Μετάβαση στο περιεχόμενο

Κατώτατος μισθός στην Ελλάδα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Ο κατώτατος μισθός στην Ελλάδα είναι το κατώτατο νόμιμο όριο αμοιβής για την παροχή εξαρτημένης εργασίας. Εκφράζεται ως μηνιαίος μισθός για τους υπαλλήλους και ως ημερομίσθιο για τους εργατοτεχνίτες. Από την 1η Απριλίου 2026 ορίζεται, για πλήρη απασχόληση, σε 920 ευρώ μικτά τον μήνα και 41,09 ευρώ μικτά την ημέρα αντιστοίχως. Τα ποσά ισχύουν σε ολόκληρη τη χώρα, χωρίς ηλικιακή διάκριση.[1]

Ο κατώτατος μισθός αποτελεί μικτό ποσό, πριν από τις ασφαλιστικές εισφορές και τον φόρο εισοδήματος, και όχι εγγυημένο καθαρό εισόδημα. Για μισθωτό που εργάζεται ολόκληρο το έτος στον ιδιωτικό τομέα, τα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και το επίδομα αδείας αντιστοιχούν, συνολικά, σε δύο ακόμη μηνιαίους μισθούς. Αν το σημερινό ποσό των 920 ευρώ εφαρμοστεί σε πλήρες δωδεκάμηνο χωρίς μεταβολή, το θεωρητικό ετήσιο μικτό σύνολο είναι 12.880 ευρώ. Η αναγωγή αυτού του ποσού σε δώδεκα ίσες μηνιαίες μονάδες δίνει 1.073,33 ευρώ· πρόκειται όμως για στατιστικό μέγεθος συγκρισιμότητας και όχι για τον τακτικό μηνιαίο μισθό που καταβάλλεται.[2]

Μέχρι το 2012 το εθνικό κατώτατο όριο καθοριζόταν κυρίως μέσω της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας (ΕΓΣΣΕ). Κατά την κρίση χρέους μειώθηκε νομοθετικά και το σύστημα μετατράπηκε σε νομοθετημένο κατώτατο μισθό, ύστερα από διαδικασία διαβούλευσης. Ο υποκατώτατος μισθός για εργαζομένους κάτω των 25 ετών καταργήθηκε το 2019. Με τον νόμο 5163/2024 θεσπίστηκε μεταβατική διαδικασία για τα έτη 2025–2027 και μηχανισμός αυτόματης ετήσιας αναπροσαρμογής, ο οποίος προβλέπεται να εφαρμοστεί για πρώτη φορά στον καθορισμό του 2028.[3]

Νομική έννοια και πεδίο εφαρμογής

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο νόμος διακρίνει τον «νομοθετημένο κατώτατο μισθό», δηλαδή την κατώτατη αμοιβή πλήρους απασχόλησης για έναν μήνα, από το «νομοθετημένο κατώτατο ημερομίσθιο», που αφορά μία ημέρα πλήρους απασχόλησης. Ατομική ή συλλογική σύμβαση δεν μπορεί να ορίσει τακτικές αποδοχές χαμηλότερες από αυτά τα όρια. Για τη μερική απασχόληση εφαρμόζεται η αναλογία που αντιστοιχεί στον συμφωνημένο χρόνο εργασίας.[4]

Το νομοθετημένο όριο είναι κατώφλι και όχι ενιαίος μισθός για όλους. Κλαδική, ομοιοεπαγγελματική ή επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση, διαιτητική απόφαση, ατομική σύμβαση ή δεσμευτική επιχειρησιακή πρακτική μπορεί να προβλέπει υψηλότερες αποδοχές και ευνοϊκότερους όρους. Δεν μπορεί, αντιθέτως, να παρακάμψει το νόμιμο κατώτατο όριο. Οι ναυτικοί που υπάγονται στη Σύμβαση Ναυτικής Εργασίας του 2006 εξαιρούνται από τις διατάξεις του γενικού νομοθετημένου μισθού και καλύπτονται από το ειδικό καθεστώς και τις αντίστοιχες συλλογικές ρυθμίσεις.[3]

