Κάλικο Τζακ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τζόν Ράκαμ
Rackham, Jack.jpg
Ξυλογραφία που απεικονίζει τον Τζον Ράκαμ
Γέννηση 26 Δεκεμβρίου 1682
Αγγλία
Θάνατος 18 Νοεμβρίου 1720
Πορτ Ρουαγιάλ, Τζαμάικα
Κλάδος Πειρατεία
Εν ενεργεία 1718-1720
Βαθμός Καπετάνιος πειρατικού πλοίου
Διοικήσεις Διάφορα πειρατικά πλοία
Τα σύμβολα που χρησιμοποιούσε στη σημαία του ο Τζον Ράκαμ. Στις μέρες μας η σημαία του έχει ταυτιστεί με την πειρατεία.

Ο Τζον Ράκαμ (John Rackham, 27 Δεκεμβρίου 168218 Νοεμβρίου 1720, το επώνυμό του συναντάται σε ιστορικά κείμενα και με τους τύπους Rackam ή Rackum), γνωστότερος με το όνομα Κάλικο Τζακ (Calico Jack) ήταν διάσημος Άγγλος πειρατής ο οποίος έδρασε στην περιοχή των Μπαχαμών στις αρχές του 18ου αιώνα, κατά το τέλος της αποκαλούμενης Χρυσής Εποχής της Πειρατείας.

Αναλαμβάνοντας την θέση του καπετάνιου στο πλοίο Ρέιντζερ του Τσαρλς Βέιν, μετά από αποστασία, ο Κάλικο Τζακ εξέπλευσε προς τα νησιά Λίβαρντ, το Κανάλι της Τζαμάικα και το Πέρασμα Γουίντγουαρντ ασκώντας την πειρατεία. Το 1719 του απονεμήθηκε χάρη και εγκαταστάθηκε στο Νιου Πρόβιντενς, όπου γνωρίστηκε με την Αν Μπόνι, σύζυγο τότε του Τζέιμς Μπόνι, η οποία θα τον ακολουθήσει κατά την επιστροφή του στην πειρατεία έναν χρόνο αργότερα. Στο ίδιο πλήρωμά περιλαμβάνεται μια ακόμα διάσημη γυναίκα πειρατής, η Μαίρη Ριντ. Το 1720 θα συλληφθεί από τον κυνηγό πειρατών Τζοναθαν Μπαρνέτ και θα οδηγηθεί στο Πορτ Ρουαγιάλ της Τζαμάικα, όπου τον Νοέμβριο του ίδιου έτους θα θανατωθεί με απαγχονισμό.

Το ψευδώνυμο «Κάλικο» (τσίτι, είδος βαμβακερού υφάσματος) προέρχεται από τα ρούχα του.

Νεαρή ηλικία και αρχή πειρατικής ζωής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λίγα είναι γνωστά για την καταγωγή και τα πρώτα στάδια της ζωής του Τζον Ράκαμ, εκτός από το γεγονός ότι γεννήθηκε την χρονιά του 1682. Η πρώτη γραπτή μαρτυρία για αυτόν, το 1718, τον αναφέρει ως λοστρόμο στο πλοίο, τύπου σλουπ (sloop), Ρέιντζερ, του πειρατή Τσάρλς Βέην. Ο Βέην μαζί με το πλήρωμά του είχε ως λημέρι το νησί Νιου Πρόβιντενς, στις Μπαχάμες. Έπειτα από το κούρσεμα μερικών εμπορικών πλοίων στην θαλάσσια περιοχή της Νέας Υόρκης, οι πειρατές συνάντησαν ένα γαλλικό πολεμικό πλοίο το οποίο κινήθηκε εναντίον τους. Έχοντας απέναντι τους ένα μεγαλύτερο πλοίο ο Τσαρλς Βέην διέταξε υποχώρηση ενώ ο Τζον Ράκαμ εξέφρασε αντίθετη άποψη, προτείνoντας να πολεμήσουν, καθώς πίστευε πως το γαλλικό πλοίο θα είχε πολύτιμα λάφυρα. Επιπλέον υποστήριξε πως είχαν την δυνατότητα να αποκτήσουν ένα πολύ ισχυρότερο πλεούμενο. To ζήτημα τέθηκε σε ψηφοφορία, σύμφωνα με τους κανόνες των πειρατών, με τον Ράκαμ να συγκεντρώνει την πλειοψηφία του πληρώματος. Ο Βέην όμως άσκησε βέτο και με αυταρχικό τρόπο, χρησιμοποιώντας την ιδιότητα του καπετάνιου, επέμεινε στην αρχική του γνώμη. Η συμπεριφορά του καπετάνιου ήρθε σε αντίθεση με τον πειρατικό κώδικα του πλοίου και την επόμενη μέρα τέθηκαν εκλογές για την ανάδειξη νέου καπετάνιου, με τον Τζον Ράκαμ να εκλέγετε για το πόστο αυτό. Τον Βέην και τους άντρες που ήταν κατά της επίθεσης του γαλλικού πολεμικού τους άφησαν σε ένα μικρότερο πλοίο που είχαν αιχμαλωτίσει και είχαν μαζί τους, δίνοντάς τους αρκετή ποσότητα πολεμοφοδίων[1].

