Ιωάννης Δεληγιάννης (ακαδημαϊκός)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ιωάννης Δεληγιάννης
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Ιωάννης Δεληγιάννης (Ελληνικά)
Γέννηση15 Σεπτεμβρίου 1920
Αθήνα
Θάνατος3 Οκτωβρίου 1999
Θεσσαλονίκη
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςνέα ελληνική γλώσσα
Ιταλικά
λατινική γλώσσα
Γαλλικά
Γερμανικά
Αγγλικά
ΣπουδέςΑριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
Πληροφορίες ασχολίας
ΕργοδότηςΑριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
Αξιώματα και βραβεύσεις
ΑξίωμαΥπουργός Μακεδονίας-Θράκης
μέλος της Ακαδημίας Αθηνών

Ο Ιωάννης Γ. Δεληγιάννης (15 Σεπτεμβρίου 1920 - 3 Οκτωβρίου 1999) ήταν Έλληνας καθηγητής νομικής, ακαδημαϊκός, πολιτικός.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ι Βιογραφικά στοιχεία

1.                  Η πορεία του βίου του

Ο Ιωάννης Δεληγιάννης γεννήθηκε στις 2/15 Σεπτεμβρίου 1920 στην Αθήνα. Πατέρας του ήταν ο καταγόμενος από την Ερμιόνη Αργολίδας συμβολαιογράφος Θεσσαλονίκης Γεώργιος Δεληγιάννης και μητέρα του η Βασιλική Μήτσα. Σπούδασε νομικά στο Α.Π.Θ. και στο Πανεπιστήμιο των Παρισίων και   αναγορεύτηκε διδάκτωρ της Νομικής του Πανεπιστημίου των Παρισίων με  βαθμό «Άριστα».  Η διδακτορική διατριβή του με τίτλο «La notion d'acte illicite: considéré en sa qualité d'élément de la faute délictuelle” τιμήθηκε από τη Νομική Σχολή των Παρισίων  με το βραβείο Henri Capitant.    Εν τω μεταξύ το 1949  παντρεύτηκε στο Παρίσι την Ελένη Πίσπα και απέκτησε  τρεις κόρες τη Βασιλική (καθηγήτρια Ψυχολογίας στο Τμήμα Ψυχολογίας του Α.Π.Θ.), τη Χριστίνα (Καθηγήτρια Συγκριτικού Δικαίου στη Νομική Σχολή Α.Π.Θ.) και την Έλσα (Αν. καθηγήτρια Δικαίου Πνευματικής Ιδιοκτησίας και ΜΜΕ του Τμήματος Δημοσιογραφίας του Α.Π.Θ.) Το 1954 δημοσίευσε τη μονογραφία με τίτλο «Η πληρεξουσιότης εις το παρ' ημίν ισχύον ιδιωτικόν δίκαιον» επί τη βάσει της οποίας απέκτησε τον τίτλο του υφηγητή του Αστικού Δικαίοιυ στη Νομική Σχολή του Α.Π.Θ τον Μάιο του 1955.  Το 1962 εξελέγη τακτικός καθηγητής τριετούς θητείας στη Δ’ έδρα του Αστικού Δικαίου  της παραπάνω Σχολής και τον Απρίλιο του 1966 εξελέγη τακτικός καθηγητής στην ίδια έδρα.

Κατά τη διάρκεια της θητείας του στο Πανεπιστήμιο κατέλαβε κατόπιν εκλογής όλα τα αξιώματα: μέλος της Συγκλήτου (1968-1969 και 1974-1975), Κοσμήτορας της Σχολής Νομικών και Οικονομικών Επιστημών (1969-1970), πρόεδρος της επιτροπής προγράμματος σπουδών (1982-1983), αντιπρύτανης 1975-1976 και τελικώς Πρύτανης του πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (1976-1977). Το 1983 εξελέγη από τη Ακαδημία Αθηνών αντεπιστέλλον μέλος της. Συνταξιοδοτήθηκε με τη λήξη του ακαδημαϊκού  έτους 1987-1988.  Τη δεκαετία που ακολούθησε , δίδαξε ως ομότιμος καθηγητής στο μεταπτυχιακό τμήμα του τομέα Αστικού Δικαίου του Α.Π.Θ., δημοσίευσε μελέτες,  συνέγραψε διδακτικά εγχειρίδια και μετείχε σε νομιμοπαρασκευαστικές επιτροπές και σε εγχώρια και διεθνή επιστημονικά συνέδρια. Από το Πανεπιστήμιο αποχώρησε στα τέλη του 1997 λόγω σοβαρών προβλημάτων υγείας και απεβίωσε στις 3 Οκτωβρίου 1999.