Η διάκριση μεταξύ μισθού και ημερομισθίου αφορά τον νομικό τρόπο αμοιβής. Δεν υπάρχει ένα ενιαίο, αυτοτελές «καθαρό κατώτατο ωρομίσθιο» για όλους τους εργαζομένους. Όπου απαιτείται αναγωγή μισθού ή ημερομισθίου σε ωρομίσθιο —για παράδειγμα, για τον υπολογισμό πρόσθετης εργασίας— εφαρμόζονται οι νόμιμοι κανόνες αναγωγής και λαμβάνονται υπόψη το ωράριο και ο τρόπος αμοιβής.[5]

Νομοθετημένα κατώτατα όρια από 1 Απριλίου 2026
Κατηγορία αμοιβής Μικτό κατώτατο ποσό Παρατήρηση
Υπάλληλος πλήρους απασχόλησης 920,00 € τον μήνα Τακτικός μηνιαίος μικτός μισθός
Εργατοτεχνίτης πλήρους απασχόλησης 41,09 € την ημέρα Μικτό ημερομίσθιο
Θεωρητικό σύνολο πλήρους δωδεκαμήνου 12.880,00 € τον χρόνο Αν ο μισθός των 920 € παραμείνει αμετάβλητος: 12 μηνιαίοι μισθοί και παροχές ίσες με δύο μισθούς
Στατιστική αναγωγή σε 12μηνη βάση 1.073,33 € τον μήνα 920 × 14 ÷ 12· δεν αποτελεί τον τακτικό καταβαλλόμενο μισθό

Τα παραπάνω είναι βασικά ποσά, πριν από τυχόν προσαύξηση λόγω αναγνωριζόμενης προϋπηρεσίας ή ευνοϊκότερη συλλογική ή ατομική ρύθμιση. Η υπουργική απόφαση 8934/27.3.2026 (ΦΕΚ Β΄ 1759) αύξησε το προηγούμενο ποσό των 880 ευρώ κατά 40 ευρώ ή 4,55%.[1]

Μικτές και καθαρές αποδοχές

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από το μικτό ποσό αφαιρούνται οι εισφορές που βαρύνουν τον εργαζόμενο και, όπου προκύπτει, ο φόρος μισθωτών υπηρεσιών. Το καθαρό ποσό δεν είναι ίδιο για όλους: επηρεάζεται από τη φορολογική κλίμακα, την ηλικία, τον αριθμό των εξαρτώμενων τέκνων, άλλες πηγές εισοδήματος και την ασφαλιστική υπαγωγή. Οι εργοδοτικές εισφορές δεν αφαιρούνται από τον μικτό μισθό του εργαζομένου αλλά προστίθενται στο κόστος εργασίας του εργοδότη. Συνεπώς, τα παραδείγματα «καθαρού κατώτατου μισθού» που δημοσιεύονται για συγκεκριμένα οικογενειακά ή ηλικιακά προφίλ δεν αποτελούν δεύτερο νόμιμο μισθολογικό όριο.[6]

Δώρα εορτών, επίδομα αδείας και αναγωγή σε 12μηνη βάση

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι μισθωτοί του ιδιωτικού τομέα δικαιούνται, εφόσον έχουν εργαστεί ολόκληρες τις αντίστοιχες περιόδους αναφοράς:

Σε μικρότερη διάρκεια εργασιακής σχέσης τα δώρα υπολογίζονται αναλογικά. Οι παροχές αυτές είναι διακριτές από τις αποδοχές της κανονικής άδειας και δεν μετατρέπουν τον τακτικό μηνιαίο μισθό σε 1.073,33 ευρώ. Η συνήθης έκφραση «14 μισθοί» σημαίνει ότι οι ετήσιες μικτές αποδοχές μισθωτού πλήρους έτους αντιστοιχούν σε δεκατέσσερις μηνιαίους μισθούς, παρότι οι δύο πρόσθετες μονάδες καταβάλλονται ως τρεις διαφορετικές παροχές.[7][8]

