Καρλ Τέοντορ Ντράγιερ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Καρλ Ντράγιερ
Carl Theodor Dreyer (1965) by Erling Mandelmann.jpg
Γέννηση
Κοπεγχάγη
Θάνατος
Κοπεγχάγη
Αιτία θανάτου Πνευμονία
Υπηκοότητα Δανία
Ιδιότητα σκηνοθέτης κινηματογραφικών έργων, σεναριογράφος και μοντέρ
Ιστοσελίδα http://english.carlthdreyer.dk/
Commons page Πολυμέσα

Ο Καρλ Τέοντορ Ντράγιερ (Carl Theodor Dreyer ή Carl Th. Dreyer), Κοπεγχάγη 3 Φεβρουαρίου 1889 – Φρέντερικσμπεργκ 20 Μαρτίου 1968, ήταν Δανός σκηνοθέτης. Θεωρείται από πολλούς κριτικούς και κινηματογραφιστές ως ο σημαντικότερος σκηνοθέτης της χώρας του και από τους μεγαλύτερους, σε παγκόσμιο επίπεδο. Είναι χαρακτηριστικό ότι, ιδιαίτερα οι τελευταίες, λιγοστές ταινίες του συναγωνίζονται η μία την άλλη σε ποιοτικό επίπεδο. Οι πιο γνωστές από αυτές είναι: Τα πάθη της Ζαν Ντ’ Αρκ (1928), «Βαμπίρ» (1932), «Ημέρες Οργής» (1943), « Ο Λόγος» (1955) και «Γερτρούδη» (1964). [1][2]

Βιογραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ντράγιερ γεννήθηκε στην Κοπεγχάγη, και ήταν μη-αναγνωρισμένος (illegitimate) γιος της Τ. Νίλσον (Josefine Bernhardine Nilsson), μιας υπηρέτριας από τη Ν. Σουηδία. Ο πατέρας του, Γ. Τορπ (Jens Christian Torp), Δανός αγρότης που ζούσε στη Σουηδία ήταν εργοδότης της μητέρας του, αλλά δεν τον αναγνώρισε ως παιδί του, όντας νυμφευμένος με άλλη γυναίκα, και τον έθεσε υπό υιοθεσία. Ο μικρός Καρλ πέρασε τα πρώτα δύο χρόνια της ζωής του σε ορφανοτροφεία, μέχρι να βρεθούν οι θετοί γονείς, ένας τυπογράφος που ονομαζόταν Καρλ Ντράγιερ και η σύζυγός του, Ι. Μαρί (Inger Marie, το γένος Olsen). Πήρε το όνομα του θετού πατέρα του, αλλά σύμφωνα με το δανικό εθιμοτυπικό, δεν υπήρχε η δυνατότητα να προστεθεί στο όνομά του το «junior», για να διακρίνεται από τον πατέρα του. Ωστόσο, οι θετοί γονείς του Καρλ υπήρξαν συναισθηματικά απόμακροι και στην παιδική ηλικία του ήταν, σε μεγάλο βαθμό, δυστυχισμένος. Αργότερα, θυμόταν ότι οι θετοί γονείς του συνεχώς τού υπενθύμιζαν πως «έπρεπε να είναι ευγνώμων για το φαγητό που τού έδιναν και ότι, δεν έπρεπε να έχει απολύτως καμία αξίωση σε τίποτα, εφόσον η μητέρα του απαλλάχτηκε από τα έξοδα πέφτοντας να πεθάνει». Όμως, ήταν ένας ιδιαίτερα ευφυής μαθητής, και έφυγε από το σπίτι οριστικά το 1904. Η δύσκολη παιδική του ηλικία αποτυπώνεται έντονα στη θεματολογία των ταινιών που σκηνοθέτησε. [3]