24 Νοεμβρίου ήταν η πρώτη μέρα του Ράκαμ, στο νέο του πόστο. Στο πρώτο του ταξίδι, ως καπετάνιος, έπλευσε στα νησιά της Καραιβικής κουρσεύοντας μερικά πλεούμενα. Τον Δεκέμβριο οι πειρατές βρίσκονταν στο στενό της Τζαμάικα όπου κατέλαβαν ένα εμπορικό πλοίο[2][3]. Έπειτα κατευθύνθηκαν προς τις Βερμούδες όπου κούρσεψαν δυο πλοία. Ο κυβερνήτης του Νιου Πρόβιντενς, Γουντς Ρότζερς, μόλις έμαθε την τύχη των δυο πλοίων, έστειλε ένα πλοίο, καλά αρματωμένο και πλήρες επανδρωμένο εναντίον των πειρατών[4]. Οι απεσταλμένοι του κυβερνήτη ανακατέλαβαν τα πλοία αλλά το πλήρωμα του Ράκαμ κατάφερε να ξεφύγει[5].

Χορήγηση αμνηστίας και επιστροφή στην πειρατεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έχοντας ξεσπάσει ήδη ο πόλεμος της Τετραπλής συμμαχίας, μεταξύ της Μεγάλης Βρετανίας και της Ισπανίας, τον Μάιο του 1719 ο Κάλικο Τζακ και το πλήρωμά του έφτασαν στο Νασσάου στο Νιου Πρόβιντενς με σκοπό να ζητήσουν βασιλική χάρη από τον κυβερνήτη Γουντς Ρότζερς[6]. Ο κυβερνήτης δέχθηκε τη μεταμέλεια των πειρατών και τους παραχώρησε τη βασιλική χάρη διαγράφοντας τα αδικήματά τους, καθώς το ναυτικό χρειάζονταν και πάλι κουρσάρους να επιτεθούν στα ισπανικά πλοία. Το πλοίο Ρέιντζερ πωλήθηκε και τα κέρδη μοιράστηκαν στο πλήρωμα, το οποίο διαλύθηκε[7]. Στις 22 Αυγούστου 1720, ο Κάλικο Τζακ μαζί με 13 ακόμα συντρόφους του[8], κατέλαβαν το πλοίο Ουίλιαμ, έχοντας 12 κανόνια στον εξοπλισμό του, που ήταν αγκυροβολημένο στο λιμάνι του Νασσάου και και απέδρασαν από το νησί, προτού προλάβουν να τους σταματήσουν. Μαθαίνοντας την επιστροφή του Ράκαμ στην πειρατεία, ο Ρότζερς ονόμασε τον ίδιο και το πλήρωμα του, εχθρούς του στέμματος της Μεγάλης Βρετανίας[9].