Για να καταστήσει συγκρίσιμα τα στοιχεία των κρατών, η Eurostat αναγάγει τους κατώτατους μισθούς της Ελλάδας, της Ισπανίας και της Πορτογαλίας σε δωδεκάμηνη βάση με τον τύπο «μηνιαίο ποσό × 14 ÷ 12». Γι’ αυτό οι ευρωπαϊκοί πίνακες εμφανίζουν για την Ελλάδα αριθμό υψηλότερο από τον νόμιμο τακτικό μηνιαίο μισθό. Οι διεθνείς συγκρίσεις πρέπει επίσης να διακρίνουν τα ονομαστικά ποσά από τα ποσά σε ισοτιμία αγοραστικής δύναμης.[2]

Συλλογικός καθορισμός έως το 2012

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η συλλογική διαπραγμάτευση σε εθνικό επίπεδο για τον κατώτατο μισθό καθιερώθηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα το 1935. Για τις τελευταίες δεκαετίες πριν από την κρίση το βασικό ποσό προέκυπτε από την ΕΓΣΣΕ, την οποία διαπραγματεύονταν η Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδας και οι αντιπροσωπευτικές εργοδοτικές οργανώσεις. Οι μισθολογικοί όροι της λειτουργούσαν ως εθνικό κατώφλι και μπορούσαν να βελτιωθούν από κλαδικές, επιχειρησιακές ή ατομικές ρυθμίσεις.[9][10]

Η ΕΓΣΣΕ 2010–2012 προέβλεψε διαδοχικές αυξήσεις συνδεδεμένες με τον ευρωπαϊκό πληθωρισμό. Από την 1η Ιουλίου 2011 ο βασικός μισθός άγαμου υπαλλήλου χωρίς προϋπηρεσία ανήλθε σε 751,39 ευρώ και το ημερομίσθιο σε 33,57 ευρώ.[11]

Η νομοθετική μεταβολή του 2012

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο πλαίσιο του δεύτερου προγράμματος οικονομικής προσαρμογής, η Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου 6/2012 μείωσε από τις 14 Φεβρουαρίου 2012 τα τότε κατώτατα όρια κατά 22% για τους εργαζομένους ηλικίας 25 ετών και άνω: ο μισθός περιορίστηκε σε 586,08 ευρώ και το ημερομίσθιο σε 26,18 ευρώ. Για τους νεότερους των 25 ετών η μείωση ήταν 32% και δημιουργήθηκε υποκατώτατο όριο 510,95 ευρώ και 22,83 ευρώ αντίστοιχα. Παράλληλα ανεστάλη η ωρίμανση των προσαυξήσεων προϋπηρεσίας.[12]

Ο νόμος 4093/2012 και, στη συνέχεια, το άρθρο 103 του νόμου 4172/2013 διαμόρφωσαν σύστημα νομοθετικού καθορισμού ύστερα από διαβούλευση. Η ΕΓΣΣΕ εξακολούθησε να ρυθμίζει μη μισθολογικούς ελάχιστους όρους για όλους, αλλά οι μισθολογικοί όροι της δεν είχαν πλέον καθολική δεσμευτικότητα: εφαρμόζονταν στους εργαζομένους εργοδοτών που δεσμεύονταν από τις συμβαλλόμενες οργανώσεις, χωρίς να μπορούν να υπολείπονται του νομοθετημένου ορίου.[13]

Από την αύξηση του 2019 έως σήμερα

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την 1η Φεβρουαρίου 2019 ο κατώτατος μισθός αυξήθηκε σε 650 ευρώ και το ημερομίσθιο σε 29,04 ευρώ. Με την ίδια απόφαση καταργήθηκε ο ηλικιακός υποκατώτατος μισθός, οπότε το ίδιο βασικό όριο εφαρμόστηκε ανεξαρτήτως ηλικίας. Η επόμενη διαδικασία αναθεώρησης μετατέθηκε κατά την πανδημία COVID-19.