Ο Ντράγιερ υπήρξε συντηρητικός, ιδεολογικά. Σύμφωνα με τον θεωρητικό και ιστορικό του κινηματογράφου Ν. Μπόρντουελ (David Bordwell), «Ως νεολαίος ανήκε στο κόμμα των Κοινωνικά Φιλελευθέρων, μια συντηρητική ομάδα, ριζοσπαστική μόνο στην αντίθεσή της σε στρατιωτικές δαπάνες ...» Ακόμα και όταν ήταν στην εφημερίδα Ekstrabladet, ο Ντράγιερ θυμάται ότι, « ήμουν συντηρητικός ... δεν πιστεύω στις επαναστάσεις. Έχουν, κατά κανόνα, το ανιαρό χαρακτηριστικό να κρατάνε την ανάπτυξη πίσω. Πιστεύω περισσότερο στην εξέλιξη, στις μικρές προόδους». [4]

Επαγγελματική σταδιοδρομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν ήταν νέος, ο Ντράγιερ εργάστηκε ως δημοσιογράφος, αλλά τελικά προσχώρησε στην κινηματογραφική βιομηχανία ως συντάκτης υποτίτλων του βωβού κινηματογράφου και, στη συνέχεια, ως σεναριογράφος και μοντέρ. [5] Είχε αρχικά προσληφθεί από τη δανική Nordisk Film το 1913.

Οι πρώτες του προσπάθειες στη σκηνοθεσία είχαν περιορισμένη επιτυχία, και έφυγε από τη Δανία για να εργαστεί στη βιομηχανία του γαλλικού κινηματογράφου. Ενώ ζούσε στη Γαλλία, γνώρισε τον Ζαν Κοκτώ, τον Ζαν Ουγκώ και άλλα μέλη της γαλλικής καλλιτεχνικής σκηνής και, το 1928, έκανε την πρώτη κλασική ταινία του, Τα πάθη της Ζαν Ντ’ Αρκ. Μελετώντας συστηματικά τα σωζόμενα πρακτικά της δίκης της Ιωάννας της Λωραίνης, δημιούργησε ένα συγκινητικό αριστούργημα που ισορροπεί ανάμεσα στον ρεαλισμό και τον εξπρεσιονισμό.

Αργότερα, ο βαρώνος Nicolas de Gunzburg θα χρηματοδοτήσει την επόμενη ταινία του Ντράγιερ, καθώς η βιομηχανία κινηματογράφου της Δανίας βρισκόταν σε οικονομική κατάρρευση. Το φιλμ «Βαμπίρ» (Vampyr), του 1932, είναι ένας σουρεαλιστικός διαλογισμός πάνω στο φόβο. Η λογική παραχωρεί τη θέση της στην ψυχική διάθεση και την ατμόσφαιρα, σε αυτή την ιστορία ενός άνδρα που προστατεύει δύο αδελφές από ένα βαμπίρ. Η ταινία περιέχει πολλές ανεξίτηλες εικόνες που έχουν μείνει κλασικές. Η ταινία ήταν βωβή, αλλά με κάποιος αραιούς, κρυπτικούς διαλόγους στα αγγλικά, γαλλικά και γερμανικά. Και οι δύο, αυτές, ταινίες απέτυχαν οικονομικά, οπότε ο Ντράγιερ αποφάσισε να μην κάνει άλλη ταινία μέχρι το 1943. Η Δανία βρισκόταν, τότε, υπό ναζιστική κατοχή, και η ταινία «Ημέρες οργής» είχε ως θέμα την παράκρουση που επικράτησε στην Ευρώπη, τον 17ο αιώνα, για το κυνήγι μαγισσών, στο έντονα θεοκρατικό πλαίσιο της εποχής. Με το έργο αυτό, ο Ντράγιερ καθιέρωσε το στυλ που θα σηματοδοτήσει τις ομιλούσες ταινίες του: προσεκτικές οπτικές συνθέσεις, αυστηρά μονοχρωματική κινηματογραφία, και μακρόσυρτα πλάνα. Κέρδισε τη διεθνή αναγνώριση και συνέβαλε στην αναγέννηση του δανικού κινηματογράφου. [6] Κατόπιν, και για μια δεκαετία, Ο Ντράγιερ θα γυρίσει μόνο δύο ντοκιμαντέρ.

