφέ Νικόλα διατηρείται το χάλκινο επιχρυσωμένο άγαλμα του Μποκάζε, έργο του γλύπτη Μαρσελίνου Νόρτε ντ' Αλμέιντα, το μοναδικό αντικείμενο που σώζεται από το παλαιό καφέ. Υπάρχουν ακόμη μια τοιχογραφία του, πίνακες, τυπωμένα πακετάκια ζάχαρης και φλιτζανάκια του καφέ με το πορτρέτο του.

Στην πολύχρονη ιστορία του Καφέ Νικόλα, τακτικοί θαμώνες του, μεταξύ άλλων, ήταν ο συγγραφέας Νούνο Πάτου Μουνίζ (Nuno Pato Moniz, 1781 – 1827) και ο ζωγράφος Ζουζέ Μαλιόα (Jose Malhoa, 1855 – 1933). Ήταν επίσης το αγαπημένο καφέ του μεγάλου Πορτογάλου ποιητή Φερνάντο Πεσόα (Fernando Pessoa, 1888 - 1935), όπου έγραψε μεγάλο μέρος των έργων του.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • «Πορτογαλία» (Οδηγοί του Κόσμου), στο “Λισαβόνα”, Εκδόσεις Καθημερινή/Dorling Kindersley, Αθήνα. 1999.
  • Ζοζέ Καρδόζο Πίρες: «Λισαβόνα: Ημερολόγιο Καταστρώματος» (μτφρ. Αθηνά Ψύλλια), Εκδόσεις Καστανιώτη Α.Ε., Αθήνα, 1998.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Dias, Marina Tavares: "Os cafes de Lisboa", 2a ed., Lisboa, Quimera Editores, 1999.