Ακολούθησαν δύο αυξήσεις το 2022 —σε 663 ευρώ από τον Ιανουάριο και σε 713 ευρώ από τον Μάιο— και ετήσιες αυξήσεις σε 780 ευρώ το 2023, 830 ευρώ το 2024, 880 ευρώ το 2025 και 920 ευρώ το 2026.[1] Από την 1η Ιανουαρίου 2024 άρχισε εκ νέου η προσμέτρηση χρόνου για τις προσαυξήσεις προϋπηρεσίας, χωρίς να προσμετράται το διάστημα της αναστολής από 14 Φεβρουαρίου 2012 έως 31 Δεκεμβρίου 2023.[14]

Εξέλιξη των ποσών από το 2011

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πίνακας παρουσιάζει τα βασικά ονομαστικά μικτά ποσά χωρίς προσαυξήσεις προϋπηρεσίας. Η «12μηνη αναγωγή» είναι το ετήσιο ισοδύναμο των 14 μισθολογικών μονάδων διαιρεμένο διά 12· δεν είναι το ποσό της μηνιαίας μισθοδοσίας. Οι ημερομηνίες είναι ημερομηνίες έναρξης ισχύος και όχι ετήσιοι μέσοι όροι.[11][1]

Έναρξη ισχύος Μηνιαίος μισθός (€) Ημερομίσθιο (€) 12μηνη αναγωγή μισθού (€) Σημείωση
1 Ιουλίου 2011 751,39 33,57 876,62 ΕΓΣΣΕ 2010–2012
14 Φεβρουαρίου 2012 586,08 26,18 683,76 Μείωση 22% για ηλικίες 25+
14 Φεβρουαρίου 2012 510,95 22,83 596,11 Υποκατώτατο όριο για ηλικίες κάτω των 25
1 Φεβρουαρίου 2019 650,00 29,04 758,33 Κατάργηση ηλικιακής διάκρισης
1 Ιανουαρίου 2022 663,00 29,62 773,50 Αύξηση 2%
1 Μαΐου 2022 713,00 31,85 831,83 Δεύτερη αύξηση μέσα στο 2022
1 Απριλίου 2023 780,00 34,84 910,00 Υ.Α. 31986/2023
1 Απριλίου 2024 830,00 37,07 968,33 Υ.Α. 25058/2024
1 Απριλίου 2025 880,00 39,30 1.026,67 Υ.Α. 8233/2025
1 Απριλίου 2026 920,00 41,09 1.073,33 Υ.Α. 8934/2026

Διαδικασία καθορισμού

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μεταβατικό σύστημα 2025–2027

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για τα έτη 2025, 2026 και 2027 ισχύει μεταβατική διαδικασία. Επιστημονικοί και ερευνητικοί φορείς, οι κοινωνικοί εταίροι και οι αρμόδιες δημόσιες υπηρεσίες καταθέτουν εκθέσεις και προτάσεις. Κατά την αξιολόγηση συνεκτιμώνται, μεταξύ άλλων, η παραγωγικότητα και η ανταγωνιστικότητα, η εξέλιξη τιμών, εισοδημάτων και μισθών, η απασχόληση και η ανεργία, η αγοραστική δύναμη και το κόστος διαβίωσης. Μετά την ολοκλήρωση της διαβούλευσης, το Υπουργικό Συμβούλιο εγκρίνει την πρόταση των αρμόδιων υπουργών και το νέο ποσό ορίζεται με απόφαση.[4]

Η συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων στη διαδικασία δεν ισοδυναμεί με συλλογική διαπραγμάτευση του τελικού εθνικού ποσού: η τελική απόφαση είναι κρατική. Οι εκθέσεις και τα υπομνήματα της διαβούλευσης δημοσιοποιούνται από το Υπουργείο Εργασίας.[1]

Αυτόματη αναπροσαρμογή από το 2028

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο νόμος 5163/2024, όπως κωδικοποιήθηκε στον Κώδικα Εργατικού Δικαίου, προβλέπει από το 2028 ετήσια αναπροσαρμογή με συντελεστή που αποτελείται από το άθροισμα:

  1. της ετήσιας μεταβολής του δείκτη τιμών καταναλωτή για το χαμηλότερο 20% της εισοδηματικής κατανομής των νοικοκυριών και
  2. του μισού της ετήσιας μεταβολής της αγοραστικής δύναμης του γενικού δείκτη μισθών.