2.                  Κοινωνική και πολιτική δράση

Ο Ιωάννης Δεληγιάννης ποτέ δεν υπήρξε αποκομμένος από την κοινωνία. Πέρα  από την πανεπιστημιακή  διδασκαλία και το πλούσιο νομοπαρακευαστικό έργο του, που θα αναλυθούν εκτενέστερα παρακάτω, διετέλεσε επίσης μέλος του Δ.Σ. του ΑΧΕΠΑ,  πρώτος  προέδρος του Τελλογλείου Ιδρύματος, και μέλος του  «σωματείου της Τέχνης». Ταυτοχρόνως αντιπροσώπευσε την Ελλάδα σε πλήθος Διεθνών Οργανισμών [1] με αξιοπρόσεκτες επιδόσεις. Η μεγαλύτερη ωστόσο κοινωνική προσφορά του υπήρξε η κληροδότηση της σπάνιας και ογκώδους βιβλιοθήκης του στη Νομική Σχολή του Α.Π.Θ. Ας σημειωθεί ότι για το λόγο αυτό, αλλά και επειδή ήταν αυτός που ήδη από τα χρόνια της πρυτανείας του (1976-1977) οραματίστηκε την ενοποίηση των βιβλιοθηκών όλων των σπουδαστηρίων του Νομικού Τμήματος σε έναν ενιαίο χώρο, η βιβλιοθήκη της Νομικής Σχολής του Α.Π.Θ. φέρει τιμητικά το όνομά του.

Η πρώτη επαφή του Ιωάννη Δεληγιάννη με την ενεργό πολιτική έγινε στις αρχές του 1964, οπότε διετέλεσε για σχεδόν τρεις μήνες (υπηρεσιακός) Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Βορείου Ελλάδος. Στο ίδιο Υπουργείο, που είχε μετονομαστεί εν τω μεταξύ Υπουργείο Μακεδονίας Θράκης, επανήλθε ως Υπουργός των κυβερνήσεων Ι. Γρίβα ( προέδρου του Αρείου Πάγου και υπηρεσιακού Πρωθυπουργού) και Ξ. Ζολώτα (12.10.1989-12.4.1990).

3.                  Φιλοσοφικές θεωρήσεις

Ο Ιωάννης Δεληγιάννης υπήρξε ουμανιστής. Πίστευε στον ορθό λόγο και στις ιδέες του Διαφωτισμού. Τη ζωή του την οικοδόμησε με κεντρικούς άξονες την πίστη του στον (συν)άνθρωπο, το σεβασμό στη διαφορετικότητα και τα αιτήματα για ισότητα και κοινωνική δικαιοσύνη.  Ειδικώς στο πεδίο της νομικής επιστήμης θα μπορούσε να τοποθετηθεί στις σχολές εκείνες που χωρίς ακραίες θέσεις, αμφισβητούν την εννοιοκρατία και το νομικό φορμαλισμό και αιτούνται την επίδειξη μεγαλύτερης ευαισθησίας στα κοινωνικά προβλήματα. Μολονότι δεν ασχολήθηκε συστηματικά με τη φιλοσοφία του δικαίου, ο ανωτέρω προσανατολισμός του προκύπτει με σαφήνεια και από το σύνολο του έργου του που μαρτυρεί την τελεολογική και ανθρωποκεντρική προσέγγιση του δικαίου σε συνδυασμό με εκείνες τις παραπομπές του ιδίως στο Οικογενειακό Δίκαιο σε μαρξιστές ανθρωπολόγους όπως λ.χ. στον Maurice Gaudelier.