Ανν Μπόνι και Μαίρη Ριντ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την διάρκεια της παραμονής του στο Νασσάου ο Κάλικο Τζακ συνάντησε την Ανν Μπόνι και ξεκίνησε ερωτική σχέση μαζί της παρά το γεγονός ότι εκείνη την περίοδο, ήταν παντρεμένη με τον Τζέημς Μπόνι, ναυτικός στην δούλεψη του κυβερνήτη Γουντς Ρότζερς. Η Ανν Μπόνι ακολούθησε τον καπετάνιο Ράκαμ όταν αυτός επέστρεψε στην πειρατεία και μάλιστα συμμετείχε και η ίδια στην κατάληψη του Ουίλιαμ[10]. Ο Ράκαμ κράτησε την Μπόνι κοντά του σαν μνηστή του, ερχόμενος κόντρα με την παράδοση της εποχής που θεωρούσε την ύπαρξη γυναίκας σε πλεούμενο κακή τύχη.

Σύντομα αποκαλύφθηκε πως στο πλοίο υπήρχε και μια γυναίκα ακόμη, η Μαίρη Ριντ. Η Μαίρη Ριντ ήταν μεταμφιεσμένη σε άντρα χωρίς να γίνει αντιληπτή από το πλήρωμα. Η ίδια αναγκάστηκε να φανερώσει το φύλο της στην Μπόνι και με την σειρά της η Μπόνι αποκάλυψε την αληθινή ταυτότητα της Ριντ στον Ράκαμ. Ο καπετάνιος κράτησε και τις δυο γυναίκες δίπλα του, οι οποίες αποδείχθηκαν πως ήταν ιδιαίτερα μαχητικές και από τα καλύτερα μέλη ανάμεσα στο πειρατικό πλήρωμα.

Καταδίωξη και αιχμαλωσία από τον Τζόναθαν Μπάρνετ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ακολουθώντας την κατάληψη του πλοίου ο Κάλικο Τζακ και το πλήρωμα του κατευθυνθήκαν προς το πέρασμα Γουίντγουαρντ, κουρσεύοντας διάφορα μικρά πλοία[11]. Τον Αύγουστο ο Ράκαμ λαφυραγωγούσε τα δυτικά και βόρεια σημεία της Τζαμάικα και κατέλαβε μερικά πλεούμενα.[12]. Τον Σεπτέμβριο οι πειρατές επιτέθηκαν σε καΐκια, στο Χάρμπορ Άιλαντ στις Μπαχάμες[13]. Την 1η Οκτωβρίου αιχμαλώτισε 2 καράβια κοντά στο νησί της Τορτούγκα. Μέσα του μηνός κατέλαβε ακόμη ένα πλοίο κοντά στην βόρεια ακτή της Τζαμάικα. Αμέσως οι βρετανικές αρχές του νησιού, έδωσαν εντολή στο κυνηγό πειρατών, Τζόναθαν Μπαρνέτ να συλλάβει τον καπετάνιο Ράκαμ[14]. Ο Μπαρνέτ είχε παρόμοιο πλοίο με τους πειρατές, τον Αετό (Eagle), το οποίο διέθετε και αυτό 12 κανόνια. Οι πειρατές συνέχισαν αμέριμνοι πλέοντας δυτικά κατά μήκος της ακτής της Τζαμάικα, φτάνοντας στο Σημείο Νέγκριλ. Σε εκείνο το σημείο, στις 20 Οκτωβρίου οι πειρατές αγκυροβόλησαν και επιδόθηκαν σε κατανάλωση αλκοόλ, που διήρκεσε μέχρι το βράδυ[15].