Οι μεταβολές μετρώνται για την περίοδο από 1 Ιουλίου του προηγούμενου έτους έως 30 Ιουνίου του τρέχοντος. Αν ο συντελεστής προκύψει αρνητικός, το ποσό δεν μειώνεται. Προβλέπεται Επιστημονική Επιτροπή, τεχνική υποστήριξη από τον Οργανισμό Μεσολάβησης και Διαιτησίας και δυνατότητα κατ’ εξαίρεση απόκλισης από τον κανόνα σε ειδικές οικονομικές συνθήκες, με αιτιολογημένη γνώμη. Οι σχετικές διατάξεις τίθενται σε εφαρμογή την 1η Ιουνίου 2027, ώστε να χρησιμοποιηθούν για τον καθορισμό του επόμενου έτους.[3]

Ευρωπαϊκό πλαίσιο

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Οδηγία (ΕΕ) 2022/2041 δημιούργησε πλαίσιο για την επάρκεια των κατώτατων μισθών, την προώθηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων και την αποτελεσματική πρόσβαση των εργαζομένων στην προστασία. Δεν θεσπίζει ενιαίο ευρωπαϊκό ποσό ούτε υποχρεώνει τα κράτη που βασίζονται σε συλλογικές συμβάσεις να εισαγάγουν νομοθετημένο μισθό. Η Ελλάδα την ενσωμάτωσε με τον νόμο 5163/2024.[15]

Με απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 2025, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ακύρωσε το άρθρο 5 παράγραφος 2 της οδηγίας και τμήματα των παραγράφων 1 και 3, κρίνοντας ότι επενέβαιναν άμεσα στον καθορισμό των αμοιβών· η υπόλοιπη οδηγία παρέμεινε σε ισχύ.[16]

Προϋπηρεσία και άλλες προσαυξήσεις

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προσαύξηση προϋπηρεσίας («τριετίες»)

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για εργαζομένους που αμείβονται με το νομοθετημένο όριο αναγνωρίζεται η εξαρτημένη εργασία σε οποιονδήποτε εργοδότη και ειδικότητα πριν από τις 14 Φεβρουαρίου 2012 και μετά την 1η Ιανουαρίου 2024. Το ενδιάμεσο διάστημα δεν δημιουργεί δικαίωμα και δεν μπορεί να αναζητηθεί αναδρομικά. Για τους υπαλλήλους η προσαύξηση είναι 10% ανά τριετία, έως τρεις τριετίες και συνολικά 30%. Για τους εργατοτεχνίτες είναι 5% ανά τριετία, έως έξι τριετίες και συνολικά 30%.[14][1]

Κατώτατα ποσά υπαλλήλων με αναγνωριζόμενη προϋπηρεσία από 1 Απριλίου 2026
Αναγνωριζόμενη προϋπηρεσία Προσαύξηση Μικτός μηνιαίος μισθός
Κάτω από 3 έτη 0% 920,00 €
3 έως κάτω από 6 έτη 10% 1.012,00 €
6 έως κάτω από 9 έτη 20% 1.104,00 €
9 έτη και άνω 30% 1.196,00 €
Κατώτατα ημερομίσθια εργατοτεχνιτών με αναγνωριζόμενη προϋπηρεσία από 1 Απριλίου 2026
Τριετίες Προσαύξηση Μικτό ημερομίσθιο
0 0% 41,09 €
1 5% 43,14 €
2 10% 45,20 €
3 15% 47,25 €
4 20% 49,31 €
5 25% 51,36 €
6 30% 53,42 €

Αν οι ήδη καταβαλλόμενες τακτικές αποδοχές είναι υψηλότερες από το βασικό νόμιμο ποσό, η διαφορά μπορεί να συμψηφίζεται με την προσαύξηση προϋπηρεσίας, εκτός αν ευνοϊκότερη συλλογική ή ατομική ρύθμιση ορίζει διαφορετικά.[14]