ΙΙ Επιστημονικό και διδακτικό έργο

Το επιστημονικό και διδακτικό έργο του Ιωάννη Δεληγιάννη είναι τόσο μεγάλο που η στοιχειώδης αποτίμησή του καθίσταται δυσχερής. Στις ενότητες που ακολουθούν θα παρουσιαστούν ορισμένες αντιπροσωπευτικές μελέτες του, τα διδακτικά εγχειρίδια που συνέγραψε, και η συμμετοχή του σε νομοπαρασκευαστικές επιτροπές

1.                  Αντιπροσωπευτικές μελέτες

Η πρώτη εκτενής μονογραφία του Ιωάννη Δεληγιάννη υπήρξε η διδακτορική διατριβή του με τίτλο  «La notion d'acte illicite: considéré en sa qualité d'élément de la faute délictuelle”(1951) που συγκέντρωσε τις πλέον ευμενείς κρίσεις στον ελληνικό και ξένο νομικό τύπο[2] και βραβεύτηκε, όπως είπαμε , με το βραβείο Henri Capitant. Η μεγάλη συνεισφορά του συγγραφέα συνίσταται στο ότι συνέβαλε στη διαμόρφωση, ανάπτυξη και τελικώς κατανόηση των θεωριών για την προϋπόθεση του παρανόμου στο πλαίσιο του δικαίου της αδικοπραξίας, καθώς και στην ανάδειξη του «πταίσματος» και του «παρανόμου» ως χωριστών και αυτοτελών όρων της αδικοπρακτικής ευθύνης οι οποίοι  συνυπάρχουν στη γαλλική έννοια της « faute” του άρθρου 1382 του γαλλΑΚ, μέσα από μια πραγματική συστοιχία πρωτότυπων δογματικών αναλύσεων[3]. Στη συνέχεια, με την επανειλημμένη ενασχόληση με το θέμα αυτό από την πλευρά του ελληνικού δικαίου, κατέστησε προσιτές σε όλους του Έλληνες νομικούς τις παραπάνω θέσεις και βοήθησε σημαντικά στην κατανόηση της έννοια του παρανόμου από την ελληνική νομική θεωρία και νομολογία. Με τις  βαθυστόχαστες αναλύσεις του και με την  επίκληση των ιδεών της Δικαιοσύνης και της κοινωνικής ηθικής καθώς και των αναγκών του κοινωνικού βίου ήταν ο πρώτος που θεμελίωσε το «παράνομο» στην παραβίαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας ως εξωτερικής συμπεριφοράς, δηλαδή πρώτος έγραψε με ενάργεια και επάρκεια για αυτό που ονομάζεται σήμερα « διεύρυνση της εννοίας του παρανόμου» στο δίκαιο της αδικοπρακτικής ευθύνης[4].

Η δεύτερη σημαντική εργασία του είναι η μονογραφία με θέμα «Η πληρεξουσιότης εις το παρ' ημίν ισχύον ιδιωτικόν δίκαιον» (1954, ανατ. 1991 που δέχτηκε διθυραμβικές κριτικές. Αποτελεί τη διεισδυτικότερη μέχρι σήμερα (και για τα δεδομένα της αλλοδαπής βιβλιογραφίας) μελέτη του θεσμού τη πληρεξουσιότητας. Υποδειγματικές είναι ειδικότερα οι αναπτύξεις του για τη φύση του θεσμού, την αναγκαιότητα και τη θεμελίωση στον ΑΚ της σιωπηρής πληρεξουσιότητας, αλλά και την προστασία της καλής πίστεως τρίτων μετά την παύση της πληρεξουσιότητας, που την εμπλούτισε με νεότερες μελέτες οι οποίες έχουν σφραγίσει το σύγχρονο αστικό δίκαιο[5].