Ο Μπαρνέτ που πλησίαζε από τον νότο, πέρασε την ίδια μέρα από το Σημείο Νέγκριλ, όπου άκουσε φασαρία από την στεριά και σταμάτησε για να δει τι συμβαίνει. Στην θέα του κυνηγού πειρατών ο Ράκαμ διέταξε να κοπεί το σκοινί της άγκυρας ώστε να καταφέρουν να διαφύγουν. Η προσπάθεια διαφυγής ήταν μάταιη καθώς μέσα στην διάρκεια μιας ώρας ο Αετός κατάφερε να τους φτάσει[16]. Στην ερώτηση του Μπαρνέτ για το ποιος ήταν ο καπετάνιος του πλοίου η απάντηση ήταν ο Τζον Ράκαμ από την Κούβα. Αμέσως ο Μπαρνέτ τους διέταξε να παραδοθούν αλλά οι πειρατές πυροβόλησαν με το περιστροφικό κανόνι (swivel gun), ενώ οι διώκτες τους εξαπέλυσαν μια πλαϊνή ομοβροντία καταφέρνοντας να καταστρέψουν το τριγωνικό πανί που βοηθούσε στην πλοήγηση του πλοίου, αφήνοντας το πειρατικό στο έλεος του ανέμου. Εκμεταλλευόμενος την κατάσταση ο Μπαρνέτ κατάφερε να το πλαγιοκοπήσει και διέταξε ρεσάλτο[17]. Στην μάχη που ακολούθησε οι περισσότεροι πειρατές ήταν μεθυσμένοι και μόνο οι δυο γυναίκες βρίσκονταν ετοιμοπόλεμες. Οι κυνηγοί των πειρατών κατάφεραν γρήγορα να κάμψουν κάθε αντίσταση και να καταλάβουν το πλοίο, οδηγώντας τους πειρατές αλυσοδεμένους στο Σπάνις Τάουν[18].

Κατάληξη του Κάλικο Τζακ και του πληρώματος του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 16 Νοεμβρίου το δικαστήριο του Ναυτοδικείου, βρήκε ένοχους τον καπετάνιο Ράκαμ και τα εναπομείναντα μέλη του πληρώματος τους, καταδικάζοντας τους σε θάνατο δι΄απαγχονισμού. Την επόμενη μέρα o καπετάνιος Κάλικο Τζακ και τέσσερις ακόμη πειρατές εκτελέστηκαν στο Πορτ Ρουαγιάλ ενώ οι υπόλοιποι, μια μέρα μετά στο Κίνγκστον. Το σώμα του Ράκαμ τοποθετήθηκε σε ένα κλουβί και αφέθηκε ως προειδοποίηση σε κοινή θέα στην είσοδο του λιμανιού του Πορτ Ρουαγιάλ.

Οι δυο γυναίκες Μαίρη Ριντ και Ανν Μπόνι, δικάστηκαν 10 μέρες μετά την εκτέλεση του Ράκαμ. Στις δίκες τους και οι δυο υποστήριξαν πως κυοφορούσαν, με αποτέλεσμα να παραμείνουν προσωρινά φυλακισμένες μέχρι να αποδειχθεί η εγκυμοσύνη τους. Η Μαίρη Ριντ πέθανε το 1721 λόγω πυρετού που μάλλον οφειλόταν στον τοκετό ενώ στην Ανν Μπόνι δόθηκε χάρη γλυτώνοντας έτσι την εκτέλεση.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. A General History of the Pyrates, from Their first Rise and Settlement in the Island of Providence, to the present Time..... σελ. 146,Captain Charles Johnson, Printed for, and sold by T. Warner, at the Black-Boy in Pater-Noster-Row Λονδίνο 1724
  2. σελ. 150,Captain Charles Johnson
  3. σελ. 163, Angus Konstam
  4. σελ. 151,Captain Charles Johnson
  5. σελ. 151,Captain Charles Johnson
  6. Piracy: The Complete History σελ. 164, Angus Konstam, Osprey Publishing, 2008
  7. σελ. 164, Angus Konstam
  8. σελ. 164, Angus Konstam
  9. σελ. 165, Angus Konstam
  10. σελ. 164, Angus Konstam
  11. σελ. 165, Angus Konstam
  12. σελ. 152,Captain Charles Johnson
  13. σελ. 152,Captain Charles Johnson
  14. σελ. 164, Angus Konstam
  15. σελ. 165, Angus Konstam
  16. σελ. 165, Angus Konstam
  17. σελ. 165, Angus Konstam
  18. σελ. 165, Angus Konstam