Επίδομα γάμου και τέκνων

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο νομοθετημένος κατώτατος μισθός δεν αυξάνεται αυτομάτως για κάθε έγγαμο εργαζόμενο ή για κάθε εργαζόμενο με τέκνα. Το επίδομα γάμου είναι μισθολογικός όρος. Σύμφωνα με την απόφαση 353/2025 του Αρείου Πάγου, μετά τις 14 Μαΐου 2013 ο σχετικός όρος της ΕΓΣΣΕ δεσμεύει τους εργοδότες που ανήκουν στις συμβαλλόμενες εργοδοτικές οργανώσεις· μπορεί επίσης να οφείλεται από άλλη εφαρμοστέα συλλογική ή ατομική σύμβαση ή από επιχειρησιακή πρακτική. Αντίστοιχα, δεν υπάρχει γενική νομοθετημένη προσαύξηση του βασικού μισθού λόγω τέκνων, αν και η οικογενειακή κατάσταση μπορεί να επηρεάζει τη φορολογία, τις καθαρές αποδοχές ή ειδικές συλλογικές παροχές.[13]

Έλεγχος εφαρμογής και έννομη προστασία

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η καταβολή αποδοχών κάτω από το νόμιμο όριο δεν νομιμοποιείται με συμφωνία του εργαζομένου. Ο δυσμενής συμβατικός όρος είναι ανίσχυρος ως προς τη διαφορά, την οποία ο εργαζόμενος μπορεί να διεκδικήσει. Η Επιθεώρηση Εργασίας ελέγχει την εφαρμογή, διερευνά καταγγελίες και μπορεί να επιβάλει τις προβλεπόμενες διοικητικές κυρώσεις. Ο εργαζόμενος μπορεί να ζητήσει τη διενέργεια εργατικής διαφοράς ή να υποβάλει επώνυμη ή ανώνυμη καταγγελία, χωρίς αυτό να υποκαθιστά τη δικαστική διεκδίκηση των οφειλόμενων ποσών.[17][18]

Η αποτελεσματικότητα του κατώτατου μισθού εξαρτάται όχι μόνο από το ονομαστικό του ύψος αλλά και από τη συμμόρφωση: αδήλωτη ή υποδηλωμένη εργασία, ψευδής δήλωση ωραρίου, επιστροφή μέρους του μισθού και μη καταβολή δώρων μπορούν να μειώσουν την πραγματική προστασία. Η ενσωμάτωση της Οδηγίας 2022/2041 προβλέπει πρόσβαση σε πληροφορίες, προστασία από δυσμενή μεταχείριση και αποτελεσματικούς ελέγχους.[3]

Σχέση με τον δημόσιο τομέα και τις κοινωνικές παροχές

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο νομοθετημένος μισθός αφορά πρωτίστως το κατώφλι αμοιβής της εξαρτημένης εργασίας, ενώ οι αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων καθορίζονται από χωριστό ενιαίο μισθολόγιο. Ο νόμος 5163/2024 συνέδεσε, ωστόσο, την ετήσια αναπροσαρμογή των βασικών μισθών του Δημοσίου με την ονομαστική αύξηση του κατώτατου μισθού. Έτσι, η αύξηση του ιδιωτικού κατώτατου μισθού κατά 40 ευρώ το 2026 συνοδεύτηκε από ισόποση αύξηση των βασικών μισθών του Δημοσίου, χωρίς να ταυτίζονται τα δύο μισθολογικά συστήματα.[19]

Το ύψος του κατώτατου μισθού χρησιμοποιείται επίσης ως βάση ή σημείο αναφοράς για ορισμένες παροχές και όρια της εργατικής και κοινωνικοασφαλιστικής νομοθεσίας. Η μεταβολή του μπορεί, επομένως, να επηρεάζει ποσά όπως επιδόματα που υπολογίζονται με βάση αυτόν, αλλά κάθε παροχή διέπεται από τους δικούς της όρους και δεν αυξάνεται κατ’ ανάγκη με τον ίδιο τρόπο.[6]

Ευρωπαϊκές συγκρίσεις

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα περισσότερα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπάρχει εθνικός νομοθετημένος κατώτατος μισθός, ενώ σε ορισμένα —όπως η Δανία, η Ιταλία, η Αυστρία, η Φινλανδία και η Σουηδία— τα κατώτατα όρια προκύπτουν κυρίως από κλαδικές συλλογικές συμβάσεις. Δεν υφίσταται ενιαίος κατώτατος μισθός της ΕΕ.[2]