Σημαντική ήταν επίσης η συμβολή του Ιωάννη Δεληγιάννη στην ερμηνεία των περί μισθώσεως έργου διατάξεων του Αστικού Κώδικα (άρθρα 681 επ.) κυρίως μέσα από το κλασσικό συλλογικό έργο «Ερμηνεία Αστικού Κώδικος» (ΕρμΑΚ 1966) αλλά και με πλήθως μικρότερων σε έκταση άρθρων του.

Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει και στη μελέτη με θέμα «Η προστασία της προσωπικότητας κατά τον ΑΚ από την άποψη των σχετικών συνταγματικών ρυθμίσεων», ΕλλΔνη 38 (1997), σ. 489. Πρόκειται για τη συμπληρωμένη γραπτή απόδοση ομιλίας που έδωσε στις 21 Οκτωβρίου 1996 στην Εθνική Σχολή Δικαστών στη Θεσσαλονίκη. Κεντρικό θέμα της εισηγήσεώς του ήταν η συμβολή των συνταγματικών ρυθμίσεων στον προσδιορισμό της έννοιας της προσωπικότητας μέσα από παραδείγματα της νομολογίας. Οι περιεκτικές και βαθιές αναλύσεις του γύρω από τη συνταγματική και αστικοδικαιική προστασία της προσωπικότητας, η σαφής και εμπεριστατωμένη θέση του ως προς το «παράνομο»  της προσβολής της, οι μεθοδολογικές επισημάνσεις στο πεδίο της ερμηνείας των σχετικών συνταγματικών κανόνων και η κατάδειξη της ματαιότητας διαφυλάξεως της αυτοτέλειας του Αστικού Δικαίου, αποτελούν απόσταγμα της κατασταλαγμένης επιστημονικής ιδιοφυίας του. Το σπουδαιότερο, όμως, σημείο στην ομιλία που εκφράζει με εύγλωττο τρόπο την αντίληψη που είχε για τη νομική επιστήμη, είναι όταν εξηγεί στους μελλοντικούς Έλληνες δικαστές τους λόγους για τους οποίους επέλεξε να τους μιλήσει για αυτό το θέμα. Θέλησα λέει « η κεντρική ιδεολογία του θέματός μου να στρέφεται γύρω από τον άνθρωπο ως αξία. Έχει μεγάλη σημασία για έναν δικαστή που ασχολείται κατ’ εξοχήν με τον άνθρωπο, τα ηθικά και τα υλικά συμφέροντά του, τις σχέσεις του με τους άλλους ανθρώπους, να είναι εμποτισμένος από την ανθρωπιστική ιδεολογία».[6]

Το τελευταίο μεγάλο έργο του Ιωάννη Δεληγιάννη είναι η μονογραφία του για την «Κοινωνία Δικαιώματος» (1998, ανατύπωση 2002 ) που αποτελούσε αρχικά τον 4ο τόμο του εγχειριδίου του Ειδικό Ενοχικό Δίκαιο (βλ. σχετικά παρακ.). Το έργο αυτό έχει μεγάλη θεωρητική και πρακτική σημασία ακόμη και σε κλάδους που εξέρχονται από τα όρια στου Αστικού Δικαίου. Αποτελεί την εξαντλητικότερη μέχρι σήμερα ανάλυση το θεσμού, με πολλές παραπομπές στη νομολογία και τον διάλογο μαζί της καθώς και με πλούσιες και διαφωτιστικές ιστορικές και δικαιοσυγκριτικές παρατηρήσεις[7].