Το 1955, ο Ντράγιερ θα σκηνοθετήσει το απόλυτο αριστούργημά του, την ταινία «Ο Λόγος», βασισμένη στο ομώνυμο θεατρικό έργο του Κaj Munk. Η ταινία συνδυάζει μια ιστορία αγάπης, με την σύγκρουση γύρω από την μισαλλοδοξία και την πραγματική πίστη. Η ταινία κέρδισε το Χρυσό Λιοντάρι στο 16ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας, και ήταν η μόνη ταινία του Ντράγιερ, η οποία είχε αρτιστική και οικονομική επιτυχία. Ο «Λόγος» θεωρείται, πλέον, από πολλούς κριτικούς ως μοναδικό αριστούργημα, ιδιαίτερα στον τομέα της κινηματογραφίας (cinematograrhy).

Η τελευταία μεγάλου μήκους ταινία του Ντράγιερ ήταν η «Γερτρούδη», του 1964. Αν και θεωρείται, από κάποιους, ως μικρότερης καλλιτεχνικής εμβέλειας σε σχέση με τις προηγούμενες, ωστόσο είναι ένα επιστέγασμα των πεποιθήσεων του Ντράγιερ, καθώς στο επίκεντρο βρίσκεται μια γυναίκα που, μέσα από δοκιμασίες, δεν εκφράζει καμία υποχώρηση για τις επιλογές που έκανε, θεωρώντας τον έρωτα ως το σημαντικότερο στοιχείο της ζωής της. [7] Το τελευταίο πρότζεκτ του Ντράγιερ ήταν μια ταινία για τον Ιησού. Αν και ένα χειρόγραφο γράφηκε (δημοσιεύθηκε το 1968), οι ασταθείς οικονομικές συνθήκες και οι απόλυτες απαιτήσεις του Ντράγιερ, δεν επέτρεψαν να γυριστεί το φιλμ.

Θεματολογία και ύφος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ντράγιερ έχει μια εντελώς ιδιαίτερη θεματολογία όπου διερευνά τη θρησκευτική εμπειρία με το χαρακτηριστικό «στατικό» ύφος των παρατεταμένων, διεισδυτικών γκρο-πλαν, αδιαφορώντας για την γρήγορη εξέλιξη της δράσης. Οι ταινίες του συχνά αναφέρονται στη μαγεία και το υπερφυσικό, την πάλη καλού-κακού και, κυρίως, την πουριτανική αδιαλλαξία και την καταπίεση. Η σκηνοθεσία του στηρίζεται στη χρήση αυθεντικών, μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια, χώρων και μακρόσυρτων κοντινών πλάνων. Ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για το διαφορετικό άτομο ως επίκεντρο της θεματολογίας του, το οποίο ξεχωρίζει από το σύνολο (με την έννοια του όχλου), το οποίο γίνεται συχνά αντικείμενο διώξεων. [8]

Κριτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Καρλ Ντράγιερ υπήρξε έντονα αντιφατική προσωπικότητα που, ανεξάρτητα της αναμφισβήτητης καλλιτεχνικής του αξίας, δίχασε τους κριτικούς, τους ηθοποιούς των ταινιών του και την κοινή γνώμη, κυρίως για τις μεθόδους που χρησιμοποιούσε για την επίτευξη του επιθυμητού αποτελέσματος που καταγράφεται στο σελουλόιντ. Έχει χαρακτηριστεί ως παρεξηγημένη ιδιοφυΐα, συντηρητικός αστός σκηνοθέτης, αλλά και ως ο «τυραννικός Δανός» όπως το έθεσε ο Paul Moor, το 1951, σε άρθρο του στο οποίο, αναφέρεται στις σαδιστικές τάσεις του Ντράγιερ. Η «διαβόητη» συμπεριφορά του απέναντι στην συγκλονιστική Ρενέ Φαλκονετί, στην ταινία «Τα Πάθη της Ζαν ντ’ Αρκ», πιθανόν να πυροδότησε αυτές τις φήμες. [9] Πολλοί κριτικοί και ερευνητές υποστήριξαν ότι, οι «επιδόσεις» της Φαλκονετί στην συγκεκριμένη ταινία ήταν το αποτέλεσμα της ακραίας «σκληρότητας» που είχε επιδείξει ο Ντράγιερ, ένας «διαβόητα» απαιτητικός σκηνοθέτης που, για να πετύχει αυτό το καταγεγραμμένο στο σελουλόιντ ψυχογράφημα, την ώθησε στο χείλος της συναισθηματικής κατάρρευσης.

Για παράδειγμα, ο κριτικός κινηματογράφου Ρότζερ Έμπερτ (Roger Ebert) γράφει: «…για την Φαλκονετί, τα γυρίσματα ήταν μια ψυχοφθόρα δοκιμασία. Υπάρχουν αναφορές από το τιμ αυτών που εργάστηκαν για την ταινία ότι, ο Ντράγιερ ανάγκαζε την ηθοποιό να γονατίζει πάνω στις πέτρες και, στη συνέχεια, να αφαιρεί όλο τον εξωτερικό πόνο (sic), ούτως ώστε να διαφανεί μόνον ο εσωτερικός/ψυχικός πόνος στο πρόσωπό της. Ο Ντράγιερ επαναλάμβανε τα γυρίσματα ξανά και ξανά, ελπίζοντας ότι στην αίθουσα μοντάζ θα μπορούσε να βρει ακριβώς τη σωστή «απόχρωση» στην έκφραση του προσώπου της Φαλκονετί…». [10]

Ωστόσο, στην βιογραφία τους για τον Ντράγιερ, οι Τζιν και Ντέιλ Ντραμ (Jean and Dale Drum) αναφέρουν ότι αυτές οι ιστορίες βασίζονται μόνο σε φήμες και ότι «δεν υπάρχει καμία απόδειξη ότι ο Ντράγιερ θα μπορούσε να ήταν ένας σαδιστής». [11]

Φιλμογραφία (μεγάλου μήκους)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έτος Ελληνικός τίτλος Αυθεντικός τίτλος Χώρα παραγωγής
1919 Ο Πρόεδρος Præsidenten Δανία
1920 Η Χήρα του Πάστορα Prästänkan Σουηδία
1921 Σελίδες από το Βιβλίο του Σατανά Blade af Satans bog Δανία
1922 Οι Σημαδεμένοι Die Gezeichneten Γερμανία
1922 Μια Φορά κι Έναν Καιρό Der var engang Δανία
1924 Μίκαελ Mikaël Γερμανία
1925 Τίμα την Γυναίκα σου Du skal ære din hustru Δανία
1926 Η Νύφη του Γκλόμνταλ Glomdalsbruden Νορβηγία
1928 Τα Πάθη της Ζαν ντ’ Αρκ Jeanne d'Arc lidelse og død Γαλλία
1932 Βαμπίρ Vampyr – Der Traum des Allan Grey Γαλλία/Γερμανία
1943 Ημέρες Οργής Vredens Dag Δανία
1945 Δύο Πλάσματα Två människor Σουηδία
1955 Ο Λόγος Ordet Δανία
1964 Γερτρούδη Gertrud Δανία

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Bordwell, David (1983). The Films of Carl Theodor Dreyer. University of California Press. p. 191.
  • Drum Jean and Dale D. Drum, My Only Great Passion: The Life and Films of Carl Th. Dreyer (Lanham, MD: Scarecrow Press, 2000), p. 130.
  • Ebert, Roger (February 16, 1997). The Passion of Joan of Arc (review). Chicago Sun-Times
  • Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα (ΠΛΜ), τόμος 46, σελ. 142
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Carl Theodor Dreyer της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).