Η σύγκριση απλών ποσών σε ευρώ έχει περιορισμούς. Επηρεάζεται από τον αριθμό των ετήσιων καταβολών, τις ώρες εργασίας, τους φόρους και τις εισφορές, την κάλυψη από συλλογικές συμβάσεις και το κόστος ζωής. Η Eurostat δημοσιεύει τόσο ονομαστικές τιμές όσο και τιμές σε μονάδες αγοραστικής δύναμης, καθώς και τον κατώτατο μισθό ως ποσοστό των μέσων ή διάμεσων αποδοχών. Για την Ελλάδα χρησιμοποιεί την αναγωγή των 14 μισθολογικών μονάδων σε 12 μήνες.[20]

Οικονομικές και κοινωνικές επιδράσεις

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο κατώτατος μισθός επηρεάζει άμεσα τις αμοιβές στο κατώτερο τμήμα της μισθολογικής κατανομής και μπορεί να επηρεάσει έμμεσα μισθούς λίγο πάνω από το κατώφλι. Προσομοιώσεις του Κοινού Κέντρου Ερευνών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για υποθετικές αυξήσεις σε 21 κράτη μέλη έδειξαν δυνατότητα περιορισμού της φτώχειας των εργαζομένων και της μισθολογικής ανισότητας. Η επίδραση στο διαθέσιμο εισόδημα εξαρτάται, ωστόσο, από τη σύνθεση του νοικοκυριού και την αλληλεπίδραση φόρων και κοινωνικών παροχών. Η μελέτη ήταν στατική και δεν αποτίμησε αντιδράσεις της προσφοράς εργασίας ή ευρύτερες μακροοικονομικές επιδράσεις, γι’ αυτό τα αποτελέσματά της αποτελούν σενάρια και όχι πρόβλεψη για κάθε συγκεκριμένη αύξηση.[21]

Μελέτη εργασίας του ΟΟΣΑ για την ελληνική αγορά εργασίας διαπίστωσε ότι μετά την αύξηση του 2019 οι δηλωμένες αμοιβές ενισχύθηκαν στο κατώτερο τμήμα της κατανομής, χωρίς εμφανή επιβράδυνση της συνολικής αύξησης της απασχόλησης στα αμέσως επόμενα τρίμηνα. Η μελέτη υπογράμμισε, πάντως, ότι η περίοδος χαρακτηριζόταν από ισχυρή ζήτηση εργασίας και ότι η αξιολόγηση πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις τοπικές συνθήκες, τις μικρές επιχειρήσεις και την επιβολή της νομοθεσίας· η χρονική συσχέτιση δεν αρκεί από μόνη της για βέβαιο αιτιώδες συμπέρασμα.[22]

Η ίδια συζήτηση αφορά και τον τρόπο καθορισμού. Οι υποστηρικτές ενός προβλέψιμου κανόνα τονίζουν τη σταθερότητα και την προστασία της αγοραστικής δύναμης, ενώ οι επικριτές επισημαίνουν ότι ένας αυτόματος τύπος μπορεί να μην αποτυπώνει πλήρως έκτακτες μεταβολές στην παραγωγικότητα, την ανεργία ή το κόστος των μικρών επιχειρήσεων. Για τον λόγο αυτό το θεσμικό πλαίσιο συνδυάζει τον αριθμητικό μηχανισμό με διαβούλευση, επιστημονική γνώμη και δυνατότητα αιτιολογημένης εξαίρεσης.[3]