2.                  Διδακτικά εγχειρίδια

Από τα πρώτα χρόνια της καριέρας του στη θέση του τακτικού καθηγητή ο Ιωάννης Δεληγιάννη ξεκίνησε η συστηματική συγγραφή διδακτικών εγχειριδίων και βοηθημάτων. Εξέχουσα θέση ανάμεσα στα εγχειρίδια αυτά κατέχουν οι Εισηγήσεις Αστικού δικαίου (1989), οι τέσσερις τόμοι του Ειδικού Ενοχικού δικαίου (1992 και ορισμένοι εξ αυτών  σε συνεργασία με τον Π. Κορνηλάκη)[8], τα βιβλία του εργατικού δικαίου (1972, 1976 και 1978, τα δύο τελευταία εξ αυτών με τον καθηγητή Ι. Κουκιάδη), το τρίτομο οικογενειακό δίκαιο (1982 και εξ αυτών ο τ. ΙΙ -1987-σε συνεργασία με τον Αχ. Κουτσουράδη), καθώς και τα πρακτικά θέματα επί της ύλης όλου του Αστικού Δικαίου.

Μεγάλη του αγάπη ήταν το Οικογενειακό δίκαιο που του έδινε τη δυνατότητα να μελετά το κοινωνικοοικονομικό, πολιτισμικό και ανθρωπολογικό υπόβαθρο του δικαίου. Ήταν μάλιστα εκ των πρώτων στην Ελλάδα που μίλησε για τα εναλλακτικά οικογενειακά σχήματα , παρατηρώντας, μεταξύ άλλων, ότι τα πορίσματα των ιστορικών και ανθρωπολογικών επιστημών έχουν καταδείξει ότι οι σχέσεις συγγένειας ιδρύονταν ανέκαθεν και ιδρύονται και σήμερα όχι από βιολογικούς νόμους, αλλά με την κοινωνική συγκατάθεση.

Σε όλα αυτά τα βιβλία αποτελούν υποδείγματα διδακτικών εγχειριδίων. Συγκεφαλαιώνουν με επιστημονική πληρότητα και συστηματική αρτιότητα την παραχθείσα επιστημονική γνώση, τόσο από  την θεωρητική έρευνα, όσο και από τη δικαστηριακή πράξη.

3.                  Συμμετοχή σε νομοπαρασκευαστικές επιτροπές

  Εξίσου σημαντικό παρουσιάζεται το νομοθετικό έργο του Ιωάννη Δεληγιάννη, ο οποίος συνέβαλε στη σύνταξη αρκετών σύγχρονων νομοθετημάτων. Ιδιαιτέρως πρέπει να επισημανθεί η συμβολή του στον εκσυγχρονισμό του ελληνικού Οικογενειακού δικαίου αρχικά δια της συμμετοχής του στη νομοπαρασκευαστική επιτροπή , που οδήγησε στην ψήφιση του ν. 1329/1983, ο οποίος συνδέθηκε με την αναγνώριση της αρχής της ισονομίας ανδρών και γυναικών στο οικογενειακό δίκαιο, την εξομοίωση της νομικής θέσης των τέκνων που γεννήθηκαν σε γάμο και τέκνων που γεννήθηκαν εκτός γάμου, την καθιέρωση του συναινετικού διαζυγίου, την ενίσχυση της προστασία της μητρότητας και της παιδικής ηλικίας.

Μεγάλη υπήρξε επίσης η συμβολή του από τη θέση του Προέδρου της Ειδικής Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής του ν. 2447/1996 στην αναμόρφωση των θεσμών της υιοθεσίας και της επιτροπείας και την εισαγωγή του νέου θεσμού της  αναδοχής ανηλίκου, καθώς και των θεσμών της δικαστικής επιμέλειας ξένων υποθέσεων.

4.                  Διδασκαλία στο Πανεπιστήμιο

Ο Ιωάννης Δεληγιάννης υπήρξε επίσης σπουδαίος πανεπιστημιακός δάσκαλος. Οι εικόνες από τα γεμάτα κόσμο αμφιθέατρα που θυμούνται όσοι τον είχαν καθηγητή δεν αρκούν για να αποδώσουν την απήχηση της διδασκαλίας του και την προσφορά του στην ανώτατη παιδεία της χώρας μας. Πιστεύοντας με πάθος στην αξιοκρατία, συνέβαλε στην εξέλιξη νέων ικανών επιστημόνων καθώς και στη δημιουργία ενός φυτωρίου νέου επιστημονικού δυναμικού στους τομείς του Αστικού και του Εργατικού Δικαίου στο Α.Π.Θ.

