Κάστρο Πιάδας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Κάστρο Πιάδας
Nea Epidauros.JPG
Στο ύψωμα διακρίνονται τα λίγα ερείπια του κάστρου.
Γεωγραφικές συντεταγμένες37°40′39″N 23°7′46″E

Συντεταγμένες: 37°40′39″N 23°07′46″E / 37.67750°N 23.12944°E / 37.67750; 23.12944Το κάστρο Νέας Επιδαύρου ή κάστρο Πιάδας είναι ενετικό κάστρο που η κατασκευή του ανάγεται στον 13ο αιώνα. Πιάδα είναι το παλαιότερο όνομα της Νέας Επιδαύρου. Βρίσκεται σε απότομο ύψωμα 80 περίπου μέτρων, που αποτελεί φυσική οχύρωση.[1]

Ονομασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από την αρχή του 14ου αιώνα στους δυτικούς πορτολάνους το συναντάμε με τις ονομασίες Preduia, Pedruia, Predena, Pednera. Στους φράγκικους καταλόγους συναντάμε τις ονομασίες Pigiada, Pegiada, Pyegata, Pleda, Pedroia.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1342, το κάστρο παραχωρήθηκε στον Φλωρεντίνο Νικολό Ατσαγιόλι από την τιτουλάρια Λατίνα Αυτοκράτειρα Αικατερίνη Β΄, η οποία κατήχε το πριγκιπάτο της Αχαΐας ως αναγνώριση των υπηρεσιών του στο πριγκιπάτο.[2][3][1]

Στα μέσα του 15ου αιώνα το κάστρο πέρασε στην κατοχή των Ενετών. Το 1481, οι Τούρκοι καταλαμβάνουν την περιοχή.[1]

Από τις 20 Δεκεμβρίου 1821 έως τις 16 Ιανουαρίου 1822, στην Πιάδα πραγματοποιείται η Α' Εθνοσυνέλευση των Ελλήνων. Η Εθνοσυνέλευση ανακήρυξε την ανεξαρτησία της Ελλάδας, αποφάσισε για την ελληνική σημαία και το πολίτευμα της χώρας. Αποφάσισε και τη μετονομασία του χωριού από Πιάδα σε Νέα Επίδαυρο.[1]

Σήμερα σώζονται ελάχιστα υπολείμματα του κάστρου.[1]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 1,4 «Κάστρο Νέας Επιδαύρου ή Κάστρο Πιάδας» από kastra.eu. Αρχειοθετήθηκε 10/09/2016. Ανακτήθηκε 25/06/2018.
  2. Μίλλερ, Ουΐλλιαμ μετάφρ. Σπυρ. Π. Λάμπρου, 1909-1910, «Ιστορία της Φραγκοκρατίας εν Ελλάδι (1204-1566)» μετά προσθηκών και βελτιώσεων, Tόμος A'. Εν Αθήναις: Ελληνική Εκδοτική Εταιρεία, σελ. 390
  3. (Αγγλικά) Miller, W. (1908) "The Latins in the Levant.  A History of Frankish Greece (1204-1566)" (Cambridge and New York), σελ. 272. Αρχειοθετήθηκε 10/11/2017. Ανακτήθηκε 17/06/2017.