  1. 1 2 3 4 5 6 «Κατώτατος Μισθός». Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης. Ανακτήθηκε στις 22 Ιουλίου 2026.
  2. 1 2 3 «Minimum wages (earn_minw): Reference metadata». Eurostat (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 22 Ιουλίου 2026.
  3. 1 2 3 4 5 «Ν. 5163/2024 (ΦΕΚ 199/Α΄/6.12.2024)». Ελληνικό Ινστιτούτο Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας. Ανακτήθηκε στις 22 Ιουλίου 2026.
  4. 1 2 «Π.Δ. 62/2025 (ΦΕΚ 121/Α΄/11.7.2025) — Κώδικας Εργατικού Δικαίου». Ελληνικό Ινστιτούτο Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας. Ανακτήθηκε στις 22 Ιουλίου 2026.
  5. «Αποδοχές — Αναγωγή μισθού σε ημερομίσθιο ή ωρομίσθιο». Επιθεώρηση Εργασίας. Ανακτήθηκε στις 22 Ιουλίου 2026.
  6. 1 2 «Σε ισχύ από σήμερα ο νέος κατώτατος μισθός — Ωφελεί 1,5 εκατομμύριο πολίτες». Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης. 1 Απριλίου 2026. Ανακτήθηκε στις 22 Ιουλίου 2026.
  7. «Επιδόματα εορτών (δώρα Πάσχα και Χριστουγέννων)». Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης. Ανακτήθηκε στις 22 Ιουλίου 2026.
  8. «Αποδοχές άδειας και επίδομα άδειας». Επιθεώρηση Εργασίας. Ανακτήθηκε στις 22 Ιουλίου 2026.
  9. «Productive Jobs for Greece» (στα Αγγλικά). International Labour Organization. 2014. Ανακτήθηκε στις 22 Ιουλίου 2026.
  10. «Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας». Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης. Ανακτήθηκε στις 22 Ιουλίου 2026.
  11. 1 2 «Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας 2010–2012» (PDF). Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης. Ανακτήθηκε στις 22 Ιουλίου 2026.
  12. «Έκθεση για τον κατώτατο μισθό 2024» (PDF). Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών. 2024. Ανακτήθηκε στις 22 Ιουλίου 2026.
  13. 1 2 «Άρειος Πάγος, απόφαση 353/2025». CyLII. 2025. Ανακτήθηκε στις 22 Ιουλίου 2026.
  14. 1 2 3 «Εγκύκλιος για την αμοιβή του χρόνου προϋπηρεσίας στον ιδιωτικό τομέα». Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης. 28 Σεπτεμβρίου 2023. Ανακτήθηκε στις 22 Ιουλίου 2026.
  15. «Directive (EU) 2022/2041 on adequate minimum wages in the European Union». EUR-Lex (στα Αγγλικά). 19 Οκτωβρίου 2022. Ανακτήθηκε στις 22 Ιουλίου 2026.
  16. «Judgment of the Court in Case C-19/23, Denmark v Parliament and Council». EUR-Lex (στα Αγγλικά). 11 Νοεμβρίου 2025. Ανακτήθηκε στις 22 Ιουλίου 2026.
  17. «Ν. 5163/2024, άρθρα για έλεγχο, προστασία και κυρώσεις». Ελληνικό Ινστιτούτο Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας. Ανακτήθηκε στις 22 Ιουλίου 2026.
  18. «Ανώνυμη καταγγελία στην Επιθεώρηση Εργασίας». gov.gr. Ανακτήθηκε στις 22 Ιουλίου 2026.
  19. «Νέα αύξηση στις αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων από τον Απρίλιο στη βάση της αναπροσαρμογής του κατώτατου μισθού». Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. 2026. Ανακτήθηκε στις 22 Ιουλίου 2026.
  20. «Minimum wage statistics». Eurostat — Statistics Explained (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 22 Ιουλίου 2026.
  21. «Social and fiscal impacts of statutory minimum wages in EU countries: A microsimulation analysis with EUROMOD» (PDF) (στα Αγγλικά). Joint Research Centre, European Commission. 2021. Ανακτήθηκε στις 22 Ιουλίου 2026.
  22. Bulman, Tim (2020). «Rejuvenating Greece's Labour Market to Generate More and Higher-quality Jobs» (στα αγγλικά). OECD Economics Department Working Papers (1622). doi:10.1787/8ea5037f-en. https://one.oecd.org/document/ECO/WKP%282020%2930/en/pdf. Ανακτήθηκε στις 22 Ιουλίου 2026.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]