Από την άλλη πλευρά οι μαθητές του τον περιγράφουν σαν έναν απλό και προσηνή άνθρωπο που το γραφείο του ήταν ανοιχτό για κάθε φοιτητή που επιθυμούσε ενεργό συμμετοχή στην πανεπιστημιακή παιδεία καθώς και σαν ένα ανήσυχο πνεύμα που δεν έχασε μέχρι το τέλος της ζωής του τη φρεσκάδα και τη γονιμότητα στη σκέψη του .

ΙΙΙ Τελικές παρατηρήσεις

Από όσα λέχθηκαν παραπάνω προκύπτει ανεπιφύλακτα ο Ιωάννης Δεληγιάννης δικαίως συγκαταλέγεται στους κορυφαίους αστικολόγους του 20ου αιώνα. Επιστέγασμα της σκιαγραφείσης παραπάνω  λαμπρής επιστημονικής του πορείας και της ηθικής περιωπής του υπήρξε η ομόθυμη εκλογή του ως αντεπιστέλλοντος μέλους της Ακαδημίας το 1983. Ποτέ όμως ο ίδιος δεν αναζητούσε διακρίσεις, χειροκροτήματα, τιμές. Γιατί από νωρίς είχε κατακτήσει αυτά που θεωρούσε ως τον  κολοφώνα της δόξας του: τη αναγνώριση των μαθητών του και μια ευτυχισμένη οικογένεια.


[1] Από τις σπουδαιότερες υποθέσεις που χειρίστηκε ήταν αυτή του έτους 1965 ενώπιον των ελεγκτικών οργάνων της Διεθνούς Οργανώσεως Εργασίας (ΔΟΕ) στα οποία είχε ασκηθεί προσφυγή εναντίον τη χώρας μας για παραβίαση των διεθνών συμβάσεων εργασίας που κατοχυρώνουν τη συνδικαλιστική ελευθερία. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980 ο Ιωάννης Δεληγιάννης εκπροσώπησε επίσης τη χώρα μας σε πολλές επιτροπές του Συμβουλίου της Ευρώπης που ασχολήθηκαν με την εναρμόνιση του Οικογενειακού δικαίου σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

[2] Βλ. ενδεικτικά Amiaud A., σε Revue Trimestrielle de droit civil, 1952, 474, Ferid.M , σεZeitschrift für ausländisches und internationales Privatrecht, 1954, 777 , Μυλωνόπουλο Σπ., σε Θέμις 1953, 191, και Ζωλότα Α. σε ΕΕΝ 1953, 1953, 80, Σύνταξη ΑΙΔ 1952, 301.

[3] Βλ. Α.Σ. Γεωργιάδη, επ.,  Έλληνες Αστικολόγοι του 20ου αιώνα, εκδόσεις Ο.Ν. Σάκκουλα, Αθήνα 2010, 184 επ. ( 190-193)

[4] Βλ. Α.Σ. Γεωργιάδη, επ.,  Έλληνες Αστικολόγοι του 20ου αιώνα, ό.π. 191

[5] Βλ. . Α.Σ. Γεωργιάδη, επ.,  Έλληνες Αστικολόγοι του 20ου αιώνα, ό.π. 191

[6] Βλ. . Α.Σ. Γεωργιάδη, επ.,  Έλληνες Αστικολόγοι του 20ου αιώνα, ό.π. 192-193

[7] Βλ. . Α.Σ. Γεωργιάδη, επ.,  Έλληνες Αστικολόγοι του 20ου αιώνα, ό.π. 193

[8] Οι δύο τόμοι που αφορούν στη σύμβαση έργου (1992 ανατύπωση 2004) και την κοινωνία δικαιώματος (1998, ανατύπωση 2002) έχουν γραφεί αποκλειστικώς από τον Ιωάννη Δεληγιάννη.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

https://www.persee.fr/doc/ridc_0035-3337_2000_num_52_2_18105