Ευκτήριο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Άποψη του παρεκκλησίου του Αγίου Νικολάου, ιδιωτικού ευκτηρίου του μοναστηριού του Νέου Βαλάμο, στο Χεϊνεβέσι της Φινλανδίας.

Το ευκτήριο, επίσης γνωστό ως ευκτήριος οίκος, ήταν όρος ο οποίος χρησιμοποιείτο εντός της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, καθώς και άλλων ανατολικών ορθόδοξων κρατών, όπως η Γεωργία, για τον ορισμό ιδιωτικού χαρακτήρα εκκλησιών - προσευχητηρίων και παρεκκλησίων - οι οποίες είτε αποτελούσαν χωριστές οντότητες είτε υπάγονταν σε κεντρικούς χώρους δημοσίας λατρείας, γνωστούς ως «καθολικές εκκλησίες».[1]

Το νομικό καθεστώς των παρεκκλησίων εντός ιδιωτικών οικιών επρόκειτο για αμφιλεγόμενο ζήτημα στο πλαίσιο του βυζαντινού δικαίου για αριθμό αιώνων. Με απώτερο σκοπό την εξασφάλιση του γεγονότος πως τα ιδιωτικού χαρακτήρα ευκτήρια θα παρέμεναν ως χωριστές οντότητες και δεν θα επιβάρυναν περαιτέρω την κυρίως εκκλησία, καθώς και με απώτερο σκοπό την αποτροπή διαδόσεως αιρέσεων, ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός Α΄ (βασίλευσε μεταξύ 527-565) εισήγαγε αριθμό προϋποθέσεων για την ανέγερσή τους, ενώ, παράλληλα, επέβαλε ορισμένους περιορισμούς, συμπεριλαμβανομένης, μεταξύ άλλων, της απαγόρευσης τελέσεως λειτουργίας εντός των προσευχητηρίων ιδιωτικών οικιών. Το 692, η Εν Τρούλω Σύνοδος επέκτεινε τη συγκεκριμένη απαγόρευση και στην τέλεση βαπτίσεων. Κατά τη διάρκεια της περιόδου βασιλείας του Λέοντα ΣΤ΄ του Σοφού (βασίλευσε μεταξύ 886-912), οι συγκεκριμένοι περιορισμοί άρθηκαν, ωστόσο, ο μετέπειτα πατριάρχης Αλέξιος ο Στουδίτης απεφάνθη πως η άρση αυτή οδήγησε σε αριθμό καταχρήσεων, ενώ, παράλληλα, στερούσε τους κατά τόπους επισκόπους από μεγάλο μέρος του ελέγχου τον οποίον οι τελευταίοι είχαν επί του κλήρου, καθώς και των υπαγόμενων προς αυτούς κτήσεων.[1] Ως αποτέλεσμα, το 1028, προχώρησε στην απαγόρευση της χρήσεως των ευκτηρίων για σκοπούς πέραν της τέλεσης λειτουργίας.[1][2] Ο Θεόδωρος Βαλσαμών, Βυζαντινός εξέχων λόγιος επί του κανονικού δικαίου, υποστήριξε το δικαίωμα των κτητόρων στην τέλεση λειτουργιών, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, καθώς και βαπτίσεων εντός των ευκτηρίων τους,[3] ωστόσο, ήταν κατά της ιδέας της χρήσεως θρησκευτικού χαρακτήρα κτιρίου με απώτερο σκοπό το ιδίων οικονομικό όφελος.[4] Σύμφωνα με τον ίδιο, ο ευκτήριος οίκος ήταν εκκλησία η οποία δεν είχε καθαγιαστεί μέσω χρίσματος, εναπόθεσης λειψάνων μάρτυρος, καθώς και της ενθρόνισης λειτουργού ιεράρχη.[1]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 Magdalino 1991, σελ. 745.
  2. Thomas 1987, σελίδες 168–170.
  3. Thomas 1987, σελ. 229.
  4. Thomas 1987, σελίδες 232